Όψεις: Shaking the Vote: Αναλύοντας το αποτέλεσμα του εκλογικού σεισμού

Κλείσιμο
αποτελέσματα εθνικών εκλογών 2023
Το μέλλον της αριστεράς
11.09.2023

Ξαφνικό σοκ ή ήττα που προετοιμαζόταν καιρό;

Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μαΐου και του Ιουνίου του 2023 είχε μια ιστορική διάσταση. Η διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων είναι η δεύτερη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί στη Μεταπολίτευση, ενώ για πρώτη φορά από το 1981 κι έπειτα το πολιτικό μπλοκ της δεξιάς είναι πλειοψηφικό, ανατρέποντας μια σταθερά του εκλογικού συστήματος της χώρας.

Η συνθήκη αυτή δημιούργησε σε πολλούς και πολλές το αίσθημα της έκπληξης ή ακόμα περισσότερο την αίσθηση και την ανησυχία ότι έχει χάσει την «επαφή με την πραγματικότητα» ή με «την κοινωνία εκεί έξω». Έγιναν συζητήσεις για τις φούσκες των social media και για τους κοινωνικούς και πολιτικούς μικρόκοσμους μέσα στους οποίους ζούμε. Αυτή η συνθήκη δεν αφορούσε, όμως, μόνο μεμονωμένους πολίτες ή αναλυτές/αναλύτριες. Αφορούσε εν τέλει και έναν κομματικό φορέα. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε μπροστά σε μια βαθιά ήττα. Μια ήττα της στρατηγικής του και μια στρατηγική ήττα καθώς έφτασε στο σημείο να αμφισβητηθεί ο ρόλος του –ως αξιωματική αντιπολίτευση και εναλλακτική κυβερνητική επιλογή- στο κομματικό σύστημα.

Στην προσπάθεια κατανόησης του τι συνέβη, δημιουργήθηκαν δύο πόλοι: ήταν οι αιτίες επικοινωνιακές ή πολιτικές; Συνήθως, η απάντηση σε τέτοια διλήμματα είναι: και τα δυο.

Κατά κοινή ομολογία, παρουσιάστηκε μια έντονα αρνητική καμπάνια. Η συνολική επικοινωνιακή εκστρατεία έδειχνε να έχει προβλήματα στη στόχευση και στην ποιότητα της υλοποίησης, προβλήματα που έγιναν ακόμα πιο φανερά στη ψηφιακή σφαίρα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στο πολιτικό επίπεδο, το βασικό ζήτημα ήταν η ασάφεια. Παρατηρήθηκε απουσία ξεκάθαρης θέσης για σειρά ζητημάτων, ενίοτε διγλωσσία στελεχών και προσπάθεια συχνά να ικανοποιούνται ταυτόχρονα και οι δύο θέσεις γύρω από ένα θέμα (ενδεικτικά: φορολογία, μεταναστευτικό, φράχτης Έβρου, εξοπλιστικά προγράμματα). Μερίδα ψηφοφόρων δεν γνώριζε εν τέλει ποια είναι η θέση του κόμματος σε μια σειρά θεματικών ή πίστευε πως η θέση του κόμματος ήταν διαφορετική από αυτή που υποστήριζε επίσημα το κόμμα. Η ευθύνη για αυτό δεν βαραίνει ποτέ μόνο τον δέκτη του μηνύματος.

Πως αυτές οι δύο αιτίες συναντήθηκαν; Ο βασικός ρόλος των κομμάτων είναι η αντιπροσώπευση. Αυτό προϋποθέτει μια αμφίδρομη κίνηση ανατροφοδότησης μεταξύ κομματικής βάσης και κομματικής ηγεσίας. Η βάση για να επιτελέσει το σκοπό της πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική των κοινωνικών στρωμάτων που συγκροτούν τους ψηφοφόρους του κόμματος ή των κοινωνικών στρωμάτων που το κόμμα επιδιώκει να εκπροσωπεί και ταυτόχρονα ενεργή στα αντίστοιχα πεδία. Η οργανωτική δομή κι οι εσωτερικές διαδικασίες που υιοθετεί ένα κόμμα πρέπει να εξυπηρετούν αυτή τη διπλή λειτουργία επικοινωνίας και ανταπόκρισης που οδηγούν στη διαμόρφωση και επικαιροποίηση του πολιτικού λόγου. Η αποτυχία αυτού του συστήματος δεν μπόρεσε να αποτρέψει τις πολιτικές και επικοινωνιακές αστοχίες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αλλά, τι είναι αυτό που τις γέννησε; Υπάρχει κάτι βαθύτερο;

Το κόμμα λειτουργούσε σαν να βρισκόταν σε έναν διαφορετικό πολιτικό κύκλο από αυτόν που διανύουμε. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε καθοριστικά στο να κλείσει ο προηγούμενος κύκλος, με την τυπική έξοδο από τα μνημονιακά προγράμματα και τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά αυτό δεν το αναγνώρισε, δεν το αποδέχτηκε και δεν προσάρμοσε αντίστοιχα τον λόγο και τη δράση του. Εν τέλει, το κόμμα ως συλλογικός φορέας δεν μπορούσε να απαντήσει με σαφήνεια και πειστικότητα στο ερώτημα του πως αντιλαμβανόταν την ταυτότητά του σε μια νέα πολιτική περίοδο με την οποία δεν φαινόταν συγχρονισμένο.

Τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου τα κόμματα χάνουν για ποικίλους λόγους τη δυνατότητά τους να αντιπροσωπεύουν επαρκώς τους ψηφοφόρους. Ο Peter Mair, πραγματευόμενος –μεταξύ άλλων- αυτό το ζήτημα,1 προσέφυγε στη διάκριση των ψηφοφόρων που στοχεύουν στην εκλογή κυβέρνησης και αυτών που επιθυμούν να εκφράσουν τις προτιμήσεις τους μέσω των εκλογών. Σε μια συνθήκη πολυκομματικού συστήματος -και δη απλής αναλογικής- όπου ένα κόμμα έχει χάσει τη βούληση ή την ικανότητα να αντιπροσωπεύει ευρεία κοινωνικά στρώματα, τότε οι ψηφοφόροι είτε στρέφονται σε μια εργαλειακή ψήφο, είτε αναζητούν την εκπροσώπηση σε μικρότερα κόμματα που μοιάζουν ή είναι εναλλακτικά και εκτός του mainstream, είτε εν τέλει απέχουν. Η λεγόμενη «ήττα της απλής αναλογικής» δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από αυτό το πλαίσιο.

Η εκτίμηση για τα πιθανά αίτια συνδυάζεται με σκέψεις για τις πιθανές απαντήσεις σε αυτά. Μια λύση που προτείνεται είναι η «προσαρμογή στην πραγματικότητα». Η θέση αυτή βλέπει την «πραγματικότητα» ως κάτι ανεξάρτητο της πολιτικής δράσης, κάτι αντικειμενικό και καλεί για την υιοθέτηση μιας πραγματιστικής στάσης. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια πρόσκληση αποδοχής του υφιστάμενου ηγεμονικού σχηματισμού. Μια τέτοια λογική ήταν παρούσα και το προηγούμενο διάστημα, με πυρήνα την ιδέα του «υπεύθυνου κυβερνητικού κόμματος».2

Υπάρχει, όμως, και μια διαφορετική «προσαρμογή στην πραγματικότητα». Μια προσαρμογή που βασίζεται στην ανάγνωση της συγκυρίας και των αλλαγών που έχουν συμβεί και αποφασίζει να σχεδιάσει μια εναλλακτική πολιτική που να ανταποκρίνεται στα αιτήματα και τις προσδοκίες των ανθρώπων στον παρόντα πολιτικό χρόνο. Και αυτός είναι ο δρόμος για την οικοδόμηση της αντι-ηγεμονικής στρατηγικής.

Μια άλλη απάντηση συνδέεται με την κριτική του «δικαιωματισμού», δηλαδή του λόγου υπέρ των κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, της αντιεθνικιστικής στάσης, της έμφασης στο μέλλον του πλανήτη. Η κριτική αυτή βασίζεται σε μια υποτιθέμενη ιεραρχία προβλημάτων, σύμφωνα με την οποία αυτά τα ζητήματα δεν είναι στην πρώτη ομάδα προτεραιότητας κι ενίοτε αποξενώνουν μερίδα ψηφοφόρων. Η θέση αυτή δεν πρέπει να απαξιωθεί αλλά να απαντηθεί γιατί, ανεξαρτήτως κινήτρου, αγγίζει το ζήτημα της μετάλλαξης αριστερών κομμάτων σε κόμματα με αποκλειστική εστίαση στα μετα-υλιστικά ζητήματα. Η αποφυγή αυτού του δρόμου, όμως, δεν ταυτίζεται με υποχώρηση στο πεδίο των δικαιωμάτων, ιδίως σε μια περίοδο ανόδου της ακροδεξιάς και κανονικοποίησης του λόγου της. Η απάντηση είναι η οπτική που βλέπει τα διάφορα αιτήματα, τα ζητήματα του περιβάλλοντος και του κλίματος, του αυταρχισμού και των δημοκρατικών ελευθεριών, των μειονοτήτων και των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οικονομικά αιτήματα και τους ταξικούς αγώνες ως κρίκους μιας αλυσίδας.3

Η αριστερά στη χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ κλείνει έναν ιστορικό κύκλο και ανοίγει τη συζήτηση για την ανασυγκρότηση του ευρύτερου χώρου, με μια σειρά από ενδεχόμενα να είναι πιθανά. Το πρώτο βήμα είναι η απόρριψη της λογικής της αναγκαιότητας και των αυτόματων εξελίξεων. Καμία πολιτική εξέλιξη δε θα συμβεί αναγκαστικά ή αυτονόητα. Απαιτείται η πολιτική δράση και παρέμβαση.

  1. Peter Mair, 2009, Representative versus Responsible Government, MPIfG Working Paper No. 09/8, Max Planck Institute for the Study of Societies, Cologne.[]
  2. Την ίδια στιγμή που η αναξιοπιστιά είχε αναδειχθεί σε βασικό άξονα του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού, υποδεικνύοντας άλλη μια ασυγχρονία. Βλέπε Γεράσιμος Μοσχονάς, 14 Φεβρουαρίου 2022, Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα, Η Καθημερινή[]
  3. Αυτό που ο Ernesto Laclau έχει ονομάσει αλυσίδα ισοδυναμίας. Βλέπε Ernesto Laclau και Chantal Mouffe, 2021, Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική, Τρίκαλα: Εκδόσεις Επέκεινα.[]
Πολιτική Cookies