Όψεις: Shaking the Vote: Αναλύοντας το αποτέλεσμα του εκλογικού σεισμού

Κλείσιμο
ακροδεξία
Η ενίσχυση της ακροδεξιάς
11.09.2023

Οι ευθύνες για την επάνοδο της ακροδεξιάς και η ανάγκη αντιφασιστικής παρέμβασης

Ένα πρωινό του Ιουλίου βρέθηκα σε μια παραλία της Λακωνίας. Κάτσαμε σ΄ ένα ήσυχο καφέ, κοίμισα το έξι μηνών μωρό μου και το έβαλα στο καρότσι δίπλα μας. Όλα αυτά γκρεμίστηκαν συθέμελα μετά από λίγη ώρα, όταν εμφανίστηκε μια φασαριόζικη παρέα ανδρών μέσης ηλικίας. Απλώθηκαν στις παρακείμενες καρέκλες, στριμώχνοντας τις υπόλοιπες συντροφιές και συζητώντας αχρείαστα δυνατά – δεν είναι αυτό το βασικό αλλά η σημειολογία έχει τη δική της αξία, συχνά προοικονομεί και το περιεχόμενο και κυρίως δείχνει ποια υποκείμενα νιώθουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιβάλλονται στο δημόσιο χώρο με τη φωνή τους και το σώμα τους.

Αναγκαστικά, λοιπόν, ακούσαμε ένα μέρος των συνομιλιών τους, οι οποίες περιλάμβαναν τη ρητορική του «οργανωμένου σχεδίου ξένων συμφερόντων» που κρυβόταν πίσω από τις πυρκαγιές, όλο το αλφάβητο του υβρεολογίου κατά διαφόρων εθνοτήτων, κατά του Τσίπρα «για το ξεπούλημα της Μακεδονίας», νοσταλγία για τον Παπαδόπουλο, αδημονία για την αποφυλάκιση «του Ηλία», καγχάζοντας ότι «αμα τα πεις αυτά σε λένε φασίστα».

Μαζί τους βρίσκονταν κι ένα έφηβο αγόρι με βλέμμα καρφωμένο στο τραπέζι που δεν έβγαζε μιλιά, σα να νιώθει ετεροντροπή και να δυσφορεί βουβά. Όταν παρήγγειλαν μπύρες, το αγόρι ψέλλισε αρχικά ότι δε θέλει. Τον πρόγκηξαν με επαναλαμβανόμενα «έλα ρε/ τι είναι αυτά/ πιες τι θα πάθεις», τσούγκρισε άκεφα το δικό του ποτήρι και ήπιε χωρίς την παραμικρή υπόνοια ότι περνούσε ευχάριστα. Τα πράγματα που με σόκαραν σ’ αυτή τη μικρή ιστορία είναι αφενός ο υπόρρητος καταναγκασμός της μύησης στην τοξική αρρενωπότητα και αφετέρου το ότι βρέθηκα τόσο κοντά σ΄ένα τμήμα της ανθρωπογεωγραφίας του εκλογικού σώματος της ακροδεξιάς. Και τα δύο με σάρκα και οστά, συνδεδεμένα και συγχωνευμένα.

Η ενισχυμένη παρουσία της ακροδεξιάς στη Βουλή είναι το πιο μελανό σημείο από τα αποκαρδιωτικά αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών. Είναι δεδομένο πως εντός της ελληνικής κοινωνίας υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας ψηφοφόρων που είναι ιδεολογικά τοποθετημένος στην ακροδεξιά. Δεν είναι ούτε παρασυρμένος, ούτε αφελής. Αποτελεί νευρώνα της εξουσίας της και των συμφερόντων που υπερασπίζεται, βλέπει τον εαυτό του ως συνέχεια της πιο ζοφερής ιστορικής μνήμης, εκείνης του μεταξικού φασιστικού καθεστώτος, του δοσιλογισμού, του αντισημιτισμού, της χούντας των συνταγματαρχών. Δεν κατοικεί μόνο στα υπόγεια και στις σκιές, υπάρχει στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού, σε υψηλά αξιώματα, σε θέσεις ευθύνης. Κατά την άποψη μου δεν έχουμε να κάνουμε ή να πούμε και πολλά μαζί τους, πέρα από το να διατρανώσουμε την αδιαπραγμάτευτη εναντίωση μας στο δρόμο, στις γειτονιές, στους θεσμούς, στη βουλή, στα δικαστήρια και όπου αλλού χρειαστεί.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται εκεί. Το ζήτημα είναι γιατί σχεδόν ένας στους 10 (9,2%) ψηφοφόρους ηλικίας 17-34 ετών ψήφισε το κόμμα που υπαγόρευσε ένας καταδικασμένος ναζί εγκληματίας; Γιατί άτομα που μεγάλωσαν σ’ ένα κρισιακό σπιράλ και έχουν νωπή στη μνήμη τους την τραγικότητα της φασιστικής βίας, δεν εγκαλούνται από αυτήν; Γιατί στις λαϊκές περιφέρειες της Δυτικής Αττικής και της Β’ Πειραιώς οι Σπαρτιάτες είχαν μεγαλύτερα ποσοστά από το εθνικό τους ποσοστό; Γιατί αντιστοίχως στην υποβαθμισμένη Β’ Θεσσαλονίκης και τα τρία ακροδεξιά κόμματα πέτυχαν υψηλά ποσοστά; Γιατί δηλαδή στρώματα καταπιεσμένων που διαβιούν ασθμαίνοντας με κάθε είδους pass που μοιράζει η κυβέρνηση και συνθλίβονται από τη φτώχεια, δεν επιλέγουν να μετασχηματίσουν την οργή τους στο θετικό πρόταγμα της αναδιανομής και της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά τη διοχετεύουν σε μορφώματα που σφυρηλατούν τις πιο βλοσυρές όψεις της κυριαρχίας;

Δεν τις έχουμε αυτές τις απαντήσεις και θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στη διασταύρωση πολλών παραμέτρων και σ’ ένα πλαίσιο ιστορικοποίησης του φασιστικού φαινομένου. Στο βαρυσήμαντο βιβλίο του «Επιστροφή στη Ρενς» ο Ντιντιέ Εριμπόν, προσπαθεί μεταξύ άλλων να εξηγήσει πως η οικογένεια του, μια εργατική οικογένεια που ψήφιζε Κομμουνιστικό κόμμα Γαλλίας κατέληξε να ψηφίζει Εθνικό Μέτωπο, πως η μητέρα του, μια γυναίκα που είχε κάνει εκτρώσεις στη Γαλλία όταν ήταν παράνομες, ψήφισε ένα κόμμα που ευαγγελίζεται την εκ νέου απονομιμοποίηση των εκτρώσεων. «Αυτοί οι δύο τρόποι συγκρότησης του εαυτού ως πολιτικού υποκειμένου, εδράζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πρόσληψης και διαίρεσης του κοινωνικού κόσμου που μπορούν μάλιστα να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, σε διαφορετικές χρονικότητες ασφαλώς και σε διαφορετικούς τόπους, σε συνάρτηση με τις διαφορετικές δομές της καθημερινής ζωής στις οποίες μπορεί να είναι ενταγμένο: εξαρτάται αν υπερισχύει η έμπρακτη αλληλεγγύη στο εργοστάσιο ή ο ανταγωνισμός για τη διατήρηση μιας θέσης εργασίας, αν νιώθει ότι ανήκει σ’ ένα άτυπο δίκτυο γονέων που περιμένουν τα παιδιά τους στο σχολείο ή αν είναι απελπισμένο με τις δυσκολίες της ζωής στη γειτονιά».

Μ’ αυτή την έννοια, οι εκλογές είναι μια αποκρυστάλλωση διεργασιών στο κοινωνικό συμφραζόμενο που έχουν προηγηθεί. Πρέπει να αναρωτηθούμε αν στην τετραετία που πέρασε και η οποία είχε πολύ σκληρά χαρακτηριστικά με την υγειονομική κρίση, τον εγκλεισμό, το θάνατο, την ενεργειακή κρίση, τη στεγαστική κρίση, την ακρίβεια, υφάνθηκαν εκείνα τα κοινοτικά δίκτυα αλληλεγγύης που στην πράξη θα απάλυναν το βαρύ αίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης που βίωσαν χιλιάδες μη προνομιούχοι άνθρωποι. Με το χέρι στην καρδιά μάλλον όχι στη μαζική κλίμακα που απαιτούνταν. Κι αυτό ενέχει πάντα τον κίνδυνο οι άνθρωποι που μένουν μόνοι και περιφρονημένοι με ελάχιστα, να μη νιώσουν ότι λογοδοτούν σε καμία συλλογική ιδέα, σε κανένα κοινωνικό συμφέρον και να επανανοηματοδοτήσουν την ύπαρξη τους μέσα από την εχθρότητα απέναντι σ’ αυτούς και αυτές που δεν έχουν τίποτα, όπως είναι οι πρόσφυγες/ισσες ή οι Ρομά.

Εξάλλου, ο κόσμος των καταπιεσμένων είναι γαλουχημένος στα αλληλοτροφοδοτούμενα συστήματα της πατριαρχίας, του καπιταλισμού, του εθνοφυλετισμού, της ετεροκανονικότητας, δηλαδή λανθάνουν ανακλαστικά ρατσισμού, σεξισμού, ομοτρανσφοβίας, αντιτσιγγανισμού εν είδει ανεπεξέργαστου αυτοματισμού, τα οποία σε συγκεκριμένες συνθήκες, με την επενέργεια του οργανωμένου ακροδεξιού λόγου ενδέχεται να μετεξελιχθούν σε ηγεμονικό τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας.

Το έδαφος για να υλοποιήσει η ακροδεξιά τη δηλητηριώδη στρατηγική της το έστρωσε η ίδια η εξουσία.

Για να απορροφηθούν οι κοινωνικοί κραδασμοί από την όξυνση των ταξικών ανισοτήτων, από την κατακρήμνιση του εναπομείναντος κοινωνικού κράτους, από τη διάλυση του συστήματος δημόσιας υγείας, από τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, κατασκευάστηκε η απειλή των Άλλων και αναγορεύτηκαν ως «εσωτερικοί εχθροί» όσοι και όσες δεν ενστερνίστηκαν τη φοβική ατζέντα τους, επιχειρήθηκε μια αντιδραστική αναδίπλωση στο τρίπτυχο «πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια» ως ψευδές παυσίλυπο στην αγριότητα της βιωμένης εμπειρίας. Πεδίο δόξης λαμπρό για την ακροδεξιά. Πούλησε συνομωσιολογία, ανορθολογισμό, πολεμοχαρή εθνικοφροσύνη, ματσίλα και παραδοσιακότητα, υποδαυλίζοντας τα πιο ταπεινά ένστικτα των ανθρώπων, ανακατευθύνοντας το θυμό τους όχι προς τα πάνω αλλά προς τα κάτω, γυρίζοντας τους προς την σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού τους. Έχει ευθύνη η κεντρική διοίκηση, σιγόνταρε την άνοδο της ακροδεξιάς γιατί στην πραγματικότητα την αναγνωρίζει, παρότι δεν το ομολογεί, ως βραχίονα της. Εξού και αγόγγυστα αναβαπτίζει τα στελέχη της με κυβερνητικούς θώκους και ασπάζεται την επιχειρηματολογία της. Δεν είναι λόγοι ανικανότητας ή αγνωμοσύνης αυτοί που επέτρεψαν στην ακροδεξιά να επανέλθει όχι μόνο στη Βουλή αλλά και στο δρόμο. Υπογραμμίζουν την εκλεκτική συγγένεια.

Διανύουμε ένα παρατεταμένο διάστημα ακηδίας, με πολλή καταστροφή, θάνατο και οδύνη. Και στο βάλτο τα θηρία ενδημούν πιο εύκολα. Δεν είναι νομοτελειακό ότι θα αντιστραφεί η κατάσταση και μάλιστα σε μια ελπιδοφόρα μεριά. Πρέπει να το σκάψουμε με τα χέρια μας για να συμβεί. Η κοινωνία δεν είναι άκαμπτη.

Πάλλεται. Μεταμορφώνεται.

Χρειάζεται ένα άλλο κοινωνικό υπόδειγμα που θα συλλογικοποιεί τη δυσαρέσκεια, θα λειτουργεί σπλαχνικά και αλληλέγγυα στις απογοητεύσεις της καθημερινής ζωής, θα κάνει εφικτό το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ένα σημαντικό εργαλείο για μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική, αντλημένο από τον φεμινισμό, είναι η διαθεματικότητα, μια οπτική δηλαδή που στην ανάλυσή της και την πρότασή της θα έχει την επίγνωση του συνόλου των συστημικών καταπιέσεων ως αλληλένδετων και όχι με βαθμίδες ιεράρχησης. Γιατί υποφέρουμε ως ταξικά, έμφυλα, φυλετικοποιημένα υποκείμενα και ως τέτοια μπορούμε να αντισταθούμε και να γίνουμε υποκείμενα της ιστορίας. Αυτό σημαίνει παρέμβαση ταξική, αντιφασιστική, αντισεξιστική, αντιομοφοβική και αντιρατσιστική μαζί, με μια καινούργια αισθητική λόγου. Έτσι όπως το συνοψίζει ο Κεν Λόουτς «Αγωνιζόμαστε για να βρούμε έναν ριζοσπαστικό και προοδευτικό τρόπο να ζήσουμε μαζί».

Πολιτική Cookies