Όψεις: Shaking the Vote: Αναλύοντας το αποτέλεσμα του εκλογικού σεισμού

Κλείσιμο
Προς μια μετεκλογική αυταρχική πλουτοκρατία;
Γενική αποτίμηση των αποτελεσμάτων
11.09.2023

Προς μια μετεκλογική αυταρχική πλουτοκρατία;

Θα σπαταλήσω όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο για να περιγράψω τον τρόπο με τον οποίο βλέπω το γενικό πολιτικό πλαίσιο το οποίο προέκυψε μετά τις εκλογές της 25ης Ιουνίου.

Επιγραμματικά, πρόκειται για μια πρωτοφανή στα μεταπολιτευτικά χρονικά επιτυχία του μπλοκ της δεξιάς σε όλες του τις εκδοχές, στο φόντο της ταυτόχρονης κατάρρευσης, με τη μοναχική εξαίρεση του ΚΚΕ, όλων των εκδοχών αριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας. Το εκλογικό αποτέλεσμα θέτει τις προϋποθέσεις μεσοπρόθεσμης κυριαρχίας του κυβερνητικού κέντρου, στο μέτρο που αυτό καταφέρνει να ηγείται αποτελεσματικά μιας ευρείας πολιτικής, κοινωνικής και ιδεολογικής συμμαχίας. Όπως δείχνουν οι εμπειρικές έρευνες, η εν λόγω συμμαχία περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο των αρχουσών τάξεων και των ηγετικών τους μερίδων, την πλειοψηφία των ανώτερων και μεσαίων μικροαστικών στρωμάτων και του αγροτικού πληθυσμού, τη σχετική πλειοψηφία της δημοσιοϋπαλληλίας αλλά και, όπως φαίνεται, υπολογίσιμα τμήματα των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων.

Το κυβερνητικό κέντρο έχει ήδη εκδηλώσει ανοιχτά τις προθέσεις του να εντατικοποιήσει την υλοποίηση της πολιτικής γραμμής που ακολουθήθηκε την προηγούμενη τετραετία, ενώ θα δέχεται πλέον και συστηματική πίεση από τα δεξιά του που θα το ωθεί να κινηθεί σε πιο αυταρχική κατεύθυνση. Για όποιον/α αντιτίθεται στις επιλογές της κυβέρνησης και του κυρίαρχου μπλοκ, μόνη ορθολογική επιλογή, κατά τη γνώμη μου, είναι η συγκρότηση μιας όσο το δυνατόν πιο ευρείας αντισυμμαχίας, καταρχήν στο κοινωνικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, με ταυτόχρονο άνοιγμα μιας δημόσιας συζήτησης με αντικείμενο τη διαμόρφωση αξιόπιστων προγραμματικών εναλλακτικών λύσεων.

Θεωρώντας τα παραπάνω δεδομένα, θέλω στο εξής να αναδείξω τέσσερις άξονες ζητημάτων που, νομίζω, δεν έχουν τύχει αρκετής επεξεργασίας στο διάλογο που σχετίζεται με την ανασυγκρότηση της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Και οι τέσσερις αναφέρονται σε βαθύτερες αιτιακές διεργασίες που έχουν δομικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να αναχθούν σε εφήμερους παράγοντες. Ωστόσο, είναι κρίσιμοι γιατί διαμορφώνουν το συνολικότερο υπόστρωμα που γεννά αλλά και περιορίζει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές στρατηγικές, ανεξάρτητα από το αν τοποθετούνται στο δεξιό ή στο αριστερό τμήμα του πολιτικού φάσματος.

Ο πρώτος και σημαντικότερος άξονας συνίσταται στην παγίωση των τάσεων δημογραφικής συρρίκνωσης του ελληνικού έθνους-κράτους. Η συρρίκνωση αυτή λαμβάνει χώρα στο φόντο μεσοπρόθεσμων προβλέψεων που, βασιζόμενες στο εξαιρετικά πιθανό σενάριο κατά το οποίο δεν θα υπάρξει ανάσχεση των υπαρχουσών τάσεων, προαναγγέλλουν συνθήκες δημογραφικής κατάρρευσης μέχρι το 2050. Οι δημογραφικοί παράγοντες ενδέχεται να εξηγούν σε σημαντικό βαθμό – αν και όχι αυτοτελώς, δηλαδή χωρίς διαμεσολάβηση από άλλους αιτιακούς παράγοντες, όπως η ταξική δομή και η δομή του κράτους – κρίσιμες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της περιόδου 2010-2023.

Υπό μορφή υποθέσεων εργασίας, που θα έπρεπε να διερευνηθούν εμπειρικά με συστηματικό τρόπο, αναφέρω εδώ, μεταξύ άλλων: (α) τη γήρανση του πληθυσμού ως εξήγηση μιας δομικότερης πολιτικής στροφής προς τα δεξιά, (β) τη μαζική φυγή σημαντικού μέρους των νεώτερων μεσοστρωμάτων, τα οποία κατέχουν μεν πολιτισμικό αλλά όχι και οικονομικό κεφάλαιο, και τμήμα των οποίων θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα αντίπαλο δέος στις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές ελίτ και (γ) την απουσία κοινωνικού και πολιτιστικού δυναμισμού, στην οποία αντιστοιχεί η σχετική αποψίλωση του δημογραφικού προφίλ της χώρας από άτομα που ανήκουν στις ηλικίες 20-40.

Ο δεύτερος άξονας αναφέρεται στη σταδιακή μετατροπή του πολιτεύματος σε μια μορφή αυταρχικής πλουτοκρατίας μέσω της βαθμιαίας – αλλά πλέον επιταχυνόμενης – αναίρεσης του μεταπολιτευτικού δημοκρατικού συμβιβασμού, ο οποίος βασιζόταν στην ενσωμάτωση, εντός του μπλοκ εξουσίας, όψεων των συμφερόντων ευρύτερων κυριαρχούμενων στρωμάτων.

Ο όρος «πλουτοκρατία» υποδηλώνει εδώ ένα πολιτικό καθεστώς στο οποίο υπερεκπροσωπούνται τα συμφέροντα και οι προτιμήσεις των οικονομικά κυρίαρχων στρωμάτων, ενώ τείνει να παύει οριστικά η εκπροσώπηση συμφερόντων των υποτελών τάξεων, τουλάχιστον όταν αυτές έχουν προτιμήσεις που δεν συνάδουν με αυτές των κυρίαρχων οικονομικά στρωμάτων.

Ο βασικός μηχανισμός αυτής της μετατροπής είναι η πολιτική και ιδεολογική ενοποίηση των επιχειρηματικών ομίλων ή ακόμη και η σύμφυση των ηγεμονικών τους μερίδων με το κυβερνητικό κέντρο, μέσω της υιοθέτησης κρατικών πολιτικών που αυξάνουν σημαντικά την κερδοφορία του κεφαλαίου, ενώ παράλληλα οξύνουν την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας και παράγουν αυξανόμενες εισοδηματικές και περιουσιακές ανισότητες.

Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι, πέραν της συζήτησης για την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος που άνοιξε μετά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, η πλουτοκρατική μεταμόρφωση του πολιτεύματος είναι δυνατή και χωρίς την τυπική μετατροπή των θεσμικών δομών. Κλασικό παράδειγμα μιας τέτοιας, τύποις δημοκρατικής, πλουτοκρατίας είναι σήμερα οι ΗΠΑ. Όψεις μιας παρόμοιας μετατροπής στα καθ’ημάς αποτελούν, μεταξύ άλλων, η συγκέντρωση κρατικής και νομικής εξουσίας σε ένα στενό κύκλο προσώπων που συνδέονται απευθείας με ηγεμονικά επιχειρηματικά συμφέροντα, στη σύγκρουση συμφερόντων των οποίων λειτουργούν είτε ως διαμεσολαβητές είτε ως επιδιαιτητές, ή η καθετοποίηση και ο έλεγχος της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ από επιχειρηματίες, διαδικασία που αυξάνει την ιδεολογική ισχύ του κυρίαρχου μπλοκ παρέχοντάς του τη δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας ατζέντας.

Ο τρίτος άξονας αφορά στη σχετική απομείωση της δυνατότητας του κράτους να υλοποιεί αποτελεσματικά πολιτικές, ιδίως – αλλά όχι μόνο, όπως έδειξε το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα κατάρρευσης του σκληρού πυρήνα των κρατικών μηχανισμών με τις πυρκαγιές στο στρατόπεδο της Νέας Αγχιάλου – στο πεδίο της εν ευρεία εννοία κοινωνικής πολιτικής. Χωρίς να χρειαστεί να επιμείνουμε στις γνωστές ιδιαιτερότητες της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, αρκεί εδώ να επισημάνουμε ότι η δημοσιονομική συμπίεση της περιόδου 2010-2019 υπό το καθεστώς των μνημονίων μετάλλαξε δραστικά τις ικανότητες του εν λόγω κράτους επί τα χείρω. Στον μεσοπρόθεσμο παράγοντα της δημοσιονομικής συμπίεσης πρέπει να προσθέσουμε τις όψεις εδραίωσης μιας πλουτοκρατικής διαχείρισης, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε.

Οι όψεις αυτές αναδιατάσσουν τις κρατικές προτεραιότητες και μετατρέπουν ένα τεράστιο πλέγμα κρατικής ύλης πρωτίστως σε επιδιαιτησία μεταξύ επιχειρηματικών ομίλων, επάγοντας αποτελέσματα ακόμη και σε θεωρητικά στεγανοποιημένες λειτουργίες, όπως η δικαστική.

Ο τέταρτος και τελευταίος άξονας αναφέρεται στο γεωπολιτικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Όπως έδειξε η στάση των βασικών πολιτικών δυνάμεων στην ουκρανική κρίση, η στρατηγική που έχει πλέον ηγεμονεύσει είναι αυτή της στενής πρόσδεσης στον ευρωατλαντικό άξονα και τους συμμάχους του στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, με τα συμφέροντα των οποίων θεωρείται ότι ταυτίζονται άνευ ετέρου και οι εθνικοκρατικές επιδιώξεις της Ελλάδας.

Το ζήτημα είναι ασφαλώς τεράστιο, αλλά αξίζει να αναρωτηθούμε, πέραν κάθε ηθικιστικής εκτίμησης που τείνει να θολώνει την πολιτική κρίση, πρώτον, αν μια τέτοια τοποθέτηση είναι ρεαλιστική δεδομένων των τεκτονικών μεταβολών που πραγματοποιούνται σε παγκόσμια κλίμακα και, δεύτερον, αν είναι ορθή ακόμη και από τη στενότερη, και ουδόλως οικουμενική, οπτική γωνία των συμφερόντων του ελληνικού έθνους-κράτους.

Πολιτική Cookies