Όψεις: Shaking the Vote: Αναλύοντας το αποτέλεσμα του εκλογικού σεισμού

Κλείσιμο
Το Κέντρο της Αριστερά ς

Οι εθνικές εκλογές του 2023 στιγματίστηκαν από την μάχη για την κατάκτηση του πολιτικού και ιδεολογικού κέντρου. Η ενσωμάτωση πρώην στελεχών του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ στη Νέα Δημοκρατία, η αγωνιώδης προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιαστεί στους ψηφοφόρους ως ένα διασταλτικό κόμμα εναρμονισμένο με τις πολιτικές αρχές και φιλοδοξίες της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας και η απέλπιδα προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να αναβιώσει την δυναμική του λεγόμενου “προοδευτικού κέντρου” κατέστησαν το πολιτικό και ιδεολογικό κέντρο συνώνυμο της εκλογικής επιτυχίας και κατ’ επέκταση της αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Παρά την άνευ προηγουμένου συζήτηση για την σημαντικότητα του κέντρου στην μεταμνημονιακή Ελλάδα, η απουσία ενός ιστορικού και ιδεολογικού πλαισίου αναπόφευκτα δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί έντονους προβληματισμούς σχετικά με τον ορισμό και την κοινοβουλευτική ερμηνεία του κέντρου και πιο συγκεκριμένα της κεντροαριστεράς.

Από την τοπογραφία του πρώτου γαλλικού Κοινοβουλίου μέχρι και την πιο πρόσφατη του ελληνικού, παρατηρούμε ότι το κέντρο ως έννοια εμπεριέχει τις αξίες και τακτικές του συμβιβασμού, της ουδετερότητας και της αποτελεσματικότητας. Τι σημαίνει να είσαι Γιρονδίνος στην Ευρώπη του 2023; Πολιτικοί σαν τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Όλαφ Σολτς αποδεικνύουν ότι οι κεντρώες κυβερνήσεις και η ευρωπαϊκή πολιτική κανονικότητα είναι συνυφασμένες με την αποδοχή και προώθηση της ελεύθερης αγοράς, την ποινικοποίηση της μετανάστευσης και την στρατικοποίηση των διεθνών σχέσεων.

Πώς έχει ανταποκριθεί και πως μπορεί να ανταποκριθεί η σύγχρονη αριστερά σε αυτή την κανονικότητα; Είναι αναγκαίο για τα αριστερά κόμματα με κοινοβουλευτικές φιλοδοξίες να αποδεχθούν την ιδεολογική ηγεμονία του κέντρου;

Προτού διερευνήσουμε τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους η αριστερά μπορεί να αναπτύξει ένα δημιουργικό διάλογο με το κέντρο, πρέπει να επικεντρωθούμε στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική εκδήλωση του κέντρου στο Κοινοβούλιο και την δημόσια διοίκηση.

H απόρριψη των όρων δεξιά και αριστερά έχει την δυνατότητα να αυξήσει την διεισδυτικότητα των κομμάτων στο ευρύ εκλογικό σώμα και να δημιουργήσει έναν μετριοπαθή κεντρώο χώρο πλαισιωμένο από τεχνοκράτες απεγκλωβισμένους από ιδεολογικές προκαταλήψεις και στενά κομματικά πλαίσια. Ωστόσο, η πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης και των πολιτικών λιτότητας που ακολούθησαν μας δίδαξαν ότι η τεχνοκρατία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν είναι μόνο εύθραυστη, αλλά και κοινωνικά ανεπαρκής. Ο τεχνολαϊκισμός προέκυψε ως ένα έμμεσο εργαλείο στην διάθεση των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων για την ευθυγράμμιση της ελεύθερης αγοράς με την ανερχόμενες εθνικιστικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές.

Κατ’ αρχήν, ένας τέτοιος συνδυασμός είναι προβληματικός επειδή η τεχνοκρατία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εξουσία των ειδικών, η οποία δικαιολογείται από τις ανώτερες γνώσεις τους και την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που πρέπει να λύσουν. Στον αντίποδα, ο λαϊκισμός αντιτίθεται στην τεχνοκρατική προσέγγιση διακυβέρνησης λόγω της αδιαφορίας ή ανικανότητας των απανταχού τεχνοκρατών να αφουγκραστούν τις λαϊκές αγωνίες και ανάγκες. Ωστόσο, θα ήταν αφελές να περιορίσουμε την κατανόηση μας για τον τεχνολαϊκισμό σε ένα απλό συνδυασμό τεχνοκρατίας και λαϊκισμού.

Η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και η καθολική αποδοχή των μεταρρυθμίσεων του ESM (European Stability Mechanism) και Next Generation EU (NGEU) σε συνδυασμό με την αντιμεταναστευτική πολιτική, εμφανής στην ανέγερση του φράχτη του Έβρου και το μιντιακό θέαμα της αγοράς των μαχητικών τζετ Rafale, μας επιτρέπουν να εξετάσουμε τον μετασχηματισμό του ελληνικού κέντρου από ένα διαφορετικό διανοητικό και αναλυτικό πρίσμα.

Το κέντρο αποτελεί τον απόλυτο τοπογραφικό προσδιορισμό πολιτικής ηγεμονίας και κανονικότητας. Επί πλέον, το κέντρο, όπως έχει διαμορφωθεί και προσδιοριστεί από το κυβερνητικό μοντέλο του τεχνολαϊκισμού, δεν διέπεται από τις ζυμώσεις αριστερών και δεξιών τάσεων, αλλά από την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρξει εναλλακτική οικονομική και πολιτική κατεύθυνση. Όπως μας ενημερώνουν ο ιστορικοί Πιερ Σερνά και Ταρίκ Αλί, η έλλειψη, ή πιο συγκεκριμένα η απαγόρευση εναλλακτικών θέσεων, εγκαθιδρύει μια ακραία πολιτική πρόταση, το λεγόμενο ακραίο κέντρο.

Οι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων στα κοινοβούλια της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ελλάδας και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υποδεικνύουν ότι η τοποθέτηση πολιτικών, κομμάτων και κοινοβουλευτικών ομάδων στο κέντρο δεν βασίζεται σε πολιτική πεποίθηση, αλλά σε οπορτουνισμό. Όταν οξύνεται η οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση τα κεντροαριστερά και κεντροδεξιά κόμματα προσδίδουν ένα καθησυχαστικό και παράλληλα ριζοσπαστικό χαρακτήρα στην έννοια του κέντρου.

Πώς μπορεί η αριστερά να ανταποκριθεί στην ηγεμονία του ακραίου κέντρου; Σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνθήκες, μπορούμε να διακρίνουμε και να προκρίνουμε δύο διαφορετικές δυνατότητες πολιτικής προσέγγισης και ιδεολογικού προσανατολισμού. Η πρώτη δυνατότητα συνεπάγεται στην καθολική (και επίσημη) μεταμόρφωση ενός νέου αριστερού κόμματος σε ένα κύριο κεντροαριστερό, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, στα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένα τέτοιο κόμμα θα τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης από τα ΜΜΕ και από το εθνικό και παγκόσμιο κεφάλαιο.

Ωστόσο, η εκλογική κατάρρευση του σοσιαλιστικού κόμματος στην Γαλλία, του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα και η αδυναμία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ισπανία και την Γερμανία να προσφέρουν ουσιαστική αλλαγή από θέση εξουσίας υποδηλώνει το ιδεολογικό αδιέξοδο της σοσιαλδημοκρατίας, την αδυναμία της να απομυθοποιήσει την ακροδεξιά ρητορική και να ασκήσει μια εποικοδομητική κριτική στις λειτουργίες και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η δεύτερη δυνατότητα που παρουσιάζεται στα νέα αριστερά κόμματα με κυβερνητικές φιλοδοξίες, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, καθιστά αναγκαία την ρήξη με το δόγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιο συγκεκριμένα με την μόνιμη λιτότητα, την στρατικοποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και την ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας παράλληλα με την δυναμική παρουσία του κόμματος στην τοπική αυτοδιοίκηση, στα εργατικά συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα.

Εν ευθέτω χρόνω, ένα νέο αριστερό κόμμα μέσα από την παρουσία του στους προαναφερόμενους χώρους θα μπορέσει να επαναπροσδιορίσει το νόημα της αριστεράς και να σχηματίσει ένα κυβερνητικό πρόγραμμα που έχει ως αφετηρία και τελικό προορισμό τις κοινωνικές ανάγκες και απαιτήσεις.

Πολιτική Cookies