Όψεις: Shaking the Vote: Αναλύοντας το αποτέλεσμα του εκλογικού σεισμού

Κλείσιμο
Η κανονικότητα ως ιδεολογία
Γενική αποτίμηση των αποτελεσμάτων
11.09.2023

Η κανονικότητα ως ιδεολογία: Τι απειλεί την κυριαρχία του Κ. Μητσοτάκη στο κέντρο

Η κυβέρνηση έκανε τη χειρότερη δυνατή αρχή. Σε μια συνθήκη πολιτικής παντοδυναμίας λόγω της ανυπαρξίας στέρεης αντιπολίτευσης, εκτίθεται διαρκώς για αναποτελεσματικότητα με φόντο είτε τις καταστροφικές πυρκαγιές και πλημμύρες είτε τη δολοφονική προέλαση των ναζί χούλιγκαν της Κροατίας.

Η πρώτη απογοήτευση για πολλούς υποστηρικτές του Κ. Μητσοτάκη μετά τις εκλογές ήταν η συγκρότηση ενός τεράστιου κυβερνητικού σχήματος που τρομάζει με το μέγεθος του χωρίς να εγγυάται αποδοτικότητα. Σύντομα φάνηκε στην πράξη ότι η δεύτερη τετραετία της ΝΔ στην εξουσία, στο ξεκίνημα της τουλάχιστον, δεν δείχνει ωρίμανση αλλά εκφυλισμό.

Προηγήθηκε ένας εκλογικός θρίαμβος. Όχι τόσο χάρη σε αυτή καθαυτή τη δύναμη του κυβερνώντος κόμματος που κέρδισε με 40,55% και 2.111.630 ψήφους, λιγότερες δηλαδή από αυτές που είχε πάρει το 2019 (2.251.411). Η νίκη ήταν εντυπωσιακή κυρίως λόγω της συντριβής του ΣΥΡΙΖΑ που έπεσε στο 17% παύοντας να αποτελεί ανταγωνιστικό κόμμα στη διεκδίκηση της ευθύνης για τη διακυβέρνηση. Έτσι, η ΝΔ έγινε απόλυτος κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό, χωρίς αντίπαλο, αφού μάλιστα ούτε μια υποθετική προοδευτική συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ δεν θα μπορούσε να την απειλήσει.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, το εκκρεμές πήγε προς τα δεξιά με τη ΝΔ και τα κόμματα στα δεξιά της να ξεπερνούν αθροιστικά το 55%, σπάζοντας την παράδοση της κεντροαριστερής-αριστερής υπεροχής. Αλλά αυτή είναι μια μάλλον επιπόλαιη ανάγνωση δεδομένου ότι η Πλεύση Ελευθερίας μπήκε στη Βουλή με το σύνθημα “ούτε δεξιά ούτε αριστερά, μπροστά”, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης κυριάρχησε στο κέντρο εξισορροπώντας τις διαρροές προς τα δεξιά με εισροές από αριστερά της ΝΔ.

Σύμφωνα με την ανάλυση του exit poll, η ΝΔ (πέρα από την κεντροδεξιά και τη δεξιά) κατέλαβε την πρώτη θέση και στις προτιμήσεις των κεντρώων. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ κυριάρχησε στην αριστερά και στην κεντροαριστερά ενώ αναδείχθηκε τρίτο κόμμα στους κεντρώους.

Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ κατέγραψε αξιόλογα ποσοστά στους κεντρώους και τους κεντροαριστερούς, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση και στις δύο ομάδες πολιτών (μετά τη ΝΔ στους κεντρώους και μετά τον ΣΥΡΙΖΑ στους κεντροαριστερούς).

Είναι σταθερή η θέση των πολιτικών επιστημόνων ότι οι εκλογές κερδίζονται στο κέντρο και ότι γίνεται πρωθυπουργός όποιος γοητεύσει τους μετακινούμενους ψηφοφόρους αυτού του χώρου.

Ο Κ. Μητσοτάκης το πίστεψε και εργάστηκε συστηματικά, από τότε που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, για να πετύχει διείσδυση στο κέντρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Μέγαρο Μαξίμου είναι περισσότεροι όσοι προέρχονται από το κέντρο παρά από τη δεξιά και ότι ο Κυρ. Πιερρακάκης που προοριζόταν τον καιρό των “58” για επικεφαλής ενός συμμαχικού σχήματος της κεντροαριστεράς είναι ένας από τους δημοφιλέστερους υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ.

Άλλωστε, στο λεγόμενο ακραίο κέντρο που χαρακτηρίζεται από αντιΣΥΡΙΖΑ φανατισμό ανήκουν οι πιο παθιασμένοι υποστηρικτές του Κ. Μητσοτάκη.

Η απώλεια του διαχειριστικού πλεονεκτήματος προφανώς περιορίζει την επιρροή του πρωθυπουργού στο κέντρο, χωρίς όμως -για την ώρα- να απειλείται από άλλη πολιτική δύναμη.

Τον βοηθά ιδιαίτερα η διαρκής αμφιθυμία του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την υπόσταση του ως ριζοσπαστικό κόμμα διαμαρτυρίας ή ως κόμμα εξουσίας της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Και βέβαια η τάση της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε έναν κλειστό τρόπο λειτουργίας με προτεραιότητα τη διατήρηση του κομματικού ελέγχου.
Όπως έχουν τώρα τα πράγματα, τίποτα δεν δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θα συνεννοηθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ για να ενώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στη ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη. Αντίθετα, ο ανταγωνισμός των δύο κομμάτων φαίνεται μη αναστρέψιμος και αναμένεται να κορυφωθεί στις ευρωεκλογές του προσεχούς Ιουνίου. Ανάλογα με το αποτέλεσμα, είναι πιθανό να προκύψουν εσωκομματικές εντάσεις, ακόμη και αμφισβήτηση ηγεσίας, τόσο στην αξιωματική αντιπολίτευση όσο και στο κόμμα του Ν. Ανδρουλάκη.

Γι αυτό και κυκλοφορεί ήδη το σενάριο ότι μετά τις ευρωεκλογές και ανάλογα με το αποτέλεσμα, μπορεί να επιστρέψει στο προσκήνιο ο Αλέξης Τσίπρας για να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα που θα εκφράσει με προοπτική επιτυχίας τη “δημοκρατική παράταξη”.

Τέτοιου είδους υποθέσεις εργασίας ενδιαφέρουν κυρίως τους επαγγελματίες της πολιτικής ανάλυσης και λιγότερο τους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί χωρίς να βρίσκουν ικανοποιητική πολιτική έκφραση από κάποιο κόμμα.

Ο Κ. Μητσοτάκης δείχνει αποφασισμένος να επιμείνει στην προσπάθεια κατάκτησης του κέντρου σχεδιάζοντας πχ πρωτοβουλία για τον πολιτικό γάμο και την τεκνοθεσία των ομόφυλων ζευγαριών.

Αρκούν τέτοιου είδους προοδευτικές πολιτικές για να διατηρήσει στο μέλλον την κυριαρχία του στο κέντρο; Η απάντηση δεν είναι εύκολη δεδομένου ότι η μέχρι τώρα απήχηση του σ αυτόν τον χώρο δεν οφείλεται τόσο σε μεταρρυθμίσεις όσο στην επίκληση της κανονικότητας.

Σε μια χώρα που πέρασε μια δεκαετία στα μνημόνια και βίωσε τους κραδασμούς από τη βίαιη πτώση του βιοτικού επιπέδου των περισσότερων, η ανάγκη για σταθερότητα και προβλεψιμότητα απέκτησε ισχυρά χαρακτηριστικά, ειδικά μετά την κυβερνητική παρένθεση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που συνδέθηκε με μεγάλη αναστάτωση και διακινδύνευση ιστορικών βεβαιοτήτων συνδεδεμένων με την εθνική υπόσταση.

Ο Κ. Μητσοτάκης έπεισε τη μεσαία τάξη που αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά του κέντρου ότι μπορεί να εγγυηθεί μια μεταμνημονιακή κατάσταση ηρεμίας, χαμηλών προσδοκιών έστω, που θα επιτρέψει την πρόοδο και την ευημερία. Λειτούργησε δηλαδή σαν προστάτης και εγγυητής της ασφάλειας απέναντι στον διάχυτο φόβο για την περιδίνηση στον κύκλο της ρευστότητας και της αβεβαιότητας.

Αυτή η αφήγηση δεν είναι ακριβώς ιδεολογική. Είναι πιο πολύ ένα ψυχοκοινωνικο-πολιτισμικό διάβημα που συνδέεται με πεποιθήσεις αλλά περισσότερο με εσωτερικές ανάγκες και διεργασίες στο συλλογικό ασυνείδητο.
Το γεγονός ότι στο έναρξη της δεύτερης θητείας της η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει τόσο μεγάλη αναποτελεσματικότητα στη διαχείριση κρίσεων θέτει σε κίνδυνο τη σχέση της με το κέντρο και σίγουρα ευνοεί την αντπιπολιτική, δηλαδή τα άκρα.

Σε ολόκληρη την ΕΕ, ο αντισυστημισμός-αντιευρωπαισμός ενισχύεται και η συνθηματολογία για τη διατήρηση των ταυτοτήτων κερδίζει έδαφος, λόγω της όξυνσης των ανισοτήτων και της επιρροής των αγορών στην πολιτική.
Η διαχωριστική γραμμή δεξιάς-αριστεράς ξεθωριάζει μπροστά στη διχοτόμηση που ορίζεται από την αντίστιξη του ορθολογισμού και του εθνολαϊκισμού με την κλιματική αλλαγή να επιβάλλει νέες κοσμοθεωρητικές αναγνώσεις.

Η πολυπλοκότητα και η μεταβατικότητα της ιστορικής συγκυρίας επέτρεψε στον Κ. Μητσοτάκη να εμφανιστεί ως αναμφισβήτητος ηγέτης του κέντρου σε μια χώρα που τυπικά ανήκει στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ και ουσιαστικά πάσχει από βαλκανικές καθηλώσεις.

Αν δεξιά είναι η Μελόνι για τις Βρυξέλλες, ο Μητσοτάκης είναι κεντρώος όσο και ο Μακρόν. Αλλά όταν η χώρα καίγεται και πνίγεται με τον τρόπο που συνέβη φέτος το καλοκαίρι, η επίκληση της κλιματικής αλλαγής δεν αρκεί για τη διάσωση της ηγετικής εικόνας του πρωθυπουργού.

Με άλλα λόγια, αν ο Κ. Μητσοτάκης πάψει να πείθει ως εκφραστής-εγγυητής της κανονικότητας, θα χάσει το πλεονέκτημα του στο χώρο του κέντρου είτε υπάρχει είτε όχι αξιόπιστος ανταγωνιστής. Γιατί, τελικά, θα χαθεί το ίδιο το κέντρο καταλήγοντας δραματικά μειοψηφικό, δηλαδή πολιτικά ασήμαντο.

Πολιτική Cookies