Gen Z | Voice On

Κλείσιμο

Η Gen Z στην οδό Σίνα μπορεί να κάνει ακόμη και τη Νομική να μοιάζει συμπαθητική

Ό,τι κι αν σκέφτομαι να γράψω σε ένα κείμενο με θέμα τη Gen Z, νιώθω ότι κυρίως φλερτάρω με το cringe. / Με καθησυχάζει η συνέντευξη της Ruth Milkman, εκεί λέει «ο Mannheim ορίζει τις γενιές με βάση τις ιδιαιτερότητες των βιωμένων εμπειριών τους και των τρόπων σκέψης που αυτές οι εμπειρίες παράγουν.(..) Από τη σκοπιά του Mannheim, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι Millennials και οι Gen Zers αποτελούν μια ενιαία γενιά, αφού διαμορφώθηκαν από τόσες πολλές κοινές εμπειρίες.» / Ύστερα σκέφτομαι ότι κάθε φορά που σκέφτομαι κάνω ένα τσουβάλιασμα. Δεν ξέρω να πω τι είναι η Gen Z, πόσο άλλωστε μπορεί κανείς να πει τι είναι μια γενιά, μ’ αρέσει όμως να σκέφτομαι τη γενιά αυτή μέσα απ’ το λόγο που παράγει, το λόγο βέβαια που επιλέγω εγώ να έρχομαι σε επαφή, το λόγο που διαβάζω και ακούω.

***

you don’t have to sleep to see nightmares – Ann Clark

Οι κοινές εμπειρίες στις οποίες αναφέρεται παραπάνω η Milkman είναι η εκτεταμένη αστυνομική βία και οι σεξουαλικές επιθέσεις. Η σχέση με το δίκτυο και η επισφάλεια. Να προσθέσουμε εδώ την πανδημία, την (ελληνική) υπερδεκαετή οικονομική κρίση, την διαδοχική άνοδο των ελλήνων ναζιστών και της ελληνικής alt-right.

κόλαση υπάρχει μονάχα για τους ζωντανούς – Κώστας Τριπολίτης

(Τριπολίτης σε κείμενο για τη Gen Z; Ναι, γιατί αυτή η γενιά αν ξέρει κάτι, είναι να απολαμβάνει και να αγκαλιάζει την αμηχανία, ένα awkwardness που πατάει χαλαρά στο cringe και την αποδοχή)

***

Περπατάω ένα πρωινό καθημερινής στην οδό Σίνα, έξω από τη Νομική, στο κέντρο. Μαζεμένα απ’ έξω ένα σωρό άτομα. Από διάφορα βιβλία που βλέπω να κρατάνε ορισμένα απ’ αυτά στα χέρια, θα έλεγα ότι είναι στο πρώτο ή στο δεύτερο έτος της Νομικής. Κοιτάζω τα ντυσίματα, τα μαλλιά, τα στιλ. Έχει η νομική queerόπαιδα; Απ’ ό,τι φαίνεται ναι. Αν οι δικές μου αναμνήσεις δε με προδίδουν, τότε η τότε νομική ήταν γεμάτη καλοντυμένους δαπίτες που πρόβαραν το λυσσασμένο νεοφιλελέ μέλλον τους και σκληρά αριστερά αγόρια. Ο αέρας όμως σήμερα έχει αλλάξει, έχει διανυθεί μια τεράστια απόσταση.

Αφού λοιπόν, με αφορμή την Milkman σημείωσα εμπειρίες που μοιάζουν κοινές, σκέφτομαι τώρα τις διαφορές. Η ελευθερία στην έκφραση φύλου, η απόσταση από ένα ορισμένο είδος κανονικότητας, η αμφισβήτηση ενός εξορισμού ασφυκτικού πλαισίου. Χωρίς φυσικά να μπορώ να ξέρω τι κάνει στη ζωή του κάθε άτομο που περιμένει έξω απ’ τη σχολή στην οδό Σίνα, θα έλεγα πάντως ότι όλα αυτά πάνε μαζί με μια αναπολογητική διερεύνηση των επιθυμιών και μια διευρυμένη ρευστότητα.

Αποσταθεροποίηση των έμφυλων ρόλων, αποσταθεροποίηση των ταυτοτήτων, αποσταθεροποίηση όλων των κανονιστικών πλαισίων που απορρέουν απ’ την εθνοπατριαρχία, πλαίσια που οι προηγούμενες γενιές δυσκολεύτηκαν πολύ ν’ αγγίξουν, ενώ μεγάλα κομμάτια του ευρύτερου προοδευτικού χώρου και του κινήματος υποτίμησαν και συνεχίζουν να υποτιμούν. Όμως, όλα ξεκινούν απ’ τον τρόπο που ζούμε και δεν είναι τυχαίο που ο Paul Preciado στο «Είμαι το τέρας που σας μιλά» που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τους Αντίποδες, αναφέρεται στη Monique Wittig, η οποία έλεγε ότι η ετεροφυλοφιλία δεν αποτελεί σεξουαλική πρακτική ή έμφυλη ταυτότητα, αλλά πολιτικό καθεστώς. Στο κείμενό της, One is not born a woman, η Wittig γράφει ότι οι λεσβίες, με το να αρνούνται την ετεροφυλοφιλία, είναι δραπέτισσες της τάξης τους, με τον ίδιο τρόπο που το έσκαγαν οι αμερικανοί σκλάβοι, προκειμένου να ζήσουν ελεύθεροι.

Η Milkman λέει ότι οι Millennials και οι Gen Zers είναι ενστικτωδώς με τη διαθεματικότητα. Θα πω ότι για τη Gen Z αυτό ισχύει εντελώς. Δυσκολεύεται κανείς να βρει συζήτηση που οι διαφορετικές όψεις της πατριαρχίας μένουν κρυμμένες. Δυσκολεύεται κανείς να βρει συζήτηση που το ταξικό δε βγαίνει στην επιφάνεια. Δυσκολεύεται κανείς να βρει κουβέντα απ’ την οποία να λείπει η κριτική στο ρατσισμό και τη βία του εθνικού κορμού.

Εκεί που η προηγούμενη γενιά έβλεπε δευτερεύουσες αντιθέσεις, φυσικότητες, ιερότητες, υπερβολές κι ακρότητες, η Gen Z αναγνωρίζει τις πολιτικές ρίζες του καθημερινού ζόφου στον τρόπο που συνδεόμαστε, στον τρόπο που φλερτάρουμε, στον τρόπο που κάνουμε σεξ, στον τρόπο που ο καπιταλισμός καθορίζει τις ταυτότητές μας. Κριτική στην οικογένεια υπήρχε πάντα προφανώς, αλλά σα να μοιάζει ότι τώρα αυτή η κριτική παίρνει πιο κεντρική θέση και έρχεται από μια πλευρά που δε θέλει μόνο να μιλήσει για την καταπίεση αυτού του τόσο κρίσιμου πυρήνα, αλλά και για αντι-κανονικό family making και νέες συγγένειες.

***

Στις εξιστορήσεις της ζωής σου / συχνά ανταποκρίνομαι / με ρίγη στη ραχοκοκκαλιά, /
τυλίγομαι σε κουβέρτα πορτοκαλιά, / γίνομαι συρφετός, τυφλός που καταλήγει /
στην άκρη του ντιβανιού, του γκρεμού, / ανίκανος στα δάκρυα και στην ποίηση, /
ζητώντας άλλου είδους όραση / Τότε μόνο ξαφνικά κι ορμητικά έρχεται η επιβίωση/
και με βάζει σε αναγκαστική απογείωση / με ταχύτητα αμυντική σχεδόν φωτός
Λένα Πλάτωνος

***

Πέφτει στα χέρια μου ένα κείμενο για τον γάλλο υπαρξιστή φιλόσοφο Gabriel Marcel. Εκεί αναλύεται ότι ο Marcel πίστευε ότι η αμεσότητα της εμπειρίας είναι αδιαμεσολάβητη δια της γλώσσας, όμως μέλημα κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι η διαθεσιμότητα να ακούσει τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του συνανθρώπου. Μ’ αρέσει αυτή η ιδέα, την κλωθογυρίζω μέσα μου.

Τις ίδιες μέρες στο περιοδικό yusra στο οποίο συμμετέχω, λαμβάνουμε ένα κείμενο από μια θηλυκότητα εργαζόμενη στο χώρο της εστίασης. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εργασιακό βίωμα, αυτό-παρατήρηση, η ζωή στη μητρόπολη. Νιώθω ότι διαβάζω κάτι συγκινητικό, αλλά και κάτι κρίσιμο, όχι μόνο γιατί είναι καλογραμμένο κείμενο, αλλά και γιατί αντιλαμβάνομαι ότι όλα τα αιτήματα για την αφήγηση της ευαλωτότητας, το προσωπικό που γίνεται συλλογικό και πολιτικό, απαντώνται με μάλλον σπαραχτικό τρόπο.

Διαβάζουμε πολλά τέτοια κείμενα (ποιητικά, καταγγελτικά, autofiction), παράγεται τέτοιος λόγος στο δίκτυο, στους τοίχους της πόλης, σε slams, σε περιοδικά όπως το Τεφλόν, σε zines, στη νέα hip hop παραγωγή. Οι αφηγήσεις αυτές ξεκινώντας από το προσωπικό βλέμμα και τις άμεσες εμπειρίες, μας δίνουν έξοχες εικόνες για το τι σημαίνει να κυκλοφορεί κανένα με Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, να εργάζεται επισφαλώς, να γυρνάει νύχτα μόνο του, να είναι αλληλέγγυο στα φιλενάδια του ή να είναι κατάκοπο από την εχθρική πραγματικότητα. Πρόκειται για κείμενα που δε φοβούνται να πειραματιστούν με τη φόρμα, είναι μικρά σπαράγματα, είναι σλόγκαν, είναι ολοκληρωμένα (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) ποιήματα, είναι μικροδιηγήματα, είναι κολλάζ και memes, είναι κατασκευή δυστοπικών τοπίων, είναι spoken word, είναι raps, είναι performances. Είναι αφηγήσεις που αν και μοιάζουν με τα βιωματικά ποστς που παράγονταν από millennial πένες, ειδικά από το Δεκέμβρη του 2008 και μετά, έχουν κατά τη γνώμη μου μερικές σημαντικές διαφορές.

Η αυτοαναφορικότητα βρίσκεται εκεί, όπως και σε παλιότερα κείμενα, αλλά η αυτοαναφορικότητα αυτή δεν χρησιμοποιεί την προσωπική εμπειρία για να καταλήξει σε μια (αριστερίστικη) cool και ευαίσθητη αποτύπωση του εαυτού, σε μια λυρική διατύπωση προσδοκίας ή μελλοντικής πολιτικής αισιοδοξίας που ενώνει το ατομικό με ένα αφηρημένο συλλογικό. Τη ζήσαμε αυτή την εποχή, που η κοινωνική παρατήρηση, ένα κομμάτι του βιώματος και λίγος Λειβαδίτης μπορούν να συνθέσουν σχεδόν τα πάντα απ’ όσα γράφονταν (ο υπογράφων έχει υποπέσει σε διάφορες τέτοιες αθλιότητες).

Αντίθετα, σήμερα, έχουμε ένα σώμα κειμένων που βουτάει στη βιωμένη εμπειρία, για να αγγίξει το τραύμα, να το φέρει στην επιφάνεια, να το επεξεργαστεί και κυρίως να το μοιραστεί. Δεν υπάρχει τόσο έντονα η επιδίωξη του coolness, υπάρχει όμως η απενοχοποίηση της ανάδειξης του σπασμένου εαυτού, υπάρχει η τάση να μιληθεί το άγχος και να αποπροβληματοποιηθεί η κουβέντα γύρω απ’ τα ζητήματα ψυχικής υγείας. Υπάρχει η έντονη τάση να συζητηθεί αναλυτικά και να δειχθεί πρακτικά τι σημαίνει ζωή στην πατριαρχία, τι σημαίνει επιθετικότητα και βία στη διασκέδαση, την εργασία, την συνέλευση, τις σχέσεις και την καθημερινότητα.

Υπάρχει επίμονα η τάξη, η επισφάλεια, η εργασία και η άρνησή της, η φτωχοποίηση. Υπάρχει ακόμα αναπολογητικά παρούσα η ερωτογραφία, η διεκδίκηση μιας νέας ανάγνωσης μιας τρας λαϊκότητας, η σύνδεση με την ποπ κουλτούρα, και επίσης και κυρίως το σώμα. Το hotness και η αποδοχή είναι εκεί, στο κέντρο των αφηγήσεων, δεν έχει στενά όρια και προαπαιτούμενα όποιας κανονικότητας, έχει διαρκή επαναδιαπραγμάτευση, έχει ματαίωση και εξερεύνηση. Επιτέλους, δε μιλάμε (ή ακριβέστερα δε διαβάζουμε) αφηρημένα για κορίτσια κι αγόρια και την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, αλλά για κοιλιές, ιδρώτες, δάχτυλα, στόματα και το πως νιώθουμε όταν το ένα αγγίζει το άλλο.

Η Milkman αναφέρει την αφήγηση ως χαρακτηριστικό πολλών κοινωνικών κινημάτων, έχοντας προφανώς στο μυαλό της και την ιστορία και τις πρακτικές του BLM. Αυτό νομίζω είναι όντως ένα χαρακτηριστικό της Gen Z. Τόσο η διάθεση να αφηγηθεί τη ζωή της με χίλια δυο μέσα ως κομμάτι της συλλογικής ιστορίας, όσο και η διάθεση να πορευτεί με την έννοια της διαθεσιμότητας, της «ακόρεστης ανοιχτότητας» (που λέει ο Marcel).

***

Είναι προφανές ότι ό,τι γράφω είναι μια γενίκευση και μια γενίκευση μάλιστα γραμμένη από απόσταση, από την απόσταση του early (πολύ early όμως) millennial. Είναι επίσης προφανές πως ό,τι γράφω έχει το βλέμμα σε έναν πολύ συγκεκριμένο (μικρό)κόσμο. Έτσι, αναπόφευκτα, σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο (μικρό)κόσμο καταφεύγω και αυτό είναι ανακουφιστικό, γιατί σ’ αυτόν φτάνει λόγος, φτάνουν στίχοι σαν κι αυτόν:

από το κέντρο του κύκλου ως την άκρη της νύχτας / θέλω μια άρνηση να βρω που να μην καίει το λαιμό / θα είναι ο έρωτας για πάντα απλήρωτη εργασία; / θα κατουράμε δίπλα δίπλα και θα λέμε υγεία;
Sci-Fi River

Δείτε επίσης