Το Project: Υγεία, μέσα από πρωτογενείς έρευνες, μελέτες, αρθρογραφίες και οπτικοακουστικό υλικό, αποσκοπεί σε μια όσο το δυνατόν πιο σφαιρική χαρτογράφηση της λειτουργίας του συστήματος δημόσιας υγείας (συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας), των δομών και των υπηρεσιών του.
Εκκινώντας από τη βάση πως η υγεία αποτελεί βασικό κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, εξετάζει τις επιπτώσεις που έχουν οι πολιτικές λιτότητας και η απαξίωση του δημόσιου τομέα στους/στις εργαζόμενους/ες του κλάδου και στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας. Με γνώμονα την ανάγκη ενδυνάμωσης του συστήματος και την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών στην υγειονομική περίθαλψη, επισημαίνει τα προβλήματα και καταθέτει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.
Έρευνα: Νιόβη Αναζίκου, δημοσιογράφος
Επιστημονική συνεργάτιδα: Νάνσυ Παπαθανασίου, Δρ Κλινικής Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, Επιστημονικά Συνυπεύθυνη Orlando LGBT+
Review: Ζωή Γιαννούση, Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ηλίας Κονδύλης – Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Αθανασία Παλάντζα – Επιστημονική Συνεργάτρια Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ζωή Παρχαρίδη – Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ουρανία Κουτσοτόλη – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ερασμία Μπουλιτσάκη Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Αλέξης Μπένος – Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ.

Η παρούσα έρευνα για τις δημόσιες δομές ψυχικής υγείας στην Ελλάδα επιχειρεί κάτι που είναι ταυτόχρονα απλό και δύσκολο: να καταγράψει την υπάρχουσα κατάσταση. Σε ένα πεδίο που χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και απουσία κεντρικού σχεδιασμού, η ίδια η δυσκολία συλλογής στοιχείων – η οποία αναγνωρίζεται ως το κύριο εύρημα της έρευνας — αποτελεί από μόνη της ισχυρή ένδειξη για την κατάσταση του χώρου. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή των διαθέσιμων δομών, της στελέχωσής τους αλλά και εκτίμησης των αναγκών που καλούνται να καλύψουν, δεν είναι απλώς μεθοδολογική δυσκολία — είναι ένδειξη απουσίας κεντρικής βούλησης.
Τα αριθμητικά δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνα είναι γνωστά σε όσους απασχολούνται στον χώρο. Ωστόσο, η συγκέντρωσή τους σε μια ενιαία εικόνα έχει ιδιαίτερη αξία: 289 στις 365 μονάδες ψυχικής υγείας είναι ιδιωτικές, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας είναι περίπου τα μισά από όσα χρειάζονται, οι κενές οργανικές θέσεις φτάνουν τοπικά ως και το 70%, ενώ παράλληλα γνωρίζουμε ότι το ποσοστό ακούσιων νοσηλειών είναι τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Stylianidis et al., 2023). Κάθε ένας από αυτούς τους αριθμούς δεν αποτελεί απλώς στατιστικό δεδομένο, αλλά αντανακλά δομικές επιλογές με πραγματικές συνέπειες στις ζωές των ανθρώπων.
Αυτό που αναδεικνύεται είναι η ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα που προέκυψε μέσα από μια αλυσίδα παραλείψεων. Πιο συγκεκριμένα, η αποασυλοποίηση του «Ψυχαργώς» στα τέλη της δεκαετίας του 1990 πραγματοποιήθηκε χωρίς παράλληλη, κεντρικά σχεδιασμένη, και με στόχο να καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού, ανάπτυξη κοινοτικών δομών, αλλά μάλλον η ευθύνη μεταφέρθηκε σε ΜΚΟ χωρίς αντίστοιχους πόρους, και η υποχρηματοδότηση που χαρακτήριζε τον τομέα πριν από την οικονομική κρίση κατέστη σχεδόν ανυπέρβλητη στη συνέχεια. Με τη σειρά της, η πανδημία ανέδειξε ελλείψεις που προϋπήρχαν αλλά παρέμεναν “αόρατες”. Το αποτέλεσμα φαίνεται πως είναι ένα σύστημα που λειτουργεί ως δύο παράλληλα συστήματα: ένα ιδιωτικό, προσβάσιμο σε όσους διαθέτουν τη σχετική γνώση και οικονομική δυνατότητα, και ένα δημόσιο, τυπικά υπαρκτό, αλλά ουσιαστικά ανεπαρκές για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πληθυσμού.
Επιπλέον, γίνεται αναφορά στο εκπαιδευτικό πλαίσιο των επαγγελματιών που στελεχώνουν το σύστημα ψυχικής υγείας. Ο τρόπος με τον οποίο αδειοδοτούνται ψυχολόγοι, ψυχίατροι και κοινωνικοί λειτουργοί στην Ελλάδα αφήνει ένα κρίσιμο κενό: κανένα από αυτά τα επαγγέλματα δεν απαιτεί υποχρεωτική εκπαίδευση σε κάποιο ψυχοθεραπευτικό μοντέλο ως προϋπόθεση για την αδειοδότηση ή την πρόσληψη σε θέση που απαιτεί ακριβώς αυτή την εκπαίδευση. Συνεπώς, η εξειδίκευση που είναι στην κλινική πράξη απαραίτητη, δεν αναγνωρίζεται πάντα θεσμικά. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ζητείται από επαγγελματίες να ασκήσουν ρόλους για τους οποίους δεν απαιτείται — και δεν υποστηρίζεται — η κατάλληλη εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση αυτή, όταν αναζητείται, συνεπάγεται κόστος, καθώς αφορά είτε μεταπτυχιακά προγράμματα με δίδακτρα είτε ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης σε μοντέλα ψυχοθεραπείας, είτε εποπτεία χωρίς θεσμική κάλυψη. Η διάσταση αυτής της συνθήκης είναι σημαντική: δεν αφορά μόνο τους ωφελούμενους από τις υπηρεσίες, αλλά και τους ίδιους τους επαγγελματίες που υπηρετούν στις δημόσιες δομές.
Σχολιάζεται επίσης η γεωγραφική διάσταση της ανισότητας με τρόπο που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη αντιπαράθεση μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων και επαρχίας. Στα νησιά και τις μικρές κοινότητες, το πρόβλημα προσβασιμότητας σε υπηρεσίες συνοδεύεται και από έλλειψη ιδιωτικότητας, καθώς οι λίγοι διαθέσιμοι επαγγελματίες και δομές και χώροι συνεδριών (κινητές μονάδες) καθιστούν αναπόφευκτη την αναγνωρισιμότητα του ατόμου. Υπό αυτές τις συνθήκες, το στίγμα ενδεχομένως λειτουργεί ως πρόσθετο εμπόδιο, ενώ η διαδικτυακή ή εξ αποστάσεως ψυχολογική υποστήριξη, αν και συχνά προτείνεται ως εναλλακτική λύση, παραμένει απρόσιτη για όσους δεν διαθέτουν τεχνολογική εξοικείωση, αναδεικνύοντας έτσι μια ακόμη διάσταση ανισότητας.
Η εικόνα που περιγράφεται παραπάνω επιδεινώνεται περαιτέρω όταν ληφθεί υπόψη η ψυχική υγεία μιας πληθυσμιακής ομάδας που παραμένει συστηματικά εκτός οπτικής: οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις και οι φροντιστές τους. Στο ευρύτερο σύστημα υγείας η ψυχική και η σωματική φροντίδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως παράλληλα, ανεξάρτητα πεδία με αποτέλεσμα μία παροχή φροντίδας αποσπασματική. Στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι λειτουργούν σε μεγάλα νοσοκομεία ξεχωριστές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης χρονίως πασχόντων ή μέσω διασυνδετικής υπηρεσίας με τις ψυχιατρικές κλινικές, κέντρα ημέρας στην κοινότητα καθώς και οργανώσεις και σύνδεσμοι ασθενών που έρχονται να καλύψουν το κενό αυτών των υπηρεσιών. Παρόλα αυτα, παραμένουν αποσπασμένες δομές εκτός της βασικής φροντίδας που παρέχεται στις κλινικές. Η απουσία αυτή έχει συνέπειες που ξεπερνούν το επίπεδο της στελέχωσης. Η διεθνής βιβλιογραφία είναι σαφής: η ψυχολογική δυσφορία αφορά 30–50% των ασθενών με καρκίνο και ανάλογα ποσοστά σε άλλες χρόνιες παθήσεις, επηρεάζει άμεσα την ποιότητα ζωής, τη συμμόρφωση με τη θεραπεία και κάποιες φορές τα κλινικά αποτελέσματα, ενώ ο κίνδυνος αυτοκτονίας στους ασθενείς με καρκίνο σε μερικές μελέτες έχει καταγραφεί συχνότερος σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (Rodin et al., 2025; Sharpe et al., 2023). Ενδεικτικά, για ασθενείς με καρκίνο, η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει έντονα την ενσωμάτωση της ψυχοκοινωνικής φροντίδας ως δομικό στοιχείο της καθημερινής κλινικής πράξης (Kaasa S., et al., 2018). Επιπλέον τεκμηριώνεται ότι η ενσωμάτωση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στη θεραπευτική σχέση ενισχύει τα κλινικά αποτελέσματα μέσω της διαχείρισης προσδοκιών και της βελτίωσης της επικοινωνίας μεταξύ επαγγελματιών υγείας και ασθενών (Grosso F., 2025). Το όφελος, ωστόσο, είναι διττό: η ενσωμάτωση αυτή δεν βελτιώνει μόνο τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, αλλά μειώνει και την επαγγελματική εξουθένωση των επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι χωρίς ειδικό ψυχικής υγείας στην ομάδα, καλούνται να διαχειριστούν μόνοι την ψυχοκοινωνική επιβάρυνση της νόσου, με τεκμηριωμένες συνέπειες στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας (Linzer et al., 2019; Rodin et al., 2025). Ασθενείς με αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση καλούνται να πλοηγηθούν σε ένα σύστημα που δεν τους αντιμετωπίζει ολιστικά, που δεν έχει θεσμοθετημένους ρόλους για την ενίσχυση της ψυχολογικής προσαρμογής στην εμπειρία με τη νόσο, σε ένα τοπίο που ήδη αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του γενικού πληθυσμού. Παρά τα δεδομένα αυτά, η ψυχοκοινωνική φροντίδα απουσιάζει συστηματικά από το ευρύτερο σύστημα υγείας, χωρίς θεσμική μέριμνα ή πρωτόκολλα κατάλληλα για την ενσωμάτωση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, ως αναπόσπαστου μέρους της φροντίδας για ασθενείς και φροντιστές.
Ένα κριτήριο ωριμότητας και πολιτισμού των συστημάτων υγείας είναι η ποιότητα φροντίδας που προσφέρουν στους ασθενείς τελικού σταδίου, φροντίδα που διέπεται από τις αρχές της ανακουφιστικής φροντίδας και παρέχεται από διεπιστημονικές ομάδες που μεριμνούν για την φροντίδα των ασθενών σε επίπεδο σωματικό, πρακτικό, ψυχολογικό, κοινωνικό και πνευματικό με επιβεβαιωμένο το όφελος σε επίπεδο οικονομικό για τα ίδια τα συστήματα. Έτσι, η στροφή από την ιατρικοποίηση του θανάτου στην ανακουφιστική φροντίδα δεν είναι απλώς επιλογή πολιτικής, είναι θέμα αξιών. Τα σύγχρονα νοσοκομεία σχεδιασμένα για να θεραπεύουν και να παρατείνουν τη ζωή, συχνά αδυνατούν να προσφέρουν την ποιότητα που έχει ανάγκη οι άνθρωποι στο τέλος της ζωής τους, αξιοπρέπεια, ηρεμία, παρουσία των οικείων και ανακούφιση από ψυχική οδύνη και αγωνία και σωματικά συμπτώματα, όπως πόνο. Στην Ελλάδα, ο μοναδικός και με περιορισμένο αριθμό κλινών ξενώνας ανακουφιστικής φροντίδας ασθενών τελικού σταδίου βρίσκεται στην Αττική και ιδρύθηκε και λειτουργεί υπό την αιγίδα της Εκκλησίας (Ιερά Μητρόπολη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής).
Τέλος, μία από τις πιο σημαντικές παρατηρήσεις της έρευνας αφορά την προσβασιμότητα, όχι μόνο ως γεωγραφική ή οικονομική πρόκληση, αλλά ως πολυεπίπεδη συνθήκη. Για να απευθυνθεί κανείς σε μια δημόσια υπηρεσία ψυχικής υγείας, είναι αναγκαίο πρώτα να γνωρίζει ότι αυτή υπάρχει και τι παρέχει, να μην φοβάται τον κοινωνικό στιγματισμό και να έχει πρόσβαση σε επαρκή ενημέρωση για τα δικαιώματά του ως λήπτη υπηρεσιών. Ωστόσο, η αλυσίδα αυτή σπάει συχνά στον πρώτο κρίκο – και σπάει δυσανάλογα για εκείνους που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη ανάγκη: άτομα σε χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, κοινότητες με πολλαπλές ευαλωτότητες, όπως πρόσφυγες, Ρομά και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, καθώς και άτομα με εξαρτήσεις που συνυπάρχουν με ψυχιατρικές διαγνώσεις.
Η συνθήκη αυτή δεν αποτελεί παράπλευρη απώλεια ενός κατά τα άλλα λειτουργικού συστήματος, αλλά δομικό αποτέλεσμα ενός συστήματος που δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα την καθολική πρόσβαση.
Η έρευνα του Eteron αφήνει αναγκαστικά ανοιχτά ορισμένα ερωτήματα που αξίζει να επισημανθούν, κυρίως ως κατεύθυνση για επόμενα βήματα. Ο περιορισμός αυτός απορρέει από την απουσία συστηματικής θεσμικής καταγραφής και πρόσβασης σε αξιόπιστα δεδομένα – μια έλλειψη που δεν αντανακλά μεθοδολογικό περιορισμό της έρευνας, αλλά ένα ευρύτερο κενό στην παρακολούθηση και αξιολόγηση του ίδιου του συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις και δομές, πρόβλημα ήδη σημαντικό αλλά ότι δεν υπάρχει καν ένα κεντρικά θεσμοθετημένο πλαίσιο ρόλων και πρωτοκόλλων για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας – ούτε στις δομές που ήδη λειτουργούν, ούτε στο ευρύτερο σύστημα υγείας καθώς η ψυχική και σωματική φροντίδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως παράλληλα, ανεξάρτητα πεδία. Το πρόβλημα αυτό δεν αποτελεί, ωστόσο, τωρινό φαινόμενο. Όπως περιγράφηκε επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Η ψυχική υγεία δεν αντιμετωπίζεται ως τεχνικό ζήτημα μόνο διαχείρισης πόρων, αλλά και ως πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα – ζήτημα αξιών, προτεραιοτήτων και ισότητας. Η εστίαση αυτή είναι αναγκαία.
Εν κατακλείδι, όσο η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται ως επιπλέον υπηρεσία που παρέχεται εφόσον περισσέψουν πόροι, τόσο θα παραμένει στο περιθώριο του συστήματος. Ωστόσο, η αλλαγή που χρειάζεται είναι πέρα από αριθμητική – περισσότερες θέσεις, περισσότερα κέντρα, περισσότερη χρηματοδότηση. Είναι, πιο ουσιαστικά, αξιακή: η αναγνώριση ότι η ψυχική υγεία δεν αποτελεί δευτερεύουσα ανάγκη ορισμένων ομάδων, αλλά θεμελιώδη συνθήκη για το σύνολο του πληθυσμού.
Grosso, F. (2025). Integrating psychological and mental health perspectives in disease management: Improving patient well-being. Humanities and Social Sciences Communications, 12, 132. https://doi.org/10.1057/s41599-025-04359-0
Kaasa S, Loge J, Aapro M, Anderson, R., Bruera, E., Caraceni, A., Cervantes, A., De Conno, F., Fallon, M., Hanks, G., Haugen, D. F., Higginson, I. J., Hjermstad, M., Hui, D., Kurita, G. P., Larkin, P., Maltoni, M., Mercadante, S., Nauck, F., … Radbruch, L. (2018). Integration of oncology and palliative care: A Lancet Oncology Commission. The Lancet Oncology, 19(11), e588–e653. https://doi.org/10.1016/S1470-2045(18)30415-7
Linzer, M., Poplau, S., Babbott, S., Collins, T., Guzman-Corrales, L., Menk, J., Murphy, M. L., & Ovington, K. (2016). Worklife and wellness in academic general internal medicine: Results from a national survey. Journal of General Internal Medicine, 31(9), 1004–1010. https://doi.org/10.1007/s11606-016-3720-4
Rodin, G. et al. (2025). The human crisis in cancer: a Lancet Oncology Commission. The Lancet Oncology, 26 (5), e628–e670.https://doi.org/10.1016/S1470-2045(25)00007-0
Sharpe, L., Michalowski, M., Richmond, B., Menzies, R. E., & Shaw, J. (2023). Fear of progression in chronic illnesses other than cancer: A systematic review and meta-analysis of a transdiagnostic construct. Health Psychology Review, 17(2), 301–320. https://doi.org/10.1080/17437199.2022.2039744
Stylianidis, S., Georgaca, E., Peppou, L. E., Arvaniti, A., et al. (2023). Involuntary psychiatric hospitalizations in Greece: Contemporary research and policy implications. Psychiatriki, 34(3) https://doi.org/10.22365/jpsych.2023.006
World Health Organization. (2020, August 5). Palliative care. https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/palliative-care