Το Project: Υγεία, μέσα από πρωτογενείς έρευνες, μελέτες, αρθρογραφίες και οπτικοακουστικό υλικό, αποσκοπεί σε μια όσο το δυνατόν πιο σφαιρική χαρτογράφηση της λειτουργίας του συστήματος δημόσιας υγείας (συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας), των δομών και των υπηρεσιών του.
Εκκινώντας από τη βάση πως η υγεία αποτελεί βασικό κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, εξετάζει τις επιπτώσεις που έχουν οι πολιτικές λιτότητας και η απαξίωση του δημόσιου τομέα στους/στις εργαζόμενους/ες του κλάδου και στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας. Με γνώμονα την ανάγκη ενδυνάμωσης του συστήματος και την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών στην υγειονομική περίθαλψη, επισημαίνει τα προβλήματα και καταθέτει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.
Έρευνα: Νιόβη Αναζίκου, δημοσιογράφος
Επιστημονική συνεργάτιδα: Νάνσυ Παπαθανασίου, Δρ Κλινικής Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, Επιστημονικά Συνυπεύθυνη Orlando LGBT+
Review: Ζωή Γιαννούση, Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ηλίας Κονδύλης – Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Αθανασία Παλάντζα – Επιστημονική Συνεργάτρια Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ζωή Παρχαρίδη – Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ουρανία Κουτσοτόλη – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Ερασμία Μπουλιτσάκη Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ
Αλέξης Μπένος – Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (εφεξής ΠΟΥ, WHO, 2025), ως ψυχική υγεία ορίζεται η πνευματική και ψυχική κατάσταση που μας επιτρέπει να ανταπεξερχόμαστε στις προκλήσεις της ζωής, να πραγματώνουμε τις δυνατότητες μας, να μαθαίνουμε και να εργαζόμαστε καλά και να συνεισφέρουμε στις κοινότητές μας (WHO, 2025). Η ψυχική υγεία δεν είναι μία συγκεκριμένη κατάσταση, κοινή για όλα τα άτομα και σε όλες τις συνθήκες, αλλά εμφανίζεται ως ένα συνεχές, που επηρεάζεται από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι την ψυχική υγεία δε μπορούμε να την συζητήσουμε πέρα και έξω από ένα σύνολο παραγόντων είτε προστατευτικών είτε επικινδυνότητας, που δημιουργούν τις συνθήκες είτε για την διατήρηση και ενδυνάμωσή της είτε για την για να την υποσκάψουν.
Οι παθήσεις ψυχικής υγείας περιλαμβάνουν τις ψυχικές διαταραχές, τις ψυχοκοινωνικές προκλήσεις και δυσκολίες, και ψυχικές καταστάσεις που συνδέονται με σημαντική δυσκολία, βλάβες στη λειτουργία ή επικινδυνότητα για αυτοτραυματισμό. Η ψυχική υγεία όμως δεν αφορά μόνο την ύπαρξη ή μη συμπτωμάτων, δηλαδή η απουσία της τρόπον τινά, ασθένειας, αλλά και την ύπαρξη θετικών συναισθημάτων, τη δυνατότητα για ανάπτυξη και εκπλήρωση των δυνατοτήτων (thriving).
Στις περισσότερες περιπτώσεις η ψυχική υγεία μπορεί να προστατευθεί ή να ενισχυθεί, ακριβώς επειδή είναι πολυπαραγοντική· δεν συνδέεται δηλαδή αιτιωδώς με έναν και μόνο παράγοντα. Για το λόγο αυτό είναι και τόσο σημαντική η δράση της πολιτείας για τη φροντίδα της ψυχικής υγείας των πολιτών. Η ύπαρξη προσβάσιμων και αποτελεσματικών δημόσιων δομών λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε κάθε είδους επικινδυνότητες, αν όχι εκμηδενίζοντας τες, τουλάχιστον αποσοβώντας τις πιο έντονες συνέπειες τους για τα περισσότερα άτομα.
Πριν όμως από τη δημιουργία και τη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας, υπάρχει το πλαίσιο της εκπαίδευσης, της δεοντολογίας και της ρύθμισης των σχετικών επαγγελμάτων. Τα σχετικά επαγγέλματα είναι ψυχίατροι, ψυχολόγοι, και κοινωνικοί λειτουργοί -αυτά που αναγνωρίζονται και αδειοδοτούνται από το κράτος τουλάχιστον, γιατί το πεδίο συνολικά είναι πιο σύνθετο. Η ψυχιατρική αποτελεί ειδικότητα της Ιατρικής, 5ετούς εκπαίδευσης σε συγκεκριμένα εκπαιδευτικά κέντρα (ψυχιατρικά τμήματα σε νοσοκομεία και πανεπιστημιακές κλινικές). Η διαδικασία περιγράφεται αναλυτικά στο ΦΕΚ 2745/2019 1, το οποίο σε σημεία θυμίζει ευχολόγιο. Αντιγράφω χαρακτηριστικά την κατακλείδα του Άρθρου 1, σχετικά με την ταχύρρυθμη ενημέρωση των νεοεισερχομένων για εκπαίδευση στην ψυχιατρική «Όλα αυτά καλό θα είναι να γίνονται οργανωμένα και να μην αφήνονται στην τύχη γιατί υπάρχει κίνδυνος οι άλλοι συνάδελφοι από το φόρτο εργασίας τους να μην προλαβαίνουν να ασχοληθούν με τον νέο ειδικευόμενο». Αυτή η παραδοχή του νομοθέτη, ότι τελικά όλα αφήνονται στον πατριωτισμό των εμπλεκόμενων είναι χαρακτηριστική για την κατάσταση της δημόσιας ψυχικής υγείας συνολικά.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί είναι απόφοιτοι των Σχολών Κοινωνικής Εργασίας. Στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα (4) τμήματα Κοινωνικής Εργασίας τετραετούς διάρκειας και η άδεια άσκησης επαγγέλματος χορηγείται σε πτυχιούχους αναγνωρισμένων σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η κοινωνική εργασία «θεμελιώνεται από τις θεωρίες της κοινωνικής εργασίας, των κοινωνικών επιστημών, των ανθρωπιστικών επιστημών και τη γηγενή γνώση και συνδέει ανθρώπους και δομές για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής αλλά και να ενισχύσει την ευημερία τους», όπως αναφέρει η Διεθνής Ένωση Σχολών Κοινωνικής Εργασίας (μετάφραση από τον ιστότοπο του Συλλόγου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας 2).
Ως ψυχολόγοι με άδεια άσκησης επαγγέλματος αναγνωρίζονται οι απόφοιτοι των αντίστοιχων σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με βασική προϋπόθεση το πτυχίο στην ψυχολογία (και καμία άλλη εξειδίκευση ή εκπαίδευση). Στην Ελλάδα λειτουργούν επτά (7) τμήματα ΑΕΙ τετραετούς διάρκειας (και σχεδιάζεται η έναρξη ενός ακόμη τον Σεπτέμβριο 2026). Στόχος των σπουδών ψυχολογίας είναι η εκπαίδευση στις θεωρητικές προσεγγίσεις, την έρευνα και τις πρακτικές εφαρμογές και συνίσταται στην κατανόηση των και στην παρέμβαση στα ψυχολογικά φαινόμενα με στόχο την προαγωγή της ατομικής ευεξίας και της κοινωνικής ευημερίας. Στο χώρο της ψυχολογίας δεν υπάρχει κάποιος σύλλογος που να εκπροσωπεί και να διαχειρίζεται τα θέματα του επαγγέλματος (για παράδειγμα, επαγγελματικά δικαιώματα, προστασία του επαγγέλματος, πειθαρχικό συμβούλιο κ.ο.κ.).
Κοινό και στις τρεις εκπαιδευτικές διαδρομές είναι ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα δε συνδέονται παρά μόνο με το πτυχίο (στην περίπτωση των ψυχιάτρων, με την ειδικότητα), και με περιορισμένη πρακτική άσκηση -και σχεδόν καμία εκπαίδευση σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις, η οποία συνήθως μαθαίνεται στην πράξη. Επιπλέον στην ψυχολογία (και την κοινωνική εργασία) δεν αναγνωρίζονται οι ειδικότητες. Ταυτόχρονα, καμία από αυτές τις διαδρομές δεν περιλαμβάνει εκπαίδευση σε κάποιο ψυχοθεραπευτικό μοντέλο. Κάθε ένα από τα παραπάνω αποτελεί μία επιπλέον πρόκληση σε ένα ήδη επιβαρυμένο τοπίο.
Σε σχέση με τις ειδικότητες, ενώ λειτουργούν πολλά προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών σε δημόσια πανεπιστήμια (για παράδειγμα, κλινικής, σχολικής, συμβουλευτικής, ψυχολογίας), οι ειδικότητες αυτές δεν αναγνωρίζονται απαραίτητα στις προκηρύξεις. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μια ειδίκευση στην κλινική ψυχολογία μπορεί να μετρηθεί ισότιμη με μία ειδίκευση στη οργανωτική και οικονομική ψυχολογία, για μία θέση ψυχολόγου σε κέντρο ψυχικής υγείας, παρότι πρόκειται για θεμελιωδώς διαφορετικές εξειδικεύσεις.
Η ψυχοθεραπεία αποτελεί αυτό που συχνά γίνεται κατανοητό ως η βασική λειτουργία της ψυχολογίας, όπως συχνά και της ψυχιατρικής, και αναφέρεται στις πρακτικές που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ή ανακούφιση προκλήσεων ψυχικής υγείας (από συγκεκριμένα συμπτώματα ή μορφές ψυχοπαθολογίας έως μία ευρεία γκάμα ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών). Δεν υπάρχει μία και μόνη μορφή της, αντίθετα η πρακτική διαφοροποιείται ανάλογα με το θεωρητικό μοντέλο που ακολουθεί. Η ψυχανάλυση, η γνωσιακή-συμπεριφορική, η συστημική, η gestalt, η υπαρξιακή ή η συνθετική είναι μόνο κάποιες από τις προσεγγίσεις που ακολουθούνται. Η εκπαίδευση σε κάθε προσέγγιση μπορεί να διαφέρει ως προς τον χρόνο (συνήθως είναι τουλάχιστον τρία ή τέσσερα χρόνια), αλλά σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις περιλαμβάνει εμβάθυνση σε θεωρία, δουλειά με τον εαυτό και σειρά εποπτειών. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι όμως ότι ενώ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της ψυχολογίας με τον θεραπευτικό της ρόλο (δηλαδή στην ατομική ή την ομαδική δουλειά με θεραπευόμενα άτομα, και όχι π.χ. ερευνητικά ή πειραματικά), δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αδειοδότηση ή την πρόσληψη σε θέσεις που απαιτούν ακριβώς αυτή την εκπαίδευση. Αυτό αφορά τόσο ψυχολόγους όσο και ψυχιάτρους (η βασική διαφορά μεταξύ ψυχολόγων και ψυχιάτρων είναι η δυνατότητα των δεύτερων για συνταγογράφηση φαρμάκων και την εις βάθος εκπαίδευση στην ιατρική και την βιολογία 3). Οι εκπαιδεύσεις στα διαφορετικά μοντέλα ψυχοθεραπείας γίνονται στη συντριπτική πλειοψηφία τους από ιδιωτικούς φορείς, με σημαντικό κόστος. Στην Ελλάδα, οι ψυχοθεραπείες δεν αναγνωρίζονται από την πολιτεία. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας κανόνας για την πληρότητα ή την καταλληλότητα της εκπαίδευσης, αλλά και κανένας ουσιαστικός έλεγχος για τα προσόντα των ψυχοθεραπευτ(ρι)ών. Παρά την έλλειψη όμως ελέγχου, δίνεται η δυνατότητα έναρξης επαγγέλματος ψυχοθεραπευτή-ριας σε όποιο άτομο το επιθυμεί, με την απλή και χωρίς καμία προϋπόθεση, απόκτηση του σχετικού κωδικού από τη ΔΟΥ στην οποία ανήκει 4.
Ανάγκες ψυχοκοινωνικής στήριξης: από το στίγμα, στην αποασυλοποίηση και τις ανάγκες που δεν καλύπτονται
Η ιστορία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα ξεκίνησε, όπως και πολλές άλλες αλλαγές, λόγω της πίεσης από το εξωτερικό για αλλαγές, μετά από ένα ντροπιαστικό ρεπορτάζ για τις συνθήκες διαβίωσης στο ψυχιατρείο της Λέρου 5. Κι αν αυτό ήταν το σημείο έναρξης, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μεγαλοοικονόμου (2019) «δύο είναι οι συνιστώσες της κρίσης στην ψυχική υγεία που αντιμετωπίζουμε σήμερα: οικονομική και θεσμική» (σελ. 398). Εν συντομία, έλλειψη εθνικών πόρων και πολιτικής βούλησης για ουσιαστική μεταρρύθμιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπήρξε καμία περαιτέρω εθνική χρηματοδότηση για την ψυχική υγεία, πέρα από τα απαιτούμενα για την λήψη ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων (ο.π.). Η μείωση και το κλείσιμο των ψυχιατρείων που προβλεπόταν από το πρόγραμμα «Ψυχαργώς» στα τέλη της δεκαετίας του 1990 για την αποασυλοποίηση, δε συνοδεύτηκε από την δημιουργία κοινοτικών δομών και υπηρεσιών, ούτε και από ευρύτερη αλλαγή στάσεων γύρω από το ψυχιατρικό παράδειγμα. Ό,τι αποτελούσε έως τότε αντικείμενο των ψυχιατρείων μεταφέρθηκε ως ευθύνη σε (συχνά νεοσύστατους) Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς και η βασική διαφορά ήταν η ιδιωτικοποίηση των σχέσεων εργασίας. Αποτέλεσμα και συνέπεια των παραπάνω είναι ότι «ο εγκλεισμός (που αντιλαμβάνεται την προστασία κυρίως ως φύλαξη και τη θεραπεία συνήθως συνυφασμένη με τη στέρηση της ελευθερίας) και οι μέθοδοί του (μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες, ιδρυματική βία) ζουν και βασιλεύουν παρά την 30χρονη “μεταρρύθμιση”.» (Μεγαλοοικονόμου, 2019, σελ. 401· Anargyros et al., 2023· Fernández-Costa et al., 2020·Kalisova, et al., 2014). Η αποτελεσματικότητα αυτών των μεθόδων δε στοιχειοθετείται ερευνητικά, παρά την επί δεκαετίες εφαρμογή τους. Έχουν όμως καταδικαστεί από την Επιτροπή για τα Δικαιώματα των Ανάπηρων Ατόμων του ΟΗΕ (Szmukler, et al., 2014), ευθύνονται για σωματικές βλάβες και θανάτους (Kersting, et al., 2019), και σημαντικές ρυθμιστικές αρχές συστήνουν ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ως τελευταίο μέτρο, αν έχει αποτύχει κάθε άλλη τεχνική και εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου ή τρίτων
Η συνθήκη αυτή εντάθηκε μέσα και από την οικονομική κρίση· μία από τις εντονότερες συνέπειες της ήταν ότι μετατράπηκε και σε κρίση ψυχικής υγείας, λόγω της κατάρρευσης όλων σχεδόν των προστατευτικών πλαισίων που λειτουργούσαν υποστηρικτικά, και σε πολλές περιπτώσεις καλύπτοντας δομικές ανεπάρκειες. Η ραγδαία άνοδος της ανεργίας, η αποψίλωση των υπηρεσιών, η ψυχοσυναισθηματική επιβάρυνση από τη φτώχεια συντέλεσαν σε μία σαρωτική αλλαγή: το στίγμα που έως τις αρχές περίπου της πρώτης δεκαετίας του 2000 ακολουθούσε την ανάγκη για ψυχολογική στήριξη σταδιακά υποχώρησε 6 μπροστά στην αυξανόμενη αντιξοότητα. Ο τομέας της ψυχικής υγεία όμως αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες και πριν την κρίση, κυρίως λόγω της σταθερής υποχρηματοδότησης (Christodoulou & Anagnostopolos, 2013), οι οποίες με την έλευση της οικονομικής κρίσης έγιναν σχεδόν ανυπέρβλητες.
Το τοπίο σήμερα, έτσι όπως αποτυπώνεται από την έρευνα του Eteron και λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα των στοιχείων, επιβεβαιώνει την πορεία που περιγράφηκε παραπάνω, καθώς ένας σημαντικός αριθμός μονάδων (289) είναι ιδιωτικές. Ο αριθμός των Κέντρων Ημέρας και των Κινητών Μονάδων (126 και 35) αντίστοιχα, δεν δίνει πληροφορίες ούτε για τη στελέχωσή τους ούτε για την επάρκειά τους στην κάλυψη αναγκών. Ακόμη περισσότερο σε σχέση με τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας, που όπως αναφέρουν οι Στυλιανίδης και Μαυρέας, είναι περίπου τα μισά από όσα θα έπρεπε να υπάρχουν (και σε πολλές περιπτώσεις, η αδυναμία κάλυψης των εκτεταμένων αναγκών τα μετατρέπει σε εξωτερικά ιατρεία, αντί για κοινοτικές δομές που παρέχουν ουσιαστική στήριξη). Την εικόνα αυτή συμπληρώνουν οι οργανικές θέσεις που μένουν κενές, το ποσοστό των οποίων κυμαίνεται από 30 έως 70% (με το υψηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στο Δρομοκαΐτειο).
Διαδρομές προς την εύρεση φροντίδας για την ψυχική υγεία
Η σκοπιμότητα της αναφοράς στις διαφορετικές επιστημονικές ειδικότητες, στις μεταξύ τους διαφορές και στις θεσμικές ελλείψεις στην δεοντολογία και την αδειοδότηση ήταν ακριβώς για να καταδείξει τόσο τις διαφορετικές όψεις της ψυχικής υγείας, όσο και την θεσμική ανευθυνότητα γύρω από τις εξειδικεύσεις και τις απαιτήσεις της ψυχοθεραπείας -απαιτήσεις που δεν καλύπτονται από το βασικό πτυχίο, αλλά δεν αναγνωρίζονται θεσμικά. Στην ουσία η συνθήκη αυτή δημιουργεί επιστήμονες δύο ταχυτήτων -σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα: σε όσα άτομα μπόρεσαν να συνεχίσουν την εκπαίδευση και την εξειδίκευση ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του επαγγέλματός τους και σε όσα παρέμειναν στο βασικό πτυχίο ή σε μεταπτυχιακά που προσφέρουν θεωρητική εξειδίκευση, αλλά δεν καλύπτουν τις πρακτικές απαιτήσεις. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και την ταξικότητα αυτής της διαφοράς: όπως αναφέραμε, οι περαιτέρω εξειδικεύσεις είναι κοστοβόρες είτε αποτελούν μεταπτυχιακά προγράμματα σε δημόσια πανεπιστήμια, τα οποία όμως όλα έχουν πια δίδακτρα που συχνά τα καθιστούν απαγορευτικά (και αυτό είναι το σημείο που η κρίση στην δημόσια ψυχική υγεία συναντά τις ολοένα αυξανόμενες δυσκολίες πρόσβασης σε δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση 7), είτε αφορούν εκπαιδευτικά προγράμματα ιδιωτικών φορέων (με αντίστοιχα κόστη, αλλά και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο για την καταλληλότητά τους).
Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο και σημαντικότερο εύρημα της έρευνας του Eteron είναι η δυσκολία συλλογής στοιχείων για τις δομές ψυχικής υγείας, την στελέχωσή τους, τις υπηρεσίες που παρέχουν, τα ωφελούμενα άτομα και τις ανάγκες τους. Η δυσκολία αυτή είναι χαρακτηριστική της αποσπασματικότητας και της έλλειψης κεντρικού σχεδιασμού στις πολιτικές για την ψυχική υγεία (π.χ. Kyriopoulos et al., 2025). Αναδεικνύει όμως ταυτόχρονα και το ζήτημα της προσβασιμότητας στις υπηρεσίες αυτές, όπου υπάρχουν. Η έννοια της προσβασιμότητας δεν περιορίζεται στην ύπαρξη μιας υπηρεσίας, αλλά αφορά το σύνολο των συνθηκών που κάνουν την υπηρεσία αυτή προσβάσιμη. Αρχικά χρειάζεται η κοινότητα να γνωρίζει την ύπαρξη της υπηρεσίας και το σε τι χρησιμεύει. Στη συνέχεια, χρειάζεται τα άτομα να μη φοβούνται τον στιγματισμό τους, να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους ως λήπτες/ριες των υπηρεσιών (όπως είναι η ύπαρξη και τήρηση κώδικα δεοντολογίας). Και βέβαια είναι απαραίτητο η υπηρεσία να μπορεί πράγματι να ανταποκριθεί στις ανάγκες ατόμων και κοινότητας· η διασύνδεση δηλαδή ανάμεσα σε άτομα και οικογένειες, κοινότητες, και υπηρεσίες υγείας, η ύπαρξη πόρων και η διασφάλιση της πρόσβασης σε κάθε επίπεδο.
Η ταξική διάσταση της πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας προφανώς αφορά και τα δυνάμει ωφελούμενα άτομα. Όσα έχουν τη γνώση ή και την οικονομική δυνατότητα, μπορούν να βρουν και να απευθυνθούν ιδιωτικά σε εξειδικευμένους επιστήμονες. Όσα άτομα όμως πρέπει να πλοηγηθούν στις δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας βρίσκονται αντιμέτωπα με δυσκολίες στην πρόσβαση στα τρία προαναφερθέντα στάδια: αρχικά δεν υπάρχει επαρκής γνώση ούτε για το τι συνιστά πρόκληση ψυχικής υγείας ούτε για την αρμόδια ειδικότητα ούτε όμως και για τις διαθέσιμες δημόσιες υπηρεσίες. Σε επόμενο στάδιο, η ύπαρξη μιας υπηρεσίας δεν σημαίνει και τη διαθεσιμότητα της: η υποστελέχωση οδηγεί σχεδόν μαθηματικά σε λιγότερες δυνατότητες και μεγαλύτερους (συχνά απαγορευτικούς χρόνους αναμονής -κάτι που βέβαια ούτε καν καταγράφεται ως δεδομένο, είναι όμως συχνά κρίσιμος παράγοντας στην ψυχική υγεία). Και βέβαια, οι δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, λειτουργούν από Δευτέρα ως Παρασκευή με ωράριο δημόσιου φορέα, κάτι που σημαίνει ότι ένα άτομο που δουλεύει αντίστοιχες ώρες θα πρέπει να πάρει άδεια (ή να παίρνει συστηματικά για συνεχιζόμενη δωρεάν στήριξη, όπως συχνά είναι απαραίτητο). Επειδή συχνά τα ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία υποτιμώνται (καθώς προέχει η οικονομική επιβίωση), το αποτέλεσμα είναι η ψυχική υγεία να παραμελείται, μέχρι τα συμπτώματα να γίνουν κρίσιμα· με τον τρόπο αυτό η φροντίδα της ψυχικής υγείας γίνεται προνόμιο στο οποίο έχουν άμεση, έγκαιρη και ανεμπόδιστη πρόσβαση μόνο οι οικονομικά ισχυρότεροι.
Η συνθήκη αυτή είναι ακόμη πιο έντονη στην περιφέρεια, όπου οι ανάγκες είναι σημαντικές και οι διαθέσιμες επιλογές πολύ λιγότερες. Οι ανάγκες εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, και ειδικά στα νησιά καλύπτονται συχνά, αν όχι κυρίως, από κινητές μονάδες, με προφανείς περιορισμούς στην πρόσβαση ανάλογα με τον καιρό, αλλά δημιουργώντας ταυτόχρονα και επιπλέον θέματα ιδιωτικότητας, καθώς και συμπλοκότητας (πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν ένας ή δύο επιστήμονες καλύπτουν τις ανάγκες μιας μικρής κοινότητας, πιθανά θα πρέπει το ίδιο άτομο να δουλεύει με άτομα της ίδιας οικογένεια, οι συνεδρίες να γίνονται σε χώρο που να γίνεται αντιληπτό ποια άτομα είναι ωφελούμενα, κ.ο.κ.). Από την περίοδο του covid-19 προκρίνεται συχνά ως λύση και η online ψυχοθεραπεία, κάτι που όμως δεν ταιριάζει σε όλα τα άτομα και προϋποθέτει κάποιο βαθμό εξοικείωσης με την τεχνολογία που δεν είναι αυτονόητος, όπως δεν είναι αυτονόητη και η κατοχή smartphone, tablet ή γενικά ηλεκτρονικού υπολογιστή (ένα άλλο σημείο που φέρνει στην επιφάνεια θέματα πολλαπλών προνομίων).
Η υποστελέχωση και η έλλειψη πόρων πλήττει, όπως συχνά συμβαίνει, τις ομάδες που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα, όπως στις περιπτώσεις ψυχιατρικών νοσηλειών. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που συνελέχθησαν, το ποσοστό ακούσιων νοσηλειών είναι τετραπλάσιο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο -κάτι που συνδέεται άμεσα με την έλλειψη πρωτοβάθμιας φροντίδας, τη δυνατότητα δηλαδή παρέμβασης πριν μια κρίση γίνει τόσο οξεία ώστε να απαιτεί αυτού του είδους την αντιμετώπιση. Η ακούσια νοσηλεία είναι μια διαδικασία συχνά τραυματική για το άτομο (αλλά συχνά και για τους οικείους του), μπορεί να απαιτήσει τη συνδρομή της αστυνομίας (χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα η κατάλληλη εκπαίδευση), ενώ συχνά συνοδεύεται και από στιγματισμό ατόμου και οικογένειας. Η έλλειψη προσωπικού σε ψυχιατρεία και ψυχιατρικές κλινικές οδηγεί αναπόφευκτα στην δικαιολόγηση και την κανονικοποίηση κακών πρακτικών, όπως είναι η μηχανική καθήλωση, ο εγκλεισμός, και η υπερβολική συνταγογράφηση και χρήση φαρμάκων (συχνά ως υποκατάστατο καθήλωσης και εγκλεισμού).
Ο κατακερματισμός των υπηρεσιών, τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή, έχει και μία ακόμη συνέπεια, την ελλιπή διάγνωση ή δυνατότητα αντιμετώπισης πολλαπλών προκλήσεων. Το παράδειγμα των εξαρτήσεων είναι χαρακτηριστικό, όπου μπορεί να συνυπάρχουν με άλλες ψυχιατρικές διαγνώσεις, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές δημόσιες δομές που να μπορούν να αντιμετωπίσουν παράλληλα και τα δύο, αλλά όχι το μόνο: συναντάμε αντίστοιχες προκλήσεις στη δουλειά με μειονοτικές ομάδες, όπως ο προσφυγικός πληθυσμός, οι κοινότητες Ρομά, αλλά και η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα (ομάδες για τις οποίες η όποια εξειδικευμένη ψυχολογική στήριξη, αν υπάρχει, είναι αποτέλεσμα επισφαλών ιδιωτικών πρωτοβουλιών). Περιπτώσεις δηλαδή που η έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης οδηγεί είτε σε εν τοις πράγμασι αποκλεισμό είτε σε ελλιπείς, ακατάλληλες ή και κακοποιητικές υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα άτομα και οι ομάδες που αντιμετωπίζουν την πιο έντονη επικινδυνότητα συχνά (αν όχι σχεδόν πάντα), μένουν ακάλυπτα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας υπάρχουν στα προσφυγικά καμπ είναι ελλιπείς και στη συντριπτική τους πλειοψηφία γίνονται από αποσπασματικά χρηματοδοτούμενες ΜΚΟ, χωρίς δυνατότητα για ουσιαστική στήριξη. Ανάλογη είναι η κατάσταση στις φυλακές, που επίσης δεν υπάρχει ουσιαστικά δυνατότητα (και πολιτική πρόθεση) ψυχολογικής στήριξης των κρατουμένων. Τα παραδείγματα ελλείψεων εξειδικευμένης δημόσιας ψυχολογικής στήριξης αφορούν
Συμπερασματικά
Η δημόσια ψυχική στην Ελλάδα είναι σε κρίσιμο σημείο, μετά από δεκαετίες ημίμετρων και απαξίωσης -κάτι που πια δεν αφήνει εκτεθειμένες μόνο τις ομάδες που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα, αλλά το σύνολο του πληθυσμού. Η οικονομική κρίση και τα βαθιά σημάδια που άφησε στην ελληνική κοινωνία έχει δημιουργήσει επιτακτικές ανάγκες ψυχοκοινωνικής στήριξης, ενώ ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει και νέες ανισότητες στην διασφάλισή τους. Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση της δημόσιας ψυχικής υγείας, αλλά και η συνολική αλλαγή παραδείγματος, η ενίσχυση των κοινοτικών δομών και η ουσιαστική πια αποασυλοποίηση. Και τα δύο αυτά όμως αφορούν και προϋποθέτουν βαθιές ιδεολογικές αλλαγές -στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την υγεία και την παθολογία, τη δημόσια υγεία και την βαθιά βλάβη που έχουν φέρει οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, το τι τελικά θεωρούμε ως ελάχιστο αποδεκτό για τις ζωές μας. Αυτή η αλλαγή παραδείγματος δεν αφορά μόνο ωφελούμενα άτομα, αλλά φέρνει στο επίκεντρο βαθιές κοινωνικές αλλαγές και συνειδητοποιήσεις: το ζήτημα δεν είναι μόνο η απόκρυψη ή η λύση του συμπτώματος, αλλά η δυνατότητα για κοινωνίες που γίνονται αξιοβίωτες για όλες τις ζωές -και που δίνουν σε όλες τις ζωές τη δυνατότητα για ευζωία, με την πιο βαθιά και ουσιαστική της σημασία.
Ενδεικτικές παραπομπές
Μεγαλοοικονόμου, Θ. (2019). Ρωγμές, Ρήγματα και Αντιστάσεις στην Κυρίαρχη Ψυχιατρική. Άγρα
Anargyros, K., Mavrogiannidis, T., Oikonomou, E., Karapournos, E., Dimou, S., & Moussas, G. I. (2023). Psychiatric Hospital of Leros: a portrayal of the current situation. Psychiatriki. https://doi.org/10.22365/jpsych.2023.017
Christodoulou, N. G., & Anagnostopoulos, D. C. (2013). The financial crisis and the future of mental health in Greece. International Psychiatry, 10(1), 3-5.
Fernández-Costa, D., Gómez-Salgado, J., Fagundo-Rivera, J., Martín-Pereira, J., Prieto-Callejero, B., & García-Iglesias, J. J. (2020). Alternatives to the Use of Mechanical Restraints in the Management of Agitation or Aggressions of Psychiatric Patients: A Scoping Review. Journal of Clinical Medicine, 9(9), 2791. https://doi.org/10.3390/jcm9092791
Kalisova, L., Raboch, J., Nawka, A., Sampogna, G., Cihal, L., Kallert, T. W., … & Fiorillo, A. (2014). Do patient and ward-related characteristics influence the use of coercive measures? Results from the EUNOMIA international study. Social psychiatry and psychiatric epidemiology, 49(10), 1619-1629.
Kersting, X. A., Hirsch, S., & Steinert, T. (2019). Physical harm and death in the context of coercive measures in psychiatric patients: a systematic review. Frontiers in psychiatry, 10, 451866
Kyriopoulos, I., Athanasakis, K., Tsoli, S., Mossialos, E., & Papanicolas, I. (2025). Addressing public health and health system challenges in Greece: reform priorities in a changing landscape. The Lancet Public Health, 10(9), e794-e803.
Szmukler, G., Daw, R., & Callard, F. (2014). Mental health law and the UN Convention on the rights of persons with disabilities. International journal of law and psychiatry, 37(3), 245-252.
Whiting, D., Lewis, A., Khan, K., Alder, E., Gookey, G., & Tully, J. (2025). Mechanical restraint in inpatient psychiatric settings: A systematic review of international prevalence, associations, outcomes, and reduction strategies. European Psychiatry : The Journal of the Association of European Psychiatrists, 68(1), e57. https://doi.org/10.1192/j.eurpsy.2025.2453
WHO (2025). Mental Health. https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/mental-health-strengthening-our-response

Νάνσυ Παπαθανασίου, PhD
Κλινική Ψυχολόγος και Επιστημονικά συνυπεύθυνη Orlando LGBT+ – Ψυχική υγεία χωρίς στίγμα και της γραμμής ψυχολογικής στήριξης 11528 για ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα. Δουλεύει κλινικά και ερευνητικά πάνω σε θέματα αντίληψης και συνεπειών των διακρίσεων, την ψυχική υγεία ομάδων υπό αντιξοότητα, διαθεματικά και ιστορικά, μέσα από το πρίσμα του μοντέλου της επιβεβαιωτικής προσέγγισης και της ψυχικής ανθεκτικότητας – με ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα ποικιλομορφίας σεξουαλικότητας, φύλου και σχέσεων. Από κοινού με την Έλενα-Όλγα Χρηστίδη έχουν επιμεληθεί τον συλλογικό τόμο Συμπερίληψη και ανθεκτικότητα: Βασικές αρχές στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία για ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας, έκφρασης και χαρακτηριστικών φύλου. Έχει διδάξει επί σειρά ετών στο δημόσιο πανεπιστήμιο.