PROJECT: Υγεία

PROJECT: Υγεία

Κλείσιμο
Project: Υγεία
  • Σχετικά με το project

    Το Project: Υγεία, μέσα από πρωτογενείς έρευνες, μελέτες, αρθρογραφίες και οπτικοακουστικό υλικό, αποσκοπεί σε μια όσο το δυνατόν πιο σφαιρική χαρτογράφηση της λειτουργίας του συστήματος δημόσιας υγείας (συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας), των δομών και των υπηρεσιών του.
    Εκκινώντας από τη βάση πως η υγεία αποτελεί βασικό κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, εξετάζει τις επιπτώσεις που έχουν οι πολιτικές λιτότητας και η απαξίωση του δημόσιου τομέα στους/στις εργαζόμενους/ες του κλάδου και στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας. Με γνώμονα την ανάγκη ενδυνάμωσης του συστήματος και την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών στην υγειονομική περίθαλψη, επισημαίνει τα προβλήματα και καταθέτει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

  • Ερευνητικό υλικό
  • Collaborators
  • Project coordinator
  • Συντελεστές/τριες

    Ταυτότητα έρευνας για την Ψυχική Υγεία

    Έρευνα: Νιόβη Αναζίκου, δημοσιογράφος
    Επιστημονική συνεργάτιδα: Νάνσυ Παπαθανασίου, Δρ Κλινικής Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, Επιστημονικά Συνυπεύθυνη Orlando LGBT+
    Review: Ζωή Γιαννούση, Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

    Ερευνητική Ομάδα ΚΕΠΥ – Έρευνα για το Ε.Σ.Υ. / Δεκ. 2025

    Ηλίας Κονδύλης – Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

    Αθανασία Παλάντζα – Επιστημονική Συνεργάτρια Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

    Ζωή Παρχαρίδη – Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

    Ουρανία Κουτσοτόλη – Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

    Ερασμία Μπουλιτσάκη Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημόσιας Υγείας/Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

    Αλέξης Μπένος – Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ.

Από τους «θεσμούς» απεξάρτησης στο «θεσμό» διαχείρισης της εξάρτησης

09.07.2026

Η Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω λειτούργησε στο πλαίσιο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου – Δαφνί και αποτελούσε συνέχεια και μετεξέλιξη της Κλινικής Αλκοολικών – Τοξικομανών, η οποία είχε συσταθεί το 1961. 

Το 1987 η ολιγομελής ομάδα θεραπευτών της εν λόγω Κλινικής, εκτιμώντας τα νέα δεδομένα περί των εξαρτήσεων και εμπνεόμενη από τον δημόσιο διάλογο της εποχής, ο οποίος αφορούσε την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, όπως επίσης από τα σχετικά κινήματα στην Ευρώπη,  προχώρησε σε ριζικές αλλαγές του υπάρχοντος θεσμού.

Στο επίκεντρο των διαδικασιών και των επεξεργασιών της ομάδας, που ακολούθησαν, παρά τις αντιδράσεις από την πλευρά του Ψυχιατρείου, βρίσκονταν το θεωρητικό υπόβαθρο, το πλαίσιο λειτουργίας και το θεραπευτικό πλαίσιο του θεσμού.

Στις συζητήσεις – αναζητήσεις της ομάδας, τέθηκαν πολλά ζητήματα για το χαρακτήρα και τη μορφή του Θεραπευτικού Προγράμματος, περά από το τότε υπάρχον νομικό και διοικητικό καθεστώς. Υπό αυτές τις συνθήκες διαλόγου, διαμορφώθηκε η πεποίθηση, ότι η μορφή του Προγράμματος δεν θα μπορούσε να ορίζεται από την αυθεντία του «διευθυντή», του «γιατρού» ή του «θεραπευτή», παρά μόνον από την θεωρητική και συναισθηματική επένδυση αυτών που το υπηρετούσαν. Δηλαδή, από την ομάδα των θεραπευτών και των εμπλεκόμενων στη θεραπεία. Ταυτοχρόνως όμως και από εκείνους, στους οποίους απευθυνόταν το Πρόγραμμα.  

Στους χώρους της Απεξάρτησης και της Ψυχικής Υγείας, ήταν και είναι γνωστό, ότι ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει το «πλαίσιο» λειτουργίας και θεραπείας. Το οποίο περιλαμβάνει τους κανονισμούς, τη σύνθεση της ομάδας θεραπευτών, τα ωράρια λειτουργίας, τις συνεδρίες κ.λπ. Δεδομένου, ότι όλη η θεωρητική και επιστημονική αφετηρία του «πλαισίου», δεν μπορεί παρά να αντανακλάται πάνω στην καθημερινή πρακτική του. Προϋπόθεση βεβαίως για τη λειτουργία του είναι η συλλογικότητα, η διεπιστημονικότητα και η πιο βαθειά συνειδητοποίηση του επιτελούμενου έργου από το κάθε μέλος.

Σε «θεσμούς» ψυχικής υγείας και απεξάρτησης όπως το 18 Άνω, οι απευθυνόμενοι σ’ αυτό είναι άνθρωποι τραυματισμένοι από την ασάφεια των ρόλων και το αδιαφοροποίητο ή το αυθαίρετο των ορίων. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πόσο απαραίτητη είναι, μέσα στο «συλλογικό», αφενός η ισοτιμία, αφετέρου η ύπαρξη διαφορετικών ειδικοτήτων θεραπευτών, με διακριτούς και ξεκάθαρους ρόλους που να επιτρέπουν την εξατομίκευση συνεπώς και τη διαφοροποίηση μεταξύ των μελών. Αυτά τα στοιχεία, δεν θα μπορούσε παρά να αφορούν και τις ομάδες των θεραπευομένων. 

Ο «θεσμός» στο χώρο που προαναφέρθηκε δημιουργήθηκε συλλογικά και διεκδίκησε την ύπαρξή του βασιζόμενος στον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό του και στην πολυφωνία, σε μια κατεύθυνση χειραφέτησης από τις ουσίες και όχι μόνον. 

Το 2024 η κυβέρνηση χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς να λάβει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα, όπως επίσης την πλέον των σαράντα ετών κλινική εμπειρία των υπαρχόντων Θεραπευτικών Προγραμμάτων, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 5129. Με αυτόν ενοποιεί – ομογενοποιεί οργανωτικά και θεωρητικά τις υπάρχουσες υπηρεσίες της Απεξάρτησης, σε έναν Οργανισμό Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων» (ΕΟΠΑΕ). Οι διοικητικού τύπου μεταβολές και μετακινήσεις προσωπικού που ακολούθησαν, ουσιαστικά καταστρατήγησαν τις έως τότε θεωρητικές και θεραπευτικές αρχές. Ο  υφυπουργός Υγείας μάλιστα, υποστήριξε ότι με τον νόμο αυτό συντελέστηκε η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στη χώρα, συμπληρώνοντας ότι το σύστημα μετατρέπεται πλέον σε «ασθενοκεντρικό».   

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές, ότι πρόκειται για μια πολιτική που προβάλει τον ιατροκεντρισμό, θέλοντας να κρύψει τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς συντελεστές της εξάρτησης. Μια πολιτική που προβάλλει την βιολογικού τύπου άποψη, ότι δηλαδή η εξάρτηση είναι μια «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος του εγκεφάλου», ότι «ο εξαρτημένος έχει ανάγκη την υποκατάσταση, όπως ο διαβητικός την ινσουλίνη». Συνεπώς, ότι δεν μπορεί να γίνει «καλά» ο εξαρτημένος και τελικά ότι δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική λύση. Επαγωγικά δεν απομένει τίποτε άλλο στην Πολιτεία, παρά η διαχείριση του φαινομένου, η οποία βεβαίως υπόκειται στους νόμους της αγοράς. 

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το άρθρο 46 του νόμου 5129 περί διάρθρωσης των υπηρεσιών του ΕΟΠΑΕ, προβλέπει ξεχωριστή διεύθυνση για τη Θεραπεία και ξεχωριστή για την Κοινωνική Επανένταξη. Οι εμπνευστές του νόμου, αντιλαμβάνονται την Κοινωνική Επανένταξη κυρίως ως μια διαδικασία, όπου ο απεξαρτημένος θα αποκτήσει κοινωνικές δεξιότητες. Όσον αφορά την «αξιολόγηση» της κατάστασής του θέτουν τρείς δείκτες: α) ποια είναι η σχέση του απεξαρτημένου με τις ουσίες, β) ποια η σχέση του με τον Νόμο, γ) αν είναι παραγωγικός.   

Αγνοούν δηλαδή παντελώς, από τη μια πλευρά τους κοινωνικούς – ψυχολογικούς – πολιτισμικούς παράγοντες και από την άλλη, ότι η θεραπεία απεξάρτησης, σύμφωνα με τη διεθνή και την ελληνική εμπειρία, όπως και βιβλιογραφία, απαιτεί διάρκεια περί τα δύο χρόνια (υποδοχή/προετοιμασία –ψυχολογική απεξάρτηση – επανένταξη) και ότι το στάδιο της Κοινωνικής Επανένταξης αποτελεί κύριο μέρος της θεραπείας. Δεν είναι απλά μια διαδικασία εκπαίδευσης. Στο στάδιο αυτό διατηρούνται όλα τα χαρακτηριστικά της θεραπείας, όπου ο θεραπευόμενος με τη συνοδεία του/της θεραπευτή/τριας και της ομάδας του, μεταβαίνει από το «συμβολικό» που χαρακτηρίζει το στάδιο της ψυχολογικής απεξάρτησης, στο «πραγματικό» της κοινωνικής επανένταξης.   

Το αντικείμενο των εξαρτήσεων είναι δύσκολο, επίπονο και «ματαιωτικό». Η εξάρτηση και ο εξαρτημένος αλλάζουν όπως και η κοινωνία. Σε αυτή την περίπτωση λόγω της δυναμικής του φαινομένου, ο διοικητικού τύπου σχεδιασμός ενός «θεσμού» Απεξάρτησης είναι αναπόφευκτο να διολισθήσει σε τυποποιημένες τεχνικές, μηχανιστικές μεταφορές προτύπων, διεκπεραιωτικές πρακτικές και εμπειρισμούς. Σε αυτή την περίπτωση ο «θεσμός» όχι μόνο δεν θα μπορέσει να επιτελέσει το έργο του, αλλά θα γίνει αλλοτριωτικός, τόσο για την ομάδα των θεραπευτών, όσο και για εκείνους που δέχονται τις υπηρεσίες του. Ας μη διαφεύγει της προσοχής, ότι η εξάρτηση δηλώνει μιας ακραίας μορφής αλλοτρίωση, η οποία συνυφαίνεται με την ευρύτερη κοινωνική. 

Ο «θεσμός» δεν είναι αυτοσκοπός, η θεραπεία ή όποια άλλη υπηρεσία παρέχει, δεν μπορεί να επιτύχει σε ένα άκαμπτο σύστημα, που απλά επιδιώκει να συντηρηθεί. Σε ένα σύστημα που κατ’ αρχήν ενδιαφέρεται για τις στατιστικές και την Οικονομία. 

Τα ιδρυματοποιημένα σχήματα και οι «θεσμοί», που λειτουργούν μονοσήμαντα βάσει της Διοίκησης, της Νομικής ή της Οικονομίας, ανεξαρτήτως προθέσεων των λειτουργών τους, εν τέλει προάγουν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις εις βάρος των ευάλωτων μελών της κοινωνίας. Εγκλωβίζουν την έμπνευση, τυποποιούν και παγιδεύουν τους εμπλεκόμενους σε μια άλλου τύπου εξάρτηση. Στην εξάρτηση από τον «θεσμό» και στις μηχανιστικά προσφερόμενες υπηρεσίες του. Και προφανώς διαιωνίζουν τη χειραγώγησή τους. 

Εν κατακλείδι, ο προαναφερόμενος νόμος και η πολιτική που υπηρετεί, δεν αφορούν μόνο την ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας, τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών για την Υγεία, τις επιδιώξεις των ασφαλιστικών εταιρειών ή της φαρμακοβιομηχανίας. Αφορούν τον κοινωνικό έλεγχο των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, αλλά και εκείνων που προσφέρουν υπηρεσίες σ’ αυτές τις ομάδες.     

Το φαινόμενο των εξαρτήσεων βρίσκεται σε εξέλιξη. Βάσει των προδιαγραφών συγκρότησης του «κατασκευασμένου» Οργανισμού, διαφαίνεται η αδυναμία του να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τις εξαρτήσεις. Οι ανάγκες των ευάλωτων ομάδων και της κοινωνίας είναι δεδομένες. Αυτές είναι που θα υπαγορεύσουν νέα σχήματα και πολιτικές για τις εξαρτήσεις, που δεν μπορεί παρά να προκύψουν για άλλη μια φορά, όπως και στο παρελθόν, «από τα κάτω». Η γνώση και η εμπειρία του 18 ΑΝΩ, όπως και των άλλων Θεραπευτικών Προγραμμάτων, θα είναι πολύτιμες για τους νέους θεραπευτές, για τους εξαρτημένους, για την κοινωνία. 

Πολιτική Cookies