PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο
Project: Οικονομική Δικαιοσύνη

H “άδικη χώρα” και το δημοκρατικό αίτημα μείωσης των ανισοτήτων

Η «Οικονομική Δικαιοσύνη» υπήρξε το πρώτο μεγάλο ερευνητικό έργο με το οποίο έκανε την δημόσια εμφάνισή του το Ινστιτούτο Eteron. Η πρώτη εκείνη έρευνα είχε πραγματοποιηθεί τέλη του 2021 και είχε δημοσιευθεί τον Ιανουάριο του 2022. Πέντε χρόνια μετά είναι να σαν να βρισκόμαστε σε έναν αρκετά διαφορετικό κόσμο. Δεν είναι μόνο το πέρασμα των πέντε αυτών χρόνων. Η πλέον ουσιώδης διαφορά είναι ότι το 2021 ζούσαμε ακόμα εντός της πανδημικής συνθήκης. Πέρα από τις επιδράσεις που αυτή η συνθήκη είχε στον ψυχισμό μας και στον τρόπο θέασης των πραγμάτων, είχε επηρεάσει, επίσης, τον τρόπο άσκησης πολιτικής -και συγκεκριμένα οικονομικής πολιτικής- από τα κράτη. 

Παρά τη θεμελιώδη αυτή διαφορά, διατηρείται, όμως, ένα κοινό νήμα: η αίσθηση της κρίσης. Υπάρχει η αίσθηση ότι ζούμε σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενων -διαδοχικών ή και παράλληλων- κρίσεων, φαινόμενο που έχει κωδικοποιηθεί ως πολυκρίση [polycrisis] ή μονιμοκρίση [permacrisis]. Σήμερα, η κρίση δεν βιώνεται ως μια έκτακτη συνθήκη ή μια συνθήκη εξαίρεσης, όπως συνέβη με την κρίση χρέους, τη μνημονιακή περίοδο ή την πανδημία. Η τρέχουσα συνθήκη, που συχνά αποκαλείται ως πληθωριστική κρίση, και λαμβάνει και τις μορφές της ενεργειακής και της στεγαστικής κρίσης, χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη διάρκεια με συνεχείς μεταβολές. Σε αυτήν την παρατεταμένη διάρκεια παρατηρούνται κλιμακώσεις που συνήθως σχετίζονται με στρατιωτικά συμβάντα, τα οποία αρχίζουν να λαμβάνουν έναν πιο δομικό χαρακτήρα καθώς η λογική του πολέμου έχει πια επιστρέψει για τα καλά στη διεθνή σκηνή. 

Η τριπλή πίεση σε ενέργεια, τρόφιμα και στέγαση δημιουργεί μια συνθήκη κρίσης πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και κόστους ζωής, μια κρίση στο επίπεδο και την ποιότητα της διαβίωσης. Η πρώτη κιόλας ερώτηση της έρευνας το επιβεβαιώνει: Το 63,4% των πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένο με την προσωπική οικονομική του κατάσταση (+6,1% σε σχέση με το 2021). Η συνθήκη αυτή μας ώθησε στην πραγματοποίηση της νέας έρευνας για την “Οικονομική Δικαιοσύνη” που εστιάζει στις αντιλήψεις και τις στάσεις των πολιτών για σειρά ζητημάτων που σχετίζονται με τις οικονομικές -αλλά και κοινωνικές- ανισότητες, τη δικαιοσύνη και τις αδικίες που βιώνουν, τις πολιτικές για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων, τις στάσεις του για σημαντικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής και τις ιδεολογικές και πολιτικές αξίες που αφορούν το πεδίο της οικονομίας. Στο παρόν κείμενο θα εξετάσουμε ορισμένα μόνο από τα βασικά ευρήματα της έρευνας.

Αναγνωρίζοντας τις ανισότητες

Στο πρώτο σύνολο ερωτήσεων που θα εξετάσουμε, αποτυπώνεται με ακρίβεια το κατά πόσο οι πολίτες θεωρούν την Ελλάδα μια δίκαιη ή άνιση χώρα και το πως αναγνωρίζουν την ύπαρξη -οικονομικών κυρίως- ανισοτήτων.  Η Ελλάδα θεωρείται μια άδικη χώρα από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της χώρας (80,4%, +5,9% από το 2021). Καθολική είναι και η αναγνώριση ότι οι ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών τάξεων στην Ελλάδα είναι αρκετά και πολύ σημαντικές (88,1%). Σχεδόν ένας στους δυο (47,3%) θεωρεί ότι υπάρχουν πολύ σημαντικές ανισότητες. 

Σε αντίστοιχα υψηλά επίπεδα (84%, +1,7% από το 2021) κινείται το ποσοστό των πολιτών που θεωρούν ότι οι αδικίες στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η διαπίστωση αυτή είναι συντριπτική. Ακόμα κι οι ομάδες που θεωρούν, στην πρώτη ερώτηση, την Ελλάδα μια μάλλον δίκαιη χώρα, την ίδια στιγμή πιστεύουν ότι σε κάθε περίπτωση είναι πιο άδικη από άλλες χώρες της Ευρώπης. 

Ποια είναι τα γνωρίσματα αυτής της διάχυτης αίσθησης αδικίας; Η απάντηση βρίσκεται τόσο στο κοινωνικό όσο και στο προσωπικό πεδίο. Στη γενική εικόνα, και πάλι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών (81,9%, -2,8% από το 2021) εκτιμά ότι ο πλούτος δεν κατανέμεται δίκαια μεταξύ επιχειρηματιών και εργαζομένων, με τους πρώτους να ευνοούνται ξεκάθαρα. Αντίστοιχα, οι πολίτες (82,2%) θεωρούν οτι η κρατική πολιτική, σήμερα, ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επομένως, ένα πρώτο συλλογικό γνώρισμα της αδικίας είναι η άνιση κατανομή του πλούτου και η κρατική εύνοια υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. 

Οι δύο τομείς που οι πολίτες εντοπίζουν τις μεγαλύτερες αδικίες στη χώρα είναι οι χαμηλοί μισθοί που δεν επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση (60,7%) και το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης με τα υψηλά ενοίκια (57,7%). Μισθολογικό και στεγαστικό είναι τα δυο πιο πιεστικά προβλήματα, το ζευγάρι που συγκροτεί την κρίση του κόστους ζωής σήμερα. Ακολουθούν, η έλλειψη αξιοκρατίας (45,8%) και η φορολογία, για την ακρίβεια η έλλειψη φορολογικής δικαιοσύνης (45,1%). 

Μεταξύ των διαφόρων δημογραφικών κατηγοριών του δείγματος παρατηρούνται αρκετές σημαντικές διαφοροποιήσεις και αξίζει να σταθούμε σε ορισμένες από αυτές. Η μεγαλύτερη από αυτές εμφανίζεται στο ζήτημα της στέγασης. Το κόστος στέγασης αποτελεί τον σημαντικότερο τομέα αδικίας για τους νέους και τις νέες 17-34 ετών (69,2%). Το ζήτημα αυτό απασχολεί τους ανθρώπους άνω των 55 ετών κατά 21 μονάδες λιγότερο (48,2%). Είναι προφανές ότι τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης είναι πολύ υψηλότερα στις ηλικίες αυτές και αυτό εξηγεί μέρος της διαφοροποίησης. Από την άλλη, το ζήτημα των χαμηλών συντάξεων είναι η τρίτη δημοφιλέστερη απάντηση (44,6%) στους πολίτες άνω των 55 ετών ενώ το ποσοστό μειώνεται σημαντικά στη νεανική κατηγορία (33%, -14,6%). Οι δύο ηλικιακές ομάδες βιώνουν διαφορετικές πραγματικότητες και έχουν διαφορετική σχέση τόσο με τη στέγη και ενοίκιο όσο και με την προοπτική της συνταξιοδότησης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ενσυναίσθηση, διαγενεακή δικαιοσύνη και διαγενεακή αλληλεγγύη.                                                      

Μια αξιοσημείωτη αντίστιξη παρατηρείται, επίσης, λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό επίπεδο. Εκεί βλέπουμε δυο σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η τρίτη δημοφιλέστερη απάντηση (46,1%) μεταξύ των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι η αδικία του να λαμβάνουν επιδόματα οι μετανάστες από το κράτος ενώ τα στερούνται φτωχοί Έλληνες. Η συνθήκη αυτή είναι στο γενικό δείγμα μόλις έβδομη μεταξύ των εννέα εναλλακτικών που δόθηκαν. Από την άλλη, οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας θεωρούν πολύ σημαντικότερη αδικία την έλλειψη αξιοκρατίας σε σχέση με τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το μισθολογικό και το φορολογικό πεδίο, όπου ξεχώρισαν ως τομείς με μεγάλες αδικίες.  Παρότι η πλειοψηφία (68,4%, +16,3% από το 2021) νιώθει ότι έχει μια εργασία που αντιστοιχεί στα προσόντα της, αυτή η αίσθηση “δικαιοσύνης” δεν αντικατοπτρίζεται στις αποδοχές των εργαζομένων. Η πλειοψηφία θεωρεί ότι δεν έχεις δίκαιες οικονομικές απολαβές για το επάγγελμα που ασκεί (62,4%) ούτε δίκαιες απολαβές για την επαγγελματική εμπειρία και την προσπάθεια που καταβάλει στην εργασία (62,8%). Είναι προφανές ότι χρειάζεται μια σοβαρή παρέμβαση με συνολική αύξηση των μισθών, ικανή να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια των εργαζομένων στη χώρα, επιτρέποντάς τους παράλληλα να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος ζωής στην καθημερινότητά τους. Άλλη διάσταση της ανισότητας είναι τα φορολογικά βάρη καθώς σύμφωνα με τη μεγάλη πλειοψηφία (87,1%) αυτά τα σηκώνουν κυρίως οι μισθωτοί-ες και οι συνταξιούχοι-ες. Πρόκειται για μια διαπίστωση που αποτελεί κοινό τόπο, και επιβαρύνεται επιπρόσθετα από την άνιση επίδραση των έμμεσων φόρων (Anjarwi, 2025)

Οι αδικίες δεν είναι, όμως, μόνο οικονομικές. Δύο στους τρεις ερωτώμενους (65,9%) εκτιμούν ότι οι γυναίκες δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τους άνδρες για να καταλάβουν θέσεις εργασίας αντίστοιχες των προσόντων τους. Όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο ένα μεγάλο μέρος από τα υποκείμενα που ωφελούνται από αυτήν την άνιση συνθήκη δεν είχαν την ευαισθησία να την αναγνωρίσουν. Το ποσοστό συμφωνίας στον ανδρικό πληθυσμό περιορίστηκε στο 52,4%, έναντι 79,1% στον γυναικείο πληθυσμό του δείγματος. 

Αντιμετωπίζοντας τις ανισότητες

Στην έρευνα επιχειρήσαμε να εξετάσουμε και ορισμένες πολιτικές επιλογές για την αντιμετώπιση διαφορετικών εκδηλώσεων ανισότητας αλλά και γενικότερα κατευθύνσεις πολιτικών στον τομέα της οικονομίας. Στο περιβάλλον αδικίας που περιέγραψαν οι πολίτες, ποιο οικονομικό σύστημα εκτιμούν ότι θα ήταν καλύτερο για τους ίδιους; Στο ερώτημα αυτό οι απόψεις ήταν αρκετά μοιρασμένες, με μια μικρή τάση υπέρ του συστήματος με περισσότερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία (48,9%) έναντι του συστήματος με περισσότερη κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς (41,6%).  Προφανώς, μιλάμε για δυο κατά βάση μικτά συστήματα, με τους πολίτες να καλούνται να επιλέξουν ποια από τις δυο αρχές (κράτος ή ελεύθερη αγορά) θα υπερτερεί. Ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα, που χρήζει προσοχής γιατί ενδεχομένως σχετίζεται και με τις αλλαγές στις κοινωνικές διαιρετικές τομές, αφορά τις απόψεις με βάση το μορφωτικό επίπεδο. Η υποστήριξη του πρωτείου της ελεύθερης αγοράς μειώνεται στους αποφοίτους της τριτοβάθμιας (39,9% έναντι 45%), με την πλειοψηφία τους (51,6%) να στηρίζει ένα σύστημα που βασίζεται περισσότερο στην κρατική παρέμβαση. Με σχεδόν ίδιο ποσοστό (51,8%) την οργάνωση του οικονομικού συστήματος στη βάση περισσότερο της κρατικής παρέμβασης υποστηρίζουν και οι νέοι/νέες 17-34 ετών (μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των ηλικιακών ομάδων). Η στάση αυτή συνδέεται και με την εκτίμηση της πλειοψηφίας (60,4%) ότι το κράτος δεν παρεμβαίνει σήμερα αρκετά και ως εκ τούτου επιτρέπει στον ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος. Το μορφωτικό επίπεδο παρουσιάζεται ξανά ως παράγοντας που επηρεάζει τις στάσεις των πολιτών, καθώς οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υποστηρίζουν, με μια διαφορά σχεδόν 10 μονάδων (+9,7) από αυτούς της δευτεροβάθμιας, οτι το κράτος φαίνεται να μην παρεμβαίνει αρεκτά στην οικονομία. Πέρα από τον ευρύτερα ρυθμιστικό ρόλο του κράτους, που υπονοεί η θέση για την παρέμβαση και την ασυδοσία των ιδιωτών, υπάρχει καθολική θέση (οριακά άνω του 90%) πως ευαίσθητα πεδία δραστηριοτήτων που συνδέονται με δημόσια αγαθά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την παιδεία, την ύδρευση και την υγεία, πρέπει να είναι αρμοδιότητα κυρίως του δημοσίου τομέα. 

Με δεδομένο ότι οι πολίτες είχαν εντοπίσει μια άνιση κατανομή πλούτου που ευνοούσε τους επιχειρηματίες, σε κρίσιμες οικονομικές επιλογές δείχνουν την υποστήριξή τους σε μέτρα που ενδεχομένως μπορούν να μειώσουν αυτήν την άνιση κατανομή. Ένα κρίσιμο τέτοιο πεδίο είναι η φορολογία, όπου το 61,9% τάσσεται υπέρ της αύξησης της φορολογίας των υψηλών εισοδημάτων και του μεγάλου πλούτου, με στόχο να μειωθούν οι ανισότητες. Το γνωστό αφήγημα των trickle down economics, της ιδέας δηλαδή ότι αν μειωθεί η φορολογία στους πλούσιους και τις επιχειρήσεις τότε θα αυξηθούν οι επενδύσεις και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και επομένως σιγά σιγά τα οφέλη θα “κυλήσουν” προς τα χαμηλότερα στρώματα, έχει μια συγκροτημένη αλλά μειοψηφική παρουσία, κερδίζοντας την υποστήριξη του ενός τρίτου (35,2%) της ελληνικής κοινωνίας. Και πάλι εδώ παρουσιάζεται μια διαφοροποίηση με βάση το μορφωτικό επίπεδο, με τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να υποστηρίζουν περισσότερο την αύξηση της φορολογίας των υψηλών εισοδημάτων (+5,8) σε σχέση με τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις βρίσκει μεγαλύτερη υποστήριξη (41,8%) μεταξύ των νέων 17-34 ετών έναντι των υπολοίπων ηλικιακών ομάδων, γεγονός που ίσως υποδεικνύει μια προσδοκία να ωφεληθούν από νέες θέσεις εργασίας. 

Η φορολόγηση του πλούτου είναι στο επίκεντρο μεγάλων συζητήσεων διεθνώς στην πολιτική, ακαδημαϊκή και δημόσια σφαίρα. Ένα πρόσφατο παράδειγμα θέσπισης φόρου που στοχεύει στον υψηλό πλούτο προσέφερε ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης. O Zohran Mamdani ανακοίνωσε, με το σύνθημα “happy tax day”, έναν νέο φόρο σε πολυτελή ακίνητα και διαμερίσματα αξίας άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων, που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία. Τέτοια ακίνητα χρησιμοποιούνται συχνά για αποθήκευση πλούτου και για άλλους κερδοσκοπικούς σκοπούς. Εμβληματική προσωπικότητα στο διεθνές στερέωμα υπέρ του σκοπού της φορολόγησης των υπερπλουσίων είναι ο Γάλλος οικονομολόγος Gabriel Zucman, o οποίος θεωρεί ότι η φορολόγησή τους είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης που εκτός από την αποκατάσταση μιας φορολογικής δικαιοσύνης θα φέρει, επίσης, τη διεύρυνση της δημοκρατίας (Zucman, 2026, σ. 13). Ο Zucman (2026, σ. 33-35) χαρακτηρίζει τον φόρο εισοδήματος ως ανολοκλήρωτη επανάσταση καθώς οι δισεκατομμυριούχοι δεν έχουν ακόμα εισέλθει στο συστημα, καθώς δομούν την περιουσία τους με τρόπο που μπορεί να μην παράγει φορολογητέο ατομικό εισόδημα. Η πρόταση του Zucman (2026, σ. 49-50) είναι η θέσπιση ενός κατώτατου συντελεστή φορολόγησης για τους υπερπλούσιους που να φτανει στο 2% της περιουσίας τους, και ο φόρος αυτός θα εφαρμόζεται μόνο αν το ύψος των φόρων που καταβάλλονται σε επίπεδο φυσικού προσώπου δεν πιάνει ήδη αυτό το κατώφλι. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο φόρος και το όριο αυτό εφαρμόζεται επί της περιουσία και όχι επί του εισοδήματος. 

Αντίστοιχα, λοιπόν, στην έρευνά μας, η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτώμενων (86,5%) θεωρεί επιβεβλημένη την αύξηση των φόρων στους πλούσιους για να υπάρξει φορολογική δικαιοσύνη.  Άλλο σημαντικό ζήτημα πολιτικής είναι το ασφαλιστικό σύστημα. Είναι δεδομένο πως, και για λόγους δημογραφικούς, το ασφαλιστικό συνιστά μια πρόκληση για το μέλλον. Παρόλα αυτά δεν έχει χαθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ιδέα και το μοντέλο της κοινωνικής ασφάλισης και της συλλογικής αντιμετώπισης των ασφαλιστικών κινδύνων (υποστήριξη 78,4%). Λιγότερο από ένας στους πέντε ερωτώμενους τάσσεται υπέρ ενός μοντέλου αποκλειστικά ιδιωτικής ασφάλισης, όπου κάθε άτομα αναλαμβάνει την ευθύνη να ασφαλιστεί, απολαμβάνοντας παροχές αντίστοιχες των εισφορών του και μόνο (18,2%).

Όπως είδαμε και νωρίτερα, ο δεύτερος τομέας στον οποίον εντοπίζουν οι πολίτες τις μεγαλύτερες αδικίες στην Ελλάδα είναι το κόστος στέγασης. Στη δημόσια σφαίρα συζητούνται συχνά διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης. Οι πολίτες επιλέγουν ως σημαντικότερη την παροχή χαμηλότοκων δανείων για την αγορά πρώτης κατοικίας (56,4%) ενώ ακολουθούν με χαμηλότερα ποσοστά το πλαφόν στην αύξηση ενοικίων (46,8%) και η κατασκευή κοινωνικών κατοικιών (38,9%). Στις ηλικίες έως 54 ετών, που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία με την ενοικίαση, το μέτρο του πλαφόν στην αύξηση ενοικίων είναι ελαφρώς πιο δημοφιλές από τα δάνεια για την αγορά πρώτης κατοικίας. Το πρόσφατο μέτρο που υιοθέτησε η κυβέρνηση για την επιδότηση του ενοικίου εμφανίζεται ως το λιγότερο δημοφιλές (24,5%) μεταξύ των επτά εναλλακτικών που δόθηκαν. Ενδεχομένως να ερμηνεύεται ως μέτρο που δεν αντιμετωπίζει την στεγαστική κρίση στην ουσία της αλλά απλώς ανακουφίζει παροδικά ένα μέρος από τις συνέπειες της. Για τους νέους και τις νέες 17-34 ετών η κατασκευή κοινωνικών κατοικιών (35,2%) είναι εξίσου σημαντική με τη θέσπιση περιορισμών στη βραχυχρόνια μίσθωση (35,4%). Σημαντικά υψηλότεροι είναι η υποστήριξη των περιορισμών αυτών μεταξύ των αποφοίτων της τριτοβάθμιας σε σχέση με αυτούς της δευτεροβάθμιας (33,5% έναντι 22,9%). Η έμφαση στην ιδιόκτητη κατοικία, όπως αποτυπώνεται στο πιο δημοφιλές μέτρο που επιλέγουν οι πολίτες, δείχνει ότι αυτή η πολιτική δημιουργεί κοινωνική συνοχή, μέσα από τη διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας και την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικότερου επιπέδου ευημερίας (Δημητρίου, 2025, σ. 92).

Ιδεολογικές και αξιακές θέσεις για την οικονομία

Το πλέον σημαντικό ιδεολογικό ζήτημα που σχετίζεται με την ανισότητα είναι αν οι ανισότητες θεωρούνται φυσικές ή όχι. Ο σπουδαίος Ιταλός φιλόσοφος Norberto Bobbio (2011, σ. 160) υποστήριζε ότι το κριτήριο ισότητα-ανισότητα -και οι διαφορετικές στάσεις για το ζήτημα αυτό- ήταν το βασικό κριτήριο για τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, καθώς είναι το μοναδικό κριτήριο που αντέχει στη φθορά του χρόνου.  Η Αριστερά θεωρούσε τις ανισότητες ως κοινωνικές, και άρα κατασκευασμένες, και για αυτό εξαλείψιμες και στόχευε στη μείωσή τους ενώ η Δεξιά τις έβλεπε ως φυσικές και ως τέτοιες μη εξαλείψιμες (Μπόμπιο, 2011, σ. 172). Η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας (66,4%) απορρίπτει την οπτική αυτή καθώς θεωρεί ότι οι οικονομικές ανισότητες δεν συνδέονται με την ανθρώπινη φύση αλλά αντιθέτως τις παράγει το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Υπάρχει, επομένως, μια κεντρο-αριστερή οπτική στο ζήτημα αυτό, συμβατή με την κεντρο-αριστερή κλίση του κοινωνικού σώματος ιστορικά αλλά και στο σημερινό περιβάλλον, παρά τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα (Μοσχονάς, 1994, Μοσχονάς και Ιωαννίδης, 2025). Η θέση αυτή καλεί -και νομιμοποιεί- για παρεμβάσεις αντιμετώπισης των ανισοτήτων, κυρίως από την πλευρά του κράτους. 

Η επιθυμία για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση εκφράζεται και σε ιδεολογικό επίπεδο με περίπου 2 στους 3 πολίτες (64,4%) να εννοιολογούν την ελευθερία ως απελευθέρωση από τη φτώχεια, με ένα κράτος που προσφέρει ισχυρή κοινωνική προστασία και περιορίζει τον ρόλο των αγορών. Είναι αξιοσημείωτο πως παρότι οι “ελεύθερες” αγορές έχουν οικειοποιηθεί, διαστρέφοντάς το, το σημαίνον της ελευθερίας, η ιδεολογία του οικονομικού φιλελευθερισμού δεν έχει καταφέρει να κυριαρχήσει στη νοηματοδότηση της έννοιας της ελευθερίας, ούτε βέβαια να ταυτίσει την ελευθερία των ανθρώπων με τις αγορές και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Εδώ οι άνεργοι, όπως είναι εύλογο καθώς είναι οι άνθρωποι που βιώνουν τους περισσότερους περιορισμούς ως αποτέλεσμα των χαμηλών εισοδημάτων, είναι η δημογραφική κατηγορία που υιοθετεί περισσότερο την νοηματοδότηση της ελευθερίας ως απελευθέρωσης από τη φτώχεια. Η χαμηλότερη υποστήριξη αυτής της νοηματοδότησης, μεταξύ όλων των δημογραφικών κατηγοριών εντοπίζεται στους-ις αγρότες-ισσες και τους-ις κτηνοτρόφους-ισσες. 

Όπως είχαμε δει και σε παλαιότερες έρευνες του Eteron, με σημαντικότερη την “Ακτινογραφία των Ψηφοφόρων”, οι τρεις επικρατέστερες ιδεολογικές στάσεις των πολιτών είναι η Σοσιαλδημοκρατία (20,9%), ο Φιλελευθερισμός (16,8%) και ο (Δημοκρατικός) Σοσιαλισμός (14,5%). Αντίστοιχα είναι τα ευρήματα και στην έρευνα που εξετάζουμε εδώ. Οι τρεις επικρατέστερες ιδεολογικές προσεγγίσεις που μπορούν να εξασφαλίσουν ισχυρή και δίκαιη ανάπτυξη είναι η Σοσιαλδημοκρατία (20,6%), ο Σοσιαλισμός (18,9%, +1,8% από το 2021) και ο Φιλελευθερισμός (16,6%). Είναι προφανές ότι η απάντηση επηρεάζεται από την ιδεολογική ταυτότητα που υιοθετούν οι πολίτες. Ακόμα κι έτσι είναι σαφές ότι οι σχηματικά κεντρο-αριστερές προσεγγίσεις στην οικονομία θεωρούνται οι πλέον κατάλληλες για να πετύχουν μια ανάπτυξη ταυτόχρονα ισχυρή αλλά και δίκαιη. Η μορφωτική διαίρεση εμφανίζει ξανά ενδιαφέρον καθώς οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας δίνουν μεγαλύτερη υποστήριξη από αυτούς της δευτεροβάθμιας και στις τρεις αυτές ιδεολογικές προσεγγίσεις. Η μεγαλύτερη διαφορά εντοπίζεται στη στήριξη της σοσιαλδημοκρατίας (23,7% έναντι 15,1% στη δευτεροβάθμια). Στις επαγγελματικές κατηγορίες προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα ζευγάρια προτιμήσεων, που αν αναλυθούν περαιτέρω εξηγούν ενδεχομένως σειρά κοινωνικών φαινομένων. Για παράδειγμα, στον χώρο των αγροτών-ισσών και των κτηνοτρόφων-ισσών οι δυο δημοφιλέστερες απαντήσεις είναι η σοσιαλδημοκρατία ( 29,1%) και ο εθνικισμός (15,8%): τα υψηλότερα ποσοστά τόσο της σοσιαλδημοκρατίας όσο του εθνικισμού σε οποιαδήποτε δημογραφική κατηγορία του δείγματος. Από την άλλη η σοσιαλδημοκρατία υποχωρεί εξαιρετικά μεταξύ του φοιτητικού πληθυσμού (11,6%), ο οποίος επιλέγει το δίδυμο φιλελευθερισμός (20,8%) και σοσιαλισμός (20,7%).  

Ένα ζήτημα που συνδέεται ιδιαίτερα με την ευρύτερη ιδεολογική στάση των πολιτών είναι ο τρόπος που ορίζουν τι συνιστά μια δίκαιη κοινωνία. Η μακράν πιο δημοφιλής απάντηση που συγκεντρώνει σχεδόν τις μισές απαντήσεις (48,5%) είναι αυτή που περιγράφει ως δίκαιη μια κοινωνία η οποία προσφέρει στους πολίτες ίσες ευκαιρίες αλλά και ίσες δυνατότητες αξιοποίησης των ευκαιριών αυτών ώστε όλα τα άτομα να μπορούν να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους. Το να έχουμε όλα τα μέλη μιας κοινωνίας ευκαιρίες και δικαιώματα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορούμε να τα απολαύσουμε με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν εμπόδια, περιορισμοί, αδικίες, και μια δίκαιη κοινωνία φροντίζει να οικοδομήσει ένα πλαίσιο που οι περιορισμοί και οι αδικίες μειώνονται ώστε να δοθούν σε όλα τα μέλη της δυνατότητες αξιοποίησης των ευκαιριών και απόλαυσης των δικαιωμάτων. Τότε έχουμε πραγματική ισότητα, σε διαφορετική περίπτωση τα δικαιώματα μετατρέπονται σε προνόμια (Δημητρίου, 2025, σ. 76). Η παροχή ίσων ευκαιριών ενώ ταυτόχρονα παραβλέπονται τα συστημικά εμπόδια, με κυριότερα μεταξύ αυτών τις ταξικές ανισότητες και τους περιορισμούς που αυτές φέρνουν, δείχνει περισσότερο μια επίφαση ισότητας, τη στιγμή που απουσιάζει η ουσιαστική μέριμνα. Σύμφωνα με τον Μπόμπιο (2011, σ. 191), μια πολιτική ισότητας χαρακτηρίζεται ακριβώς από την τάση να μετακινεί τα εμπόδια που καθιστούν τους ανθρώπους λιγότερο ίσους. Μπορούμε να πούμε ότι η πρώτη στάση είναι μια περισσότερο σοσιαλδημοκρατική θέση και η δεύτερη μια καθαρά φιλελεύθερη θέση. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι το ποσοστό που ταυτίζει τη δίκαιη κοινωνία με την απλή παροχή ίσων ευκαιριών (17,1%) είναι σχεδόν ίδιο με το ποσοστό του δείγματος που πιστεύει ότι ο φιλελευθερισμός μπορεί να εξασφαλίσει μια ισχυρή και δίκαιη ανάπτυξη (16,8%). Το μαρξικό ρητό “από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες τους” φαίνεται πως εμπνέει έναν στους πέντε πολίτες (19,3%) και δείχνει την απήχηση σοσιαλιστικών ιδεών στην ελληνική κοινωνία. 

Ποια είναι τα δυνατά και ποια τα αδύναμα σημεία Αριστεράς και Δεξιάς στο πεδίο της οικονομίας; Που αναγνωρίζει ο κόσμος ότι έχουν μεγαλύτερη ικανότητα; Η (κεντρο-)Αριστερά θεωρείται ότι είναι η πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την επέκταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (48,8%) και οι πολίτες την εμπιστεύονται για τη μειωση των οικονομικών ανισοτήτων (48%), τη φορολογική δικαιοσύνη (40,4%) και για ένα δίκαιο συνταξιοδοτικό σύστημα (40,2%). Στον αντίποδα, η (κέντρο-)Δεξιά θεωρείται ότι μπορεί να ενισχύσει με τις πολιτικές της την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων (42,9%) και τη στήριξη των νέων επιχειρήσεων (36,2%). Με οριακή διαφορά (34% έναντι 32%) οι πολίτες εμπιστεύονται λίγο παραπάνω την κεντρο-δεξιά για να πετύχει τη μείωση του χρέους σε σχέση με την κεντρο-αριστερά. Η (κέντρο-)Δεξιά στηρίζεται στο φιλο-επιχειρηματικό στοιχείο, που συχνά ερμηνεύεται ως αναπτυξιακό, και η (κεντρο-)Αριστερά στο εργατικό και κοινωνικό της πρόσημο. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται και στο σημερινό πλαίσιο η εκτίμηση του Τσουκαλά (2011, σ. 16) ότι η Αριστερά ορίζεται γύρω από το αξιακό μέτωπο της ανισότητας 

Παράδοξα: Από τις διακηρύξεις περί ισότητας σε συγκεκριμένες διαιρέσεις

Θα ήταν λάθος αν, με βάση όσα έχουν προηγηθεί, πιστεύαμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία που κυριαρχούν γενικώς τα σοσιαλδημοκρατικά ή σοσιαλιστικά ιδεώδη και πως όλες οι πολιτικές επιλογές των πολιτών εμπνέονται και καθοδηγούνται από το ιδανικό της ισότητας. Η πρώτη μεγάλης σημασία αντίφαση είναι η συντριπτικά πλειοψηφική θέση (85,7%) ότι είναι ωραία τα λόγια περί ισότητας αλλά εν τέλει οι άνθρωποι που προσπαθούν περισσότερο πρέπει να ανταμείβονται περισσότερο. Παρότι η φράση σε ορισμένες αναγνώσεις μπορεί να μοιάζει αρκετά αθώα ή ακόμα και αυτονόητη, με μεγαλύτερη προσοχή θα δούμε πως μεταθέτει το βάρος ή την πηγή των ανισοτήτων από το “κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που τις προκαλεί”, όπως είδαμε νωρίτερα, στην προσωπική προσπάθεια. Και ακριβώς επειδή είναι μια κοινότοπη έκφραση που όλες έχουμε ακούσει είναι κανονικοποημένη και γίνεται εύκολα και ευρύτατα αποδεκτή, παρά τις σημαντικές πολιτικές τις συνδηλώσεις. Τέτοιες φυσικοποιημένες απόψεις πετυχαίνουν να επιρρίψουν εν τέλει την ευθυνη στο άτομο, απαλείφοντας την κοινωνική και συστημική διάσταση των ανισοτήτων.

Συναντούμε και άλλες τέτοιες περιπτώσεις, όπως οι επίσης πλειοψηφικές παρακάτω θέσεις:
α) δεν πρέπει η μεσαία τάξη να πληρώνει τα επιδόματα των φτωχών (61,2%, -2,2% από το 2021),

β) οι άνεργοι θα μπορούσαν να βρουν δουλειά αν το επιθυμούσαν πραγματικά (52,8%, +7,7% από το 2021).

γ) όταν το κράτος δίνει πολλά επιδόματα μαθαίνει τους πολίτες να μην προσπαθούν (55,6%, +5% από το 2021).

Οι θέσεις αυτές μπορούν στα μάτια αρκετών να μοιάζουν απλές διαπιστώσεις (ειδικά με τη μείωση της ανεργίας και τις ειδήσεις για μεγάλο αριθμό κενών θέσεων στον τουριστικό κυρίως κλάδο). Η συζήτηση, επίσης, για την επιδοματική πολιτική είναι αρκετά κεντρική στη δημόσια σφαίρα, ιδίως από την περίοδο της πανδημίας και έπειτα. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας ή της χρησιμότητας των επιδομάτων, ένας λόγος που βασίζεται στις τρεις παραπάνω προκείμενες μπορεί να γίνει στιγματιστικός και να συνοδεύεται με ηθική αποδοκιμασία μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, αναπαράγοντας έτσι κοινωνικές διαιρέσεις και εν τέλει ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. 

Πως μπορεί να εξηγηθεί αυτό το παράδοξο; Αντλώντας έμπνευση από μια επικείμενη δημοσίευση του Γιώργου Σαμαρά (υπό έκδοση), αναπληρωτή καθηγητή του King’s College στο Λονδίνο, στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου Equalize -στο οποίο συμμετέχει και το Ινστιτούτο Eteron, μπορούμε να δούμε περιπτώσεις όπου η ιδέα της ισότητας λειτουργεί σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: σε διακηρυκτικό επίπεδο λειτουργεί ως ένα καθολικά αποδεκτό ιδεώδες ενώ σε εμπειρικό επίπεδο, στο πεδίο των πολιτικών [policy level] ως πόρος που μοιράζεται και γύρω από τον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ένας ανταγωνισμός τάξεων ή ομάδων. 

Συμπεράσματα

Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας μοιάζουν απλά και εύκολα στην εξαγωγή τους. Εν μέσω μιας παρατεταμένης κρίσης κόστους ζωής οι πολίτες με ευρύτατη πλειοψηφία θεωρούν ότι υπάρχουν μεγάλες ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, βλέπουν την Ελλάδα ως μια άδικη χώρα, και μάλιστα με πιο έντονες αδικίες σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι τομείς στους οποίους εντοπίζονται οι σημαντικότερες αδικές είναι το μισθολογικό πεδίο με τους χαμηλούς μισθούς που δεν εξασφαλίζουν μια αξιοπρεπή διαβίωση, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος στέγασης που ασκεί μεγάλη πίεση ιδιαίτερα -αν και όχι αποκλειστικά- στους νέους και στις νέες, η έλλειψη αξιοκρατίας και η απουσία φορολογικής δικαιοσύνης. 

Οι περισσότεροι πολίτες πιστεύουν σε μια δίκαιη κοινωνία που θα τους δίνονται τόσο οι ευκαιρίες όσο και οι δυνατότητες αξιοποίησής αυτών των ευκαιριών, μια κοινωνία όπου θα περιορίζονται οι ανισότητες και θα υπάρχει ένα είδος συλλογικής μέριμνας. Το ιδανικό αυτής της κοινωνίας, αν και όχι χωρίς παράδοξα που αναπαράγουν διαιρέσεις ή/και στερεότυπα, μεταφράζεται σε συγκεκριμένα αιτήματα για την αύξηση των μισθών και του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης μέσα από μια συγκροτημένη πολιτική στέγασης και για την εμπέδωση της φορολογικής δικαιοσύνης με την φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και του πλούτου. Η πολιτική κατά των ανισοτήτων οφείλει να είναι εξίσου και αντίστοιχα πολυδιάστατη με τις πολλαπλές εκφράσεις που μπορούν να λάβουν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. 

Όπως είπαμε και νωρίτερα, η αποκατάσταση -ή η θεμελίωση- μιας αίσθησης οικονομικής δικαιοσύνης δεν σχετίζεται απλώς με το πεδίο της οικονομίας, αλλά με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η δίκαιη κατανομή του φόρου διαδραματίζει καίριο ρόλο στην κοινωνική συνοχή και στην εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς (Zucman, 2026, σ. 43). Με μια ακόμα ευρύτερη οπτική, ο καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας Στέφανος Δημητρίου (2025, σ. 176) σημειώνει ότι η υποαντιπροσώπευση μεγάλων κοινωνικών μερίδων -και η υπεραντιπροσώπευση άλλων- δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων. Το ζήτημα αυτό το εξετάσαμε και στο πλαίσιο του έργου Unmute Democracy, όπου οι οι οικονομικές ανισότητες που ενισχύουν τη δύναμη των ελιτ εντοπίστηκαν από τους πολίτες ως μιας από τις βασικές απειλές έναντι της δημοκρατίας σήμερα. Γνωρίζοντας ότι μια μεγάλη περιουσία δημιουργεί μια αντίστοιχα μεγάλη εξουσία, είναι σαφές ότι οι δημόσιες αρχές οφείλουν να ασκούν τη δική τους εξουσία, υποχρεώνοντας τους πλούσιους να μετέχουν στην κοινωνική αλληλεγγύη και όχι να θέτουν τον εαυτό τους εκτός κοινωνίας αφού πρώτα πλουτίσουν (Zucman, 2026, σ. 60). Επιμένουμε στο ζήτημα του πλούτου και της φορολόγησής του όχι από ιδεοληψία ή από ρεβανσισμό αλλά γιατί η δημιουργία ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα για τη χώρα και γιατί η αναπαραγωγή του ιδιωτικού πλούτου συνδέεται με την επέκταση της δημόσιας φτώχειας  και την εξάπλωση της εξουσιας των αγορών στους δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς (Δημητρίου, 2025, σ. 229, 238).

Ακολουθώντας τον Μπόμπιο (2011, σ. 179), αξίζει να θυμόμαστε ότι  ισότητα είναι το υπέρτατο και ύστατο ιδεώδες μιας οργανωμένης, δίκαιης και ευτυχισμένης κοινωνίας. Και το διακύβευμα μιας δίκαιης πολιτικής και της αποτελεσματικής πολιτικής για τη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων θα κρίνεται πάντοτε στο παιχνίδι του πολιτικού ανταγωνισμού (Δημητρίου, 2025, σ. 106).

Βιβλιογραφία

Anjarwi, A. W. (2025). Tax burden and poverty in lower-middle-income countries: the moderating role of fiscal freedom. Development Studies Research, 12(1). https://doi.org/10.1080/21665095.2025.2466511

Δημητρίου, Σ. (2025). Η πολιτική σε κρίση. Εκδόσεις Πόλις.

Μοσχονάς, Γ. (1994). «Η διαιρετική τομή Δεξιάς-Αντιδεξιάς στη Μεταπολίτευση (1974-1990). Το περιεχόμενο της τομής και όψεις της στρατηγικής των κομμάτων του ‘αντιδεξιού υποσυστήματος’» στο Ν. Δεμερτζής (επιμ.), Η Ελληνική Πολιτική Κουλτούρα Σήμερα. Εκδόσεις Οδυσσέας.

Μοσχονάς, Γ. και Ιωαννίδης, Π. (2025, 26 Απριλίου). Κατανοώντας τα κόμματα μέσα από τους εκλογείς τους. ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Διαθέσιμο στο https://eteron.org/katanoontas-ta-kommata-mesa-apo-toys-eklogeis-toys/

Μπόμπιο, Ν. (2011). Δεξιά και Αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης. Εκδόσεις Πόλις.

Zucman, G. (2026). Οι δισεκατομμυριούχοι δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος, εμείς όμως μπορούμε να τους σταματήσουμε. Εκδόσεις Πόλις. 

Samaras, G. (forthcoming). Harder to be a man, harder to be a woman: Equality talk among precarious youth in Greece. FEPS Policy Study.

Τσουκαλάς, Κ. (2011). Προλεγόμενα. Στο Ν. Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά: Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης (σσ. 7–45). Εκδόσεις Πόλις.

Διαβάστε εδώ την έρευνα για την Οικονομική Δικαιοσύνη που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026

Πολιτική Cookies