PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο
Project: Οικονομική Δικαιοσύνη

Η μακρά συγκυρία της σύγχρονης ανισότητας

Διαβάστε εδώ την έρευνα για την Οικονομική Δικαιοσύνη που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026

Η αυξανόμενη ανισότητα σήμερα αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Στην παρούσα συγκυρία της μακράς και πολύμορφης παγκόσμιας κρίσης, η ανισότητα προκαλεί διαφορετικές ανησυχίες, από τα ανώτερα αστικά στρώματα που συνεδριάζουν στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, την ακαδημία, και βεβαίως την ευρύτερη κοινωνία, τα μεσαία και εργατικά στρώματα.1 Ακόμα και το ΔΝΤ2 αναγνωρίζει την ανισότητα ως απειλή για την οικονομική ανάπτυξη. 

Η ανισότητα συνδέεται τόσο με την διαρκή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, όσο και με την πολιτική αρχιτεκτονική των σύγχρονων υπαρκτών (φιλελεύθερων και μη) δημοκρατιών και της παγκόσμιας οικονομίας. Σχετίζεται επίσης με παράλληλα ζητήματα όπως η κοινωνική καταπίεση, η αδικία, και η βία. Ο χαρακτήρας της είναι ταξικός αλλά και διαθεματικός, με έμφυλες και φυλετικές διαστάσεις, και εκδηλώνεται με αντιφατικό και πολλές φορές πολωτικό τρόπο στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα που υφίστανται και τις περισσότερες ανισότητες.3 Είναι σύνηθες σήμερα για παράδειγμα, οι λευκοί εργαζόμενοι των αποβιομηχανοποιημένων αναπτυγμένων χωρών του βορρά να στρέφονται ενάντια των (καταστατικά μη προνομιούχων) μεταναστών εργατών, εκφράζοντας στρεβλά την δυσφορία για την απώλεια των προνομίων τους. 

Η πολυεπίπεδη έρευνα του Eteron φωτίζει τις διαστρωματικές κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τις εμπειρικές εκφράσεις αλλά και τα δομικά στοιχεία της ανισότητας, θέτοντας την σε κοινωνιολογικές αλλά και πολιτικές βάσεις, δοκιμάζοντας τις μέσες αντιλήψεις και εμπειρίες των πολιτών με αντίστοιχα ερωτήματα. Η ανισότητα αποτελεί τον κοινό παρονομαστή σε ένα πλήθος δυσοίωνων φαινομένων στην Ελλάδα και αλλού, όπως η κατάθλιψη και οι αυτοκτονίες, η μετανάστευση και το brain drain, η εργασιακή επισφάλεια και κοινωνικό-οικονομική ανασφάλεια, η φτωχοποίηση και η έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας προς τα πάνω, αλλά και ο πολιτικός μηδενισμός με την άνοδο του μνησίκακου ρατσισμού και της ακροδεξιάς.4 Η ανισότητα υποτιμά τη ζωή συνολικά, χαμηλώνοντας τις ατομικές και συλλογικές προσδοκίες.5 Παράγει δε μορφές ανομίας που υπονομεύουν την έννοια του συλλογικού θεσμικά αλλά και σε καθημερινό επίπεδο, αποδυναμώνοντας κοινές ταυτίσεις και επιδιώξεις. Επιπλέον, λειτουργεί τόσο ιεραρχικά όσο και ισοπεδωτικά: αφενός εκφράζεται με βία προς τα κάτω και προς τα έξω, ενάντια σε ταξικούς και εθνικούς «άλλους», αφετέρου καθηλώνει την εξατομικευμένη ανθρώπινη ύπαρξη στις προτεραιότητες της βιοποριστικής ανάγκης σε μια εποχή που οι τεχνολογικές δυνατότητες μπορούν να τις υπερβούν.

Έχει σημασία να συλλογιστούμε τα ιστορικά, δομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της ανισότητας, αν θέλουμε να κατανοήσουμε το φαινόμενο σε βάθος και να αναζητήσουμε δυνατότητες επίλυσής του, πέρα από μελαγχολικές και κοινότοπες διαπιστώσεις που στερούνται προοπτικής, τείνοντας συχνά να επιβεβαιώνουν, παρά να θίγουν τις δομές που παράγουν ανισότητες. Ο Σουηδός κοινωνιολόγος Γιόραν Θέρμπορν υποστηρίζει ότι η άνοδος της δημοκρατίας ιστορικά βασίστηκε στους πολύμορφους αγώνες ενάντια στην ανισότητα, μια δυναμική που από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα άρχισε να φθίνει. Οι κριτικοί συμφωνούν ότι αυτό οφείλεται στη βαθιά αντίφαση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού, και στην επικράτηση κατά το τέλος του 20ου αιώνα, του φιλελευθερισμού έναντι της δημοκρατίας. Εν συντομία, ενώ η δημοκρατία αφορά αιτήματα ισότητας, ο φιλελευθερισμός εστιάζει σε ζητήματα ατομικής (και κυρίως οικονομικής) ελευθερίας. Έτσι, οι δύο αυτές πολιτικές παραδόσεις είναι δυνητικά ανταγωνιστικές.6 Πράγματι, ο νεοφιλελευθερισμός (ως η τρέχουσα μορφή του φιλελευθερισμού) προκρίθηκε ως λύση (με όρους κεφαλαίου) της παγκόσμιας κρίσης της δεκαετίας του 1970, σε βάρος της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.7 Μετά την πτώση των σοσιαλισμών του 20ου αιώνα και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ο νεοφιλελευθερισμός παγιώθηκε ιδεολογικά και δομικά σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα από σχετικές μεταρρυθμίσεις, διεθνικούς θεσμούς και οικονομικές συμφωνίες. Την περίοδο αυτή σημειώνεται κάμψη των εργατικών αγώνων, ενώ ζητήματα τάξης, εκμετάλλευσης και ανισότητας αμφισβητούνται θεωρητικά και πολιτικά. Λογικές ατομικής ευθύνης και επιλογών, αξιοκρατίας και συμπερίληψης επικρατούν στον δημόσιο λόγο, φυσικοποιώντας, τόσο τα προνόμια που αναπαράγουν ανισότητες, όσο και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από την ιδεολογία της ΤΙΝΑ (there is no alternative -δεν υπάρχει εναλλακτική, όπως και του «δεν υπάρχει κοινωνία»). 

O Βόλφγκανγκ Στρηκ8 τοποθετεί την ανισότητα ως μια από τις τρεις βασικές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης που συμβατικά ξεκίνησε το 2008 ως χρηματοπιστωτική. Η πρώτη είναι η διαρκή πτώση της οικονομικής ανάπτυξης, η δεύτερη είναι η αύξηση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, και τρίτη, η εκτίναξη της ανισότητας, τόσο σε επίπεδο εισοδήματος, όσο και περιουσίας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, η ύφεση, το χρέος, και η ανισότητα είναι οι τρεις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης του σύγχρονου καπιταλισμού και δείχνουν τα ιστορικά και φυσικά όρια του συγκεκριμένου συστήματος. Οι διαπιστώσεις του Στρηκ αφορούν πρωτίστως τις αναπτυγμένες χώρες του παγκόσμιου Βορρά σήμερα. Στα χρόνια που ακολούθησαν την κρίση του 2008, η ανισότητα δεν μειώθηκε, καθώς οι αναπτυξιακές πολιτικές που ακολουθήθηκαν οδήγησαν σε μια ολιγαρχικού τύπου αναδιανομή προς τα πάνω. Η δομή του παγκόσμιου καπιταλισμού επιτρέπει την ευελιξία και την προφύλαξη των μεγάλων κεφαλαίων από τη φορολογία ή τη χρεοκοπία. Οι πολιτικές υπέρβασης της κρίσης εστίασαν στις περικοπές των δημοσίων δαπανών, τη φορολογία των μισθωτών, και τις ιδιωτικοποιήσης της δημόσιας περιουσίας. Επιπλέον, ο ιδιωτικός δανεισμός που αποτέλεσε για κάποιο διάστημα το μέσο διατήρησης της κοινωνικής ευημερίας σε βάρος των σοσιαλδημοκρατικών αναδιανεμητικών θεσμών, καθώς και «ανάπτυξης» και ιδιωτικής κερδοφορίας, λειτούργησε υπονομευτικά για τα ευρύτερα μεσαία και κατώτερα στρώματα. Η χρηματοπιστωτική «απελευθέρωση» και η οικονομική μεγέθυνση αυτού του είδους, κατέληξε σε χρηματοπιστωτικές φούσκες που «έσκασαν» το 2008, σε βάρος της υποθηκευμένης μικρομεσαίας περιουσίας και του δημόσιου χρέους. Οι κρισιακές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που ακολουθήθηκαν εκτίναξαν τις ανισότητες σε ιστορικό υψηλό, θωρακίζοντας την κερδοφορία του μεγάλου (μονοπωλιακού) κεφαλαίου. 

Οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης και των (νεοφιλελεύθερων) μεταρρυθμίσεων προκάλεσαν παρατεταμένη κοινωνική αστάθεια που έφερε τριγμούς στην νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Η ανώτερη αστική τάξη όμως δεν φάνηκε πρόθυμη να δεχτεί καμία αλλαγή που θα έθετε σε αμφισβήτηση των περιουσιών, των εισοδημάτων, και των επιχειρηματικών της στρατηγικών. Αντίθετα, η κρίση αποτέλεσε εκ νέου πεδίο κερδοφορίας και υπονόμευσης μαζικών δικαιωμάτων. Οι ευνοημένοι του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού υπήρξαν ο χρηματοπιστωτικός κλάδος και οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας (big tech) που αποτέλεσαν και την υποδομή του συστήματος.9 Οι τρέχουσες προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία (και κυρίως σε αυτές του «λευκού κολάρου») και στο περιβάλλον, θα εντείνουν τις ανισότητες με παρόμοιο τρόπο που και προηγούμενες τεχνολογικές εξελίξεις λειτούργησαν ως μοχλοί αποειδίκευσης και αχρηστοποίησης μαζικών θέσεων εργασίας. Kαι αυτό γιατί οι εξελίξεις αυτές έρχονται από πάνω και δεν υπόκεινται σε δημοκρατικό σχεδιασμό.10 Αντίθετα, ελέγχονται από μονοπωλιακές δυνάμεις και λειτουργούν ταξικά. Σε τέτοια πλαίσια πολιτικό-κοινωνικής απορρύθμισης και ταξικής όξυνσης, οι απαντήσεις που προκρίνονται από τα πάνω για την επίτευξη σταθερότητας είναι η ακροδεξιά προοπτική διακυβέρνησης, και εσχάτως, ο πόλεμος. Όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έχει χαρακτηριστικά σημειώσει το 1936 11 ο φασισμός δίνει στις μάζες στόχους δίχως να θίγονται οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Οι στόχοι αυτοί βέβαια είναι επιλεκτικοί και αποτελούν βαλβίδες κοινωνικής αποσυμπίεσης που διασφαλίζουν το σύστημα μετατοπίζοντας την κοινωνική δυσφορία. Τέτοιοι στόχοι είναι εσωτερικοί και εξωτερικοί: στη σύγχρονη συγκυρία, οι μετανάστες, η αριστερά, η πολιτική ορθότητα, ο «δικαιωματισμός» εσωτερικά, αλλά και χώρες-κατασκευασμένοι γεωπολιτικοί-πολιτισμικοί εχθροί όπως το Ιράν και η Ρωσία, στο εξωτερικό. Υπό αυτή την έννοια, το ηγεμονικό φιλελεύθερο κέντρο μετακινείται διαρκώς προς τα δεξιά, κανονικοποιώντας την ακροδεξιά, ρατσιστική, και φιλοπολεμική ρητορική, και υπονομεύοντας κάθε αριστερή προοπτική που θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο το υπάρχον σύστημα. Όπως αναμενόταν, η επανεκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ το 2024 ως προμετωπίδα της ακροδεξιάς ανόδου στη Δύση,  διογκώνει περισσότερο την παγκόσμια κρίση και τις ανισότητες, σπέρνοντας καταστροφή. Παρά τις όποιες αντισυστημικές αρχικές διακηρύξεις, η ακροδεξιά δεν ανταγωνίζεται τις πολιτικές που παράγουν κρίσεις, καταστροφές και ανισότητες. Το γεγονός ότι η τάξη των βαθύπλουτων (του μεγάλου κεφαλαίου) ιστορικά συμμαχεί με ακροδεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς και με ανθρώπους σαν τον Τραμπ (δισεκατομμυριούχος και ο ίδιος) σήμερα, δεν είναι διόλου τυχαίο. Η πολιτική της ακροδεξιάς επιχειρεί να πειθαρχήσει τους εργαζόμενους και τις ευρείες μάζες στις επιταγές του κεφαλαίου υπό εθνικιστικών και καταναλωτικών ρητορικών, φαντασιώσεων και ταυτοτήτων. 

Η ανισότητα είναι το κύριο σύμπτωμα της πολυκρίσης σήμερα, το οποίο επηρεάζει τη ζωή των μεγάλων κοινωνικών μαζών, των εργατικών και μεσαίων στρωμάτων. Η έρευνα του Eteron δείχνει ότι παρά τον αποπροσανατολισμό που επιτελείται στη δημόσια σφαίρα, τόσο από την τηλεόραση, όσο και από τα κοινωνικά δίκτυα, το «όριο της πραγματικής ζωής»12 αντιστέκεται στην ωραιοποίηση της παρούσας καταθλιπτικής κοινής εμπειρίας. Η ανισότητα στην Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο συλλογικό βίωμα που εκφράζεται σε καθημερινό επίπεδο, μέσα από τη φτώχεια, την ακρίβεια, την έλλειψη ευκαιριών, ή το στεγαστικό ζήτημα, που κανένα τουριστικό ή εθνικιστικό φαντασιακό δεν μπορεί να υποβαθμίσει, όσο και αν η Ελλάδα διαφημίζεται διαρκώς ως μια χώρα με υψηλή ποιότητα ζωής, όσο και αν επικροτείται από τις διεθνείς αστικές τάξεις και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους για την μεταρρυθμιστική και αναπτυξιακή της πορεία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εμπειρία της ανισότητας χρειάζεται μια θεωρητική και πολιτική διαμεσολάβηση προκειμένου να αναδειχθεί η δομική πολυπλοκότητα του φαινομένου.  Όπως σημειώνει εξάλλου ο Θέρμπορν, η κρίση του μεσοπολέμου οδήγησε τόσο στη Σουηδική σοσιαλδημοκρατία, όσο και στον φασισμό και τον παγκόσμιο πόλεμο. Είναι αναγκαία μια νέα ηγεμονική στρατηγική, με προοδευτικό αναδιανεμητικό, οικολογικό, και αντιπολεμικό πρόγραμμα, φέροντας μια εθνική και παγκόσμια προοπτική, καθώς τα προβλήματα είναι κοινά για τις εργαζόμενες μάζες παντού. Στο σύγχρονο συγκείμενο, η ανισότητα δεν μπορεί να ανατραπεί δίχως να θιχτούν προνόμια και δίχως να αμφισβητηθεί το ίδιο το σύστημα που την παράγει και την εντείνει, κάτι που προϋποθέτει έναν μετά-καπιταλιστικό ορίζοντα. 

  1. Goran Therborn, Inequality and the labyrinths of democracy, Verso, 2020.[]
  2. Nancy Fraser, Cannibal capitalism: how our system is devouring democracy, care and the planet and what we can do about it, Verso, 2022.[]
  3. Pierre Dardot & Christian Laval, Never ending nightmare, the neoliberal assault on democracy. Verso, 2019, σ. 16.[]
  4. Wendy Brown, Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού. San Casciano, 2025.[]
  5. Isabelle Lorey, States of insecurity, government of the precarious. Verso, 2015.[]
  6. Σαντάλ Μουφ,Το δημοκρατικό παράδοξο, Πόλις, 2004.[]
  7. Quinn Slobodian, Globalists, the end of Empire and the rise of neoliberalism. Harvard University Press, 2018.[]
  8. Wolfgang Streeck, How will capitalism end? Essays on a failed system, Verso, 2016, σ. 47.[]
  9. Jeremy Gilbert & Alex Williams, Hegemony now: how big tech and Wall Street won the world (and how we win it back), Verso, 2022.[]
  10. Raymond Williams, Resources of hope: culture, democracy, socialism, Verso, 1989.[]
  11. Βάλτερ Μπένγιαμιν, Δοκίμια για την τέχνη, Κάλβος, 1978.[]
  12. Alexander Kluge & Oskar Negt, The public sphere and experience: Analysis of the bourgeois and proletarian public sphere, Verso, 2016.[]
Πολιτική Cookies