Ενοίκια στα Ύψη

Κλείσιμο

Ενοίκια στα Ύψη: Αναζητώντας διεξόδους

Σημείωση: Το Eteron δημοσίευσε τον Ιούνιο ‘22 την πρώτη πανελλαδική ποσοτική έρευνα αποκλειστικά σε ενοικιαστές/στριες και το Κείμενο πολιτικής: Για το δικαίωμα σε μια οικονομικά προσιτή ενοικιαζόμενη κατοικία. Η παρούσα ανάλυση χρησιμοποιεί δεδομένα της ποσοτικής για να αναδείξει βασικές πτυχές του προβλήματος για την ενοικιαζόμενη στέγη, καθώς επίσης και ενδεχόμενες λύσεις του.


Τους τελευταίους μήνες, οι αναφορές για το ζήτημα της στέγασης στον δημόσιο λόγο έχουν πληθύνει 1. Κοινό σημείο όλων, η αδιαμφισβήτητη αύξηση του κόστους στέγασης που καλούνται να καλύψουν τα νοικοκυριά στην Ελλάδα. Όπως καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ, μέσα από τον υπολογισμό του εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, το κόστος στέγασης (που περιλαμβάνει ενοίκιο ή δόση του στεγαστικού δανείου και πάγια έξοδα σπιτιού) την περίοδο Μάιος 2021-Μάιος 2022 αυξήθηκε κατά 36,1%, αποτελώντας με διαφορά την κατηγορία αγαθών και υπηρεσιών με τη μεγαλύτερη αύξηση.

Εξαρχής, στο Eteron αποφασίσαμε να μην εστιάσουμε γενικά στη στέγαση αλλά συγκεκριμένα στα ενοίκια, αναγνωρίζοντας ότι η στεγαστική επισφάλεια και ο κίνδυνος φτωχοποίησης είναι σημαντικά μεγαλύτερα για όσες και όσους νοικιάζουν το σπίτι στο οποίο μένουν και κατά πάσα πιθανότητα, δεν έχουν άλλη εναλλακτική. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα από τα στατιστικά που δημοσίευσε προ ολίγων ημερών η Eurostat για το 2020, καθώς ενώ για το σύνολο των κατοίκων της χώρας το ποσοστό όσων επιβαρύνονται υπερβολικά από το κόστος στέγασης είναι 33,3%, για τους ενοικιαστές/στριες σκαρφαλώνει στο τρομακτικό 79,2%. Την ίδια ώρα, η κρατική μέριμνα συνεχίζει να εστιάζει ως επί το πλείστον σε πολιτικές υποστήριξης της ιδιοκατοίκησης, παραγνωρίζοντας τόσο την προφανέστατη μεγάλη ανάγκη για άμεσες και γενναίες παρεμβάσεις στον κλάδο των ενοικίων, όσο και τις ευρωπαϊκές συστάσεις για ισότιμη αντιμετώπιση των διαφορετικών μορφών διασφάλισης κατοικίας (“tenure neutrality”).

Πώς όμως βιώνουν οι ίδιες οι ενοικιάστριες και ενοικιαστές τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια; Πώς καταφέρνουν να ανταποκρίνονται στο τόσο αυξημένο κόστος στέγασης; Πώς αντιλαμβάνονται το πρόβλημα με το οποίο έρχονται αντιμέτωπες/οι; Τελικά, περιμένουν από κάπου λύση και αν ναι, ποια θα ήθελαν να είναι αυτή;

Στο Eteron, προκειμένου να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, πραγματοποιήσαμε την πρώτη ποσοτική έρευνα στην Ελλάδα που εστιάζει αποκλειστικά στους ανθρώπους που ζουν στο ενοίκιο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε την περίοδο 24 Μαΐου – 3 Ιουνίου 2022, σε δείγμα 1007 ενοικιαστών/στειών απ’ όλη την Ελλάδα. Από τις απαντήσεις τους εξάγονται κρίσιμα συμπεράσματα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε περισσότερο το εύρος και το βάθος του προβλήματος και των απαντήσεων που απαιτούνται.

Πρώτο βήμα, να δούμε τη σχέση ενοικίου-εισοδήματος για τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην έρευνά μας. Υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των ανθρώπων με χαμηλό και υψηλό εισόδημα. Τα πολύ χαμηλά και χαμηλά εισοδήματα (δηλαδή άνθρωποι που λαμβάνουν το πολύ μέχρι 1000 ευρώ) νοικιάζουν κυρίως σπίτια με ενοίκιο μέχρι 350 ευρώ. Το ποσοστό αυτό για όσους/σες λαμβάνουν μέχρι 500 ευρώ είναι 81,3%, για όσες/ους λαμβάνουν 500-700 ευρώ είναι 71,5% και για όσους/ες λαμβάνουν 700-1000 ευρώ είναι 68,4%. Στα πιο ακριβά ενοίκια (δηλαδή άνω των 600 ευρώ) φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν μόνο τα πιο υψηλά εισοδήματα (δηλαδή άνω των 1500 ευρώ), καθώς για όλα τα υπόλοιπα εισοδήματα το ποσοστό όσων μένουν σε αυτά τα ενοίκια είναι χαμηλότερο του 5%. Ελαφρώς μικρότερη δυσκολία, αλλά εξίσου διευρυμένη, αποτυπώνεται και για τα ενοίκια των 450-600 ευρώ, καθώς σε αυτό το ύψος ενοικίου μένει μόνο το 10% των ανθρώπων με εισόδημα 700-1000 ευρώ και το 17,1% όσων λαμβάνουν 1000-1500 ευρώ.

Piraeus

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμα και οι πιο υψηλόμισθοι ενοικιαστές/στριες που συμμετείχαν στην έρευνα προκειμένου να καλύψουν τα συγκεκριμένα έξοδα, λαμβάνουν περιστασιακά οικονομική βοήθεια από οικογένεια και φίλους, σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό. Το 13,2% όσων έχουν εισόδημα 1000-1500 ευρώ λαμβάνουν αυτήν την περιστασιακή βοήθεια, ενώ το ποσοστό για όσες/ους έχουν εισόδημα άνω των 1500 ευρώ είναι 9,8%.

Παρατηρούμε δηλαδή μια συγκεκριμένη διασπορά των εισοδημάτων με βάση το ύψος του μισθώματος. Η πλειονότητα των ανθρώπων που συμμετείχαν στην έρευνά μας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους, μένει σε σπίτια που έχουν ενοίκιο έως το πολύ 450 ευρώ. Το ποσοστό γίνεται συντριπτικό για τους/τις πιο χαμηλά αμειβόμενους/ες, ενώ στα πιο υψηλά ενοίκια επιλέγουν να ανταποκριθούν, σχετικά περιορισμένα βέβαια και αυτές, μονάχα οι πιο υψηλά αμειβόμενες ομάδες. Προβληματισμό επίσης, πρέπει να μας προκαλέσει το γεγονός πως, σε αυτό το μείζον ζήτημα, τα ανεπίσημα κοινωνικά δίκτυα υποστήριξης στην ελληνική κοινωνία διαδραματίζουν μεγαλύτερο ρόλο από την ίδια την κρατική μέριμνα.

Τρεις από τις ερωτήσεις της έρευνας, μας επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα πώς βιώνουν τη σχέση εισοδήματος/ενοικίου τους, οι άνθρωποι που ζουν στο νοίκι. Στην ερώτηση κατά πόσο μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιό τους κάθε μήνα χωρίς να δυσκολευτούν, το 27,8% δήλωσε ότι το κάνει χωρίς καμία δυσκολία, το 23,2% χωρίς μεγάλη δυσκολία, το 31,4% με αρκετή δυσκολία, το 10,2% με μεγάλη δυσκολία, ενώ το υπόλοιπο 6,2% δυσκολεύεται σε βαθμό που καθυστερεί συχνά να πληρώσει ή/και χρωστάει κάποια ενοίκια. Βλέπουμε λοιπόν ότι η πληρωμή του ενοικίου δυσκολεύει ήδη σε σημαντικό και πολύ σημαντικό βαθμό έναν στους δύο ανθρώπους. Ωστόσο, ένα στα δύο άτομα δυσκολεύονται λίγο ή και καθόλου, ενδεχομένως αντικατοπτρίζοντας το γεγονός ότι οι αυξήσεις των ενοικίων δεν έχουν ακόμα φτάσει στην πλειονότητα των μισθωμάτων και ότι η πρόσβαση σε στέγη αποτελεί ένα ανελαστικό έξοδο, με τους ενοικιαστές/στριες να το αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη διάθεση συμβιβασμού απ’ ότι άλλα έξοδα.

Ωστόσο, μονάχα 1 στους/στις 10, δηλώνει ότι το ζήτημα της ενοικιαζόμενης στέγης δεν επηρεάζει καθόλου τη ζωή της/του και τα σχέδια της/του για το μέλλον. Ανεξάρτητα από το ύψος εισοδήματος, η αδυναμία αποταμίευσης αναδεικνύεται σε πρωταρχική επίπτωση για όλες και όλους που συμμετέχουν στην έρευνα (μ.ο. 49,2%), με την οικονομική στενότητα/δυσχέρεια να ακολουθεί κατά πόδας (μ.ο. 41%) και να έπεται η δυσκολία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού/αναβολή ή ακύρωση προσωπικών σχεδίων με 28,6%. Μάλιστα ένα 12,6% των ενοικιαστριών/στων του δείγματός μας, αναγκάστηκε να βρει 2η δουλειά για να ανταποκριθεί.

Η πίεση που αισθάνονται οι ενοικιαστές/στριες στο εισόδημά τους, γίνεται ακόμα πιο φανερή μέσα από τις απαντήσεις στην ερώτηση, “κατά πόσο θεωρείς ότι αφού πληρώσεις τα έξοδα του σπιτιού σου, σου μένουν αρκετά χρήματα για να καλύψεις τις υπόλοιπες βασικές σου ανάγκες”. Το 61,7% δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα ίσα ίσα και ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές, το 17,8% ότι καταφέρνει να ζει όπως θέλει αλλά δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει, το 15,2% ότι για να τα καταφέρει λαμβάνει βοήθεια ή δανείζεται από τρίτους και μόνο το 4% καταφέρνει να ζει όπως θέλει και να αποταμιεύει. Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι μόνο 1 στους/στις 5 ενοικιαστριες/στες που συμμετείχαν στην έρευνά μας καταφέρνει να ζει όπως θέλει και πως ακόμα και οι πιο υψηλά αμειβόμενοι/ες, που δυσκολεύονται λιγότερο (σε ποσοστό 52,4%), καταφέρνουν να αποταμιεύσουν μονάχα σε ποσοστό 13,4%.

Αυτή η σχέση μεταξύ εισοδήματος και αυξημένου ενοικίου ή συνολικά αυξημένου κόστους στέγασης, αναδεικνύεται ως το βασικό πρόβλημα και από τους ενοικιαστές/στριες. Το αυξημένο κόστος ρεύματος και άλλων λειτουργικών δαπανών αποτελεί βασικό πρόβλημα για το 65,5%, ενώ τα ακριβά ενοίκια είναι βασικό πρόβλημα για το 34,8%. Σημαντικά ποσοστά λαμβάνουν επίσης: η δυσκολία εύρεσης κατοικίας προς ενοικίαση (28,9%), η κακή κατάσταση της κατοικίας (26,4%), η ανεπάρκεια θέρμανσης/ψύξης (21,9%) και η στενότητα χώρου (15,6%).

Ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των απαντήσεων μας βοηθούν να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα ποιες/οι βιώνουν περισσότερο ή λιγότερο αυτά τα προβλήματα: α) το αυξημένο κόστος ρεύματος και άλλων λειτουργικών εξόδων είναι το πιο συχνό πρόβλημα για τους/τις συμμετέχοντες στην έρευνα μας, πέραν εκείνων που πληρώνουν πάνω από 600 ευρώ ενοίκιο, ενώ είναι αρκετά ενισχυμένο, συγκριτικά με τις άλλες ομάδες του πληθυσμού, για τις οικογένειες με παιδιά (71,6%), β) όσο αυξάνονται τα ενοίκια, αυξάνεται κατά πολύ και το πρόβλημα του ακριβού ενοικίου, καθώς από το 19% των ανθρώπων που μένουν σε ενοίκιο χαμηλότερο των 250 ευρώ, το πρόβλημα εντείνεται σημαντικά στις επόμενες κατηγορίες: 31,7% για ενοίκια 250-350 ευρώ, 47,2% για ενοίκια 350-450 ευρώ, 58,5% για ενοίκια 450-600 ευρώ και 63,2% για ενοίκια πάνω από 600 ευρώ, γ) τα προβλήματα κακής ποιότητας και ελλιπούς ψύξης/θέρμανσης εμφανίζουν σημαντικότατη συγκέντρωση στα σπίτια με ενοίκιο χαμηλότερο των 450 ευρώ. Ενώ αθροιστικά αυτές οι δύο απαντήσεις λαμβάνουν, για τα σπίτια με ενοίκιο κάτω των 250, 250-350 ευρώ και 350-450 ευρώ, ποσοστά 56,6%, 50,6% και 52,7% αντιστοίχως, στα ενοίκια 450-600 ευρώ και άνω των 600 ευρώ, τα ποσοστά αυτά πέφτουν στο 28,3% και 13,2% αντιστοίχως, δ) ενώ τα ποσοστά για τη στενότητα χώρου δεν είναι συνταρακτικά (πέραν των ανθρώπων που ζουν σε σπίτια κάτω των 30τμ και δηλώνουν τη στενότητα χώρου ως βασικό πρόβλημα κατά 44,6%), είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι εστιάζοντας στη σύνθεση των νοικοκυριών ανάλογα με τα τ.μ. της ενοικιαζόμενης κατοικίας τους, διαπιστώνουμε ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό νοικοκυριών με πολυάριθμα μέλη ζει σε σπίτι 50-70 τ.μ. (με 5 μέλη και πάνω: 13,2%, με 4 μέλη: 19,3% και με 3 μέλη: 21,2%), ε) ενώ η δυσκολία εύρεσης κατοικίας για ενοικίαση αποτελεί για όλες τις ηλικιακές ομάδες ένα σταθερό πρόβλημα κατά περίπου 30%, η νεότερη ηλικιακή ομάδα (18-24) φαίνεται πως το αντιμετωπίζει σε σημαντικά χαμηλότερο βαθμό (19,4%). Αυτό ενδεχομένως να σχετίζεται με την ετοιμότητά τους να συμβιβαστούν περισσότερο καθώς, κατά πάσα πιθανότητα η ενοικιαζόμενη κατοικία που έχουν βρει είναι το πρώτο βήμα απεξάρτησης από τη γονεϊκή εστία.

Απ’ όλα τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι οι ενοικιαστές/στριες είναι μια κοινωνική ομάδα που ζορίζεται πολύ, που κάνει ήδη σημαντικές θυσίες και που το αυξημένο κόστος ενοικίου και ακόμα περισσότερο στέγασης δε συνιστά μονάχα μεγάλο οικονομικό βάρος, αλλά δημιουργεί σημαντικά αναχώματα για μια ποιοτική ζωή και την ικανότητα τους να μπορούν να ελέγχουν βασικές παραμέτρους της.

Μάλιστα, τα προβλήματα αυτά δε φαίνεται να τα αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού των ενοικιαστριών/στων, είτε αυτές είναι ηλικιακές, είτε εισοδηματικές, είτε ανάλογες με τη σύνθεση του νοικοκυριού, αλλά αφορούν όλους τους ανθρώπους που νοικιάζουν το σπίτι στο οποίο μένουν. Είτε είναι οικογενειάρχισσες/χες, είτε έχουν ένα καλό για τα ελληνικά δεδομένα εισόδημα, είτε είναι νέοι και νέες που βρίσκονται στο πρώτο δικό τους σπίτι, η κάθε μία κοινωνική ομάδα αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ενοικιαζόμενης στέγης με πάνω κάτω με την ίδια ένταση, παρότι, όπως είναι αναμενόμενο, σε ορισμένα ζητήματα εμφανίζουν διαφορετικές ποιότητες.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που σύμφωνα με τις δηλώσεις των ενοικιαστών/στριών του δείγματος, η πλειονότητα τους (53,9%) δεν έχει ακόμα βιώσει αύξηση του ενοικίου τους. Ωστόσο, για το 83,1% το πρόβλημα της ενοικιαζόμενης στέγης τους απασχολεί πολύ/αρκετά και μόνο 5,8% δηλώνει ότι τις απασχολεί λίγο/καθόλου.

Συνδυάζοντας τις απαντήσεις που δόθηκαν στις ερωτήσεις “ποιοι πιστεύεις ότι είναι οι λόγοι που οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν οικονομικά προσιτό σπίτι να νοικιάσουν” και “ποια μέτρα πιστεύεις ότι χρειάζονται για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος στο ενοίκιο”, κατανοούμε κάπως περισσότερο το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ενοικιάστριες/στές τοποθετούν το πρόβλημα που βιώνουν και επομένως και τις προτεραιότητες που θέτουν.

Οι πιο δημοφιλείς απαντήσεις στις δύο αυτές ερωτήσεις είναι για τη μεν πρώτη η ακρίβεια (49%) και για τη μεν δεύτερη η αναγκαίοτητα αύξησης των μισθών και η δημιουργία θέσεων εργασίας (56,5%). Διαπιστώνουμε δηλαδή πως και αυτή η ομάδα του πληθυσμού τοποθετεί εξ αρχής το πρόβλημα του ενοικίου στο ευρύτερο κάδρο της οικονομικής ένδειας που ζει η ελληνική κοινωνία. Τα αποτελέσματα αυτά ακολουθούν το μοτίβο άλλων ερευνών. Στο ευρωβαρόμετρο 2021-2022 π.χ., το “κόστος ζωής” (50%) και “η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού μου” (24%) ήταν τα δύο βασικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι της Ελλάδας, τον χειμώνα που μας πέρασε. Αντίστοιχα αποτελέσματα αναδεικνύει και η έρευνα του Διανέοσις (2022) για το “Τι πιστεύουν οι νέοι”. Στις τρεις πρώτες θέσεις των απαντήσεων στην ερώτηση “τι θα θέλατε να κάνει το κράτος για εσάς;” καταγράφεται η “δουλειά/αύξηση θέσεων εργασίας/ευκαιρίες/κίνητρο” (23,4%), η “ευημερία/ασφάλεια/ποιότητα ζωής” (13,1%) και η “αύξηση μισθών/οικονομική ασφάλεια” (12,3%). Αυξημένη δυσαρέσκεια της ελληνικής κοινωνίας για το ύψος των εισοδημάτων της, κατέδειξε τέλος και η έρευνα του Eteron για την οικονομία και την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς το 63,4% των ερωτηθέντων δήλωσε καθόλου/λίγο ευχαριστημένο με τις οικονομικές απολαβές του, σε σχέση με το επάγγελμα που ασκεί.

Κοιτώντας όμως παρακάτω αρχίζουν και αναδεικνύονται ξεκάθαροι λόγοι και συγκεκριμένα μέτρα για το ζήτημα της ενοικιαζόμενης στέγης. Το ζευγάρι λόγων/μέτρων που ξεχωρίζει με διαφορά είναι εκείνο της “απουσίας ελέγχου των τιμών ενοικίου/παράλογες απαιτήσεις ιδιοκτήτη” (45,3%) και του “πλαφόν στα ενοίκια” (53,3%). Μάλιστα το μέτρο του πλαφόν φαίνεται να το υποστηρίζουν εξίσου όλες οι ομάδες του πληθυσμού των ενοικιαστών/στριών του δείγματος, ανεξαρτήτως ηλικίας, εισοδήματος, οικογενειακής κατάστασης, περιοχή διαμονής κτλ. Η μόνη ομάδα που το επιλέγει με μικρότερη συχνότητα (37,1%) είναι οι ενοικιαστές/στριες που ζουν σε οικιστικούς ιστούς με λιγότερες/ους από 10 χιλιάδες κατοίκους.

Επόμενο προτιμότερο μέτρο είναι τα “φορολογικά και άλλα κίνητρα στους ιδιοκτήτες” (37,9%). Οι ενοικιάστριες/στές του δείγματος, φαίνεται να προτιμούν αυτό το μέτρο όχι επειδή πιστεύουν ότι οι ιδιοκτήτες/ριες είναι μια κοινωνική ομάδα που χρειάζεται βοήθεια, αλλά επειδή πιστεύουν ότι οι ιδιοκτήτες είναι κομμάτι του προβλήματος. Αυτό προκύπτει τόσο από την υψηλή θέση που λαμβάνουν “οι παράλογες απαιτήσεις του ιδιοκτήτη”, αλλά ακόμα περισσότερο από την τελευταία θέση που λαμβάνει η απάντηση “οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μικροϊδιοκτήτες/τριες” (9%), στην ίδια ερώτηση. Παράλληλα οι “ιδιοκτήτες/τριες”, κατονομάζονται ως οι βασικοί/ες υπεύθυνοι/ες για το πρόβλημα (50,2%), μετά την κυβέρνηση. Διαφαίνεται δηλαδή μια τεταμένη κατάσταση μεταξύ αυτών των δύο ομάδων, η οποία θα έπρεπε να προβληματίσει έντονα όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Στις επόμενες θέσεις των λόγων/μέτρων καταγράφονται πιο εξειδικευμένα ζητήματα, που ωστόσο λαμβάνουν διόλου ευκαταφρόνητα ποσοστά. Βλέπουμε επομένως ότι το 24,1% των ενοικιαστών/στριών του δείγματος καταδεικνύει τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ως βασικό λόγο του προβλήματος και το 19,7% να πιστεύει ότι χρειάζεται η ρύθμισή τους. Αντίστοιχα, βλέπουμε το 21,3% να επιλέγει την απουσία στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής ως σημαντικό παράγοντα του προβλήματος και το 23,8% τις πολιτικές για την κοινωνική κατοικία ως βασικό κομμάτι της λύσης, ενώ το 19,2% επιλέγει την αξιοποίηση των κενών κτιρίων του δημοσίου. Τέλος έχουμε τις κερδοσκοπικές επενδύσεις στις κατοικίες (π.χ. Golden Visa), τις οποίες εντοπίζει ως βασικό πρόβλημα το 13,7% και επομένως θα ήθελε να δει τον έλεγχο τους το 13%.

Μέσα απ’ όλες αυτές τις τοποθετήσεις μπορούν να εξαχθούν δύο βασικά συμπεράσματα: α) η ανάγκη των ενοικιαστών/στριών για μια ολιστική αντιμετώπιση του ζητήματος της ενοικιαζόμενης στέγασης, που θα προτείνει ένα μείγμα μέτρων, ικανών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα τόσο άμεσα (π.χ. μέσα από ένα “πλαφόν στα ενοίκια”), όσο και πιο μακροπρόθεσμα και στρατηγικά (π.χ. μέσα από “πολιτικές για την κοινωνική κατοικία”), β) η ανάγκη των ενοικιαστριών/στών για πολιτικές παρεμβάσεις ρύθμισης της αγοράς, είτε αυτή είναι των ενοικίων, είτε των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων, είτε των κερδοσκοπικών επενδύσεων στην κατοικία, είτε όλων αυτών συνδυαστικά.

Στο Eteron, απο την αρχή του 2022, έχουμε δημοσιεύσει ένα σύνολο αναλύσεων, ακριβώς για να αναδείξουμε τα πολλαπλά επίπεδα του προβλήματος ή αν θέλουμε να βάλουμε θετικό πρόσημο, τις πολλαπλές ευκαιρίες παρέμβασης. Ο Θωμάς Μαλούτας ανέδειξε την απουσία κοινωνικής πολιτικής που χαρακτηρίζει διαχρονικά το ζήτημα στην Ελλάδα. Ο Δημήτρης Μπαλαμπανίδης και η Εύα Παπατζανή έδωσαν πολύ σημαντικά στοιχεία για το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά που έχουν λάβει πλέον οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις στην χώρα. Η Γεωργία Αλεξανδρή ανέπτυξε τον τρόπο με τον οποίο αυξάνονται οι επενδυτικές πρακτικές στην κατοικία τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Ο Άρης Καλαντίδης συνέδεσε το ζήτημα της κατοικίας με το ζήτημα της διαχείρισης του δημόσιου αστικού χώρου. Ενώ τέλος, εμείς από την πλευρά μας, αναδείξαμε την αλλαγή που έχει υποστεί το μοντέλο πρόσβασης στη στέγαση στη χώρα μας και τις επιπτώσεις της στην “Generation Rent”, οπως επίσης και το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας. Και τον Ιούνιο δημοσιεύουμε τη μελέτη προτεινόμενων πολιτικών που ευελπιστούμε ότι θα αποτελέσει ένα χρησιμο εργαλείο διαλόγου για τα εμπλεκόμενα μέρη.

Απομένει να δούμε, τι από όλα αυτά θα αναγνωριστούν πράγματι ως ευκαιρίες παρέμβασης, με στόχο την ουσιαστική υποστήριξη μιας ομάδας στην ελληνική κοινωνία, που βρίσκεται υπό πίεση, τους ανθρώπους δηλαδή που ζουν στο νοίκι.

 

Διαβάστε την ανάλυση του Πέτρου Ιωαννίδη, διευθυντή της aboutpeople, Έρευνα Eteron: Πώς βιώνουν ενοικιάστριες κι ενοικιαστές τη στεγαστική επισφάλεια.

Δείτε ολόκληρη την έρευνα “Ενοίκια στα Ύψη: Ο λόγος στις ενοικιάστριες και τους ενοικιαστές”

Δείτε το Κείμενο πολιτικής: Για το δικαίωμα στην οικονομικά προσιτή ενοικιαζόμενη κατοικία


Σημειώσεις

  1. Στα τέλη Μαΐου, ο πρωθυπουργός μίλησε για δέσμευση της κυβέρνησης να προωθήσει πολιτικές για την αντιμετώπιση του προβλήματος της στέγης. Λίγες εβδομάδες πριν από αυτό, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε παρουσιάσει τις δικές του προτάσεις για το ίδιο θέμα, ενώ σε αντίστοιχη κίνηση είχε προχωρήσει τον Απρίλιο το Κίνημα Αλλαγής.[]

Δείτε επίσης