Όψεις: Μας αφορά

Κλείσιμο
Αρθρογραφία
16.06.2026

Στο Ναρκοπέδιο, πάλι: Για την ομοφοβία και τον εθνορατσισμό

Το θεατρικό της Μαρίας Λούκα Μέσα στο ναρκοπέδιο μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω 1, μου έφερε ξανά στο νου την ομοφοβική ρητορική που επικράτησε στη δημόσια σφαίρα πριν από τέσσερα χρόνια, με αφορμή τα σχόλια (και το βήμα που δινόταν στην άποψη) συγκεκριμένου συνήγορου υπεράσπισης στη δίκη Λιγνάδη. Το «επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι» θυμήθηκα, αλλά και τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν τα θύματα και οι καταγγέλλοντες κατά τη διάρκεια της δίκης, τις επίμονες φοβικές ερωτήσεις, τα επαναλαμβανόμενα «είστε ομοφυλόφιλος;», την ανάδειξη, σε τεράστια εκτύπωση, προσωπικών φωτογραφιών από τα σόσιαλ μίντια κλπ.

Στο θεατρικό μονόλογο της Λούκα, ο Πέτρος, ο ήρωάς της, θυμάται τι πέρασε σε εκείνο το δικαστήριο. Και λέει:

«Γελάω, κάθε φορά που σκέφτομαι πως νόμιζαν στο δικαστήριο ότι θα μας ισοπεδώσουν επειδή μας φώναζαν λούγκρες. Νόμιζαν ότι είναι η πρώτη φορά που τ’ ακούμε. Σ’ όλη μας τη ζωή το ακούμε. Από τη στιγμή που μάθαμε να περπατάμε το ακούμε. Έγινε αντίλαλος στην ύπαρξή μας. Μεγαλώσαμε ως λούγκρες κι αδερφές.»

Ναι, φτάσαμε στην εποχή που μπορούμε τουλάχιστον να πούμε ότι γελάμε. Κάθε φορά που χρησιμοποιούν για να μας κάνουν κομμάτια αυτό που οι ίδιες έχουμε μεταμορφώσει σε ταυτότητα, αυτή την αδιανόητη μα και τρομερή τεχνολογία στη βάση της οποίας πήραμε την ντροπή και το διασυρμό και το μεταμορφώσαμε σε ποιητική του εαυτού και πολιτικοποίηση, «πήραμε το στίγμα και το κάναμε στέμμα», όπως έλεγε κάποτε ο Πάνος Μιχαήλ, ή τουλάχιστον λατρέψαμε, παρατηρήσαμε, παρακολουθήσαμε, γενεαλογήσαμε, αυτές που το είχαν καταφέρει, να κάνουν το στίγμα στέμμα.

Όμως, αν είναι να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, η αλήθεια είναι πως μαθαίνουμε να χορεύουμε σε ένα ναρκοπέδιο. Ότι, όσο και να γελάς, το φαρμάκι μένει. Δεν θέλω να είμαι κυνικός, αλλά θυμάμαι πάρα πολύ συχνά ακόμα (να, για παράδειγμα τώρα, καθώς ξανασκέφτομαι την περίοδο εκείνης της δίκης) ένα ποίημα του Σεφέρη, τις περίφημες «Γάτες του Άη Νικόλα». Όπου οι γάτες στον περίβολο ενός μοναστηριού για χρόνια προσπαθούν να εξολοθρέψουν τα δηλητηριώδη φίδια, το κάνουν, αλλά στο τέλος και οι ίδιες αποκάμουν. «Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες/ ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος/ […] δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι./ Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες […]/ Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».

Δεν τα γράφω για να χαλάσω τη γιορτή. Αλλά για να θυμίσω πόσο ο ρατσισμός, η τρανσφοβία και η ομοφοβία, μαζί με όλες τις εκφάνσεις της τοξικής πατριαρχίας, είναι ακόμη εδώ⋅ χτυπάνε ξανά και ξανά και ανανεώνουν τους μηχανισμούς τους⋅ δουλεύουν ακούραστα πάνω μας, όσο κι αν εμείς τους ξεφεύγουμε. Με αυτά στο μυαλό, και απαντώντας στην πρόσκληση του Έτερον, αντιγράφω εδώ ένα απόσπασμα από ένα παλιότερο άρθρο για την ομοφοβία, τον εθνορατσισμό και τη θανατοπολιτική. Όσο παρακολουθώ τη δημόσια σφαίρα συνειδητοποιώ πως είναι, δυστυχώς, πάλι, επίκαιρο.

 

Η συζήτηση για την ομοφοβία είναι τμήμα της ευρύτερης και με μεγάλη ιστορία συζήτησης για την έμφυλη βία· μας σπρώχνει άρα να σκεφτούμε ακόμα περισσότερο με καινούριους όρους και τη φυσικοποίηση της έμφυλης βίας κατά των γυναικών και των θηλυκοτήτων και την υπόρρητη σχέση της, όχι μόνο με τις εδραιωμένες μορφές της εθνικά συμβολοποιημένης και αναπαραγόμενης πατριαρχίας, αλλά και με κάθε μορφή έμφυλης φοβίας και ρατσισμού, και μάλιστα στις νέες και ανανεωμένες εκδοχές τους.

Για να παλέψεις εναντίον τους, δεν μπορείς παρά να παρακολουθήσεις τον συγκολλητικό (και συχνά εθνοποιητικό, δυστυχώς) ρόλο του καθημερινού ρατσισμού, της αγοραίας, της μπανάλ ομοφοβίας και έμφυλης βίας –και να δεις επίσης και το τι μπορεί να κρύβεται πίσω τους, τι μπορεί να δομείται με το υλικό τους. Χρειάζεται να συνυπολογίσεις αυτό που ονομάζουμε θανατοπολιτική, πόσο πολύ, και τελικά πόσο εύκολα, ομάδες ανθρώπων προσγράφονται στην κατηγορία των οιονεί πεθαμένων, των ζόμπι, των ζωντανόνεκρων, και τι σχέση έχει αυτή η τακτική (όσο κι αν δεν φαίνεται με την πρώτη) με τις μπανάλ εκδοχές του ρατσισμού, της ομοφοβίας και της έμφυλης βίας. 

Σε τούτη τη διαδικασία δύο στοιχεία εμφανίζονται λειτουργικά καίρια. Το πρώτο είναι ότι μιλώντας για την καθημερινότητα της έμφυλης βίας, τον μπανάλ ρατσισμό και την ομοφοβία, και ανοίγοντας την αναλυτική συζήτηση και στη θανατοπολιτική, συνειδητοποιούμε πόσοι πολλοί τελικά άνθρωποι βρίσκονται στο στόχαστρό τους, και πόσο αυτό τους ενώνει στο παρόν, στο παρελθόν, και στους αρμούς παρόντος/παρελθόντος. Πόσο δηλαδή αυτή η ανοιχτή, η εκτατική συλλογικότητα, που αίφνης βλέπουμε να εκλύεται με αφορμή ένα τραυματικό γεγονός (όπως, για παράδειγμα υπήρξε στην Ελλάδα ο θάνατος τους Ζακ Κωστόπουλου/της ZackieOh), είναι ήδη οιονεί οργανωμένη ως κοινότητα τραύματος, έχει δηλαδή βιώσει την εμπειρία της κοινότητας ακριβώς γιατί έχει μοιραστεί βία, προσβολή, αποκλεισμό και θανατοπολιτική, ως γεγονός, ως φοβία, ως καθημερινό ενδεχόμενο, και, κυρίως, ως την καθημερινή συνθήκη που ορίζεται για τις περισσότερες από εμάς από τη συμπλοκή τους. Προφανώς η συμπλοκή αυτή δεν είναι ίδια για όλους· προφανώς, ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλες, ο φόβος δεν μετρονομεί όλες τις ζωές με την ίδια ένταση, προφανώς άλλοι φοβούνται ότι κάτι θα τους συμβεί, άλλες το έχουν δει αυτό το «κάτι» να συμβαίνει δίπλα τους ή έχουν συνειδητοτοποιήσει εαυτό μέσα από τέτοιες αφηγήσεις, και άλλες (ή οι ίδιες) έχουν υποστεί στο πετσί τους επιθέσεις, βία, τον διαλυτικό ρόλο του σεξισμού, της ομοφοβίας και του ρατσισμού, τον αποκλεισμό και την απώλεια. Μια κοινότητα τραύματος, όμως, στην πράξη σημαίνει όχι μόνο την κατανόηση ότι ο επιμερισμός της τραυματικής εμπειρίας δεν είναι ισόποσος, αλλά και τη συνειδητοποίηση πως το γεγονός ότι είναι σε έναν μεγάλο βαθμό ισότιμος (το ότι δηλαδή το τραύμα το μοιραζόμαστε όλες και όλοι), εξασφαλίζει και την ανοιχτότητα, τη δημοκρατικότητα αυτής της κοινότητας. Ακριβώς επειδή δεν έχουμε φάει όλες και όλοι το ίδιο χαστούκι, πλην όμως (μπορούμε να) μοιραζόμαστε τη βία του, ακριβώς γι’ αυτό τούτη η κοινότητα μπορεί να μένει ανοιχτή, και να εξασφαλίζει τη συμπερίληψη όλων όσων μπορούν να μοιράζονται το τραύμα και να αντιπαρατίθενται σε όσους, σε όποιες πρακτικές, σε όποιες συνθήκες, το προκαλούν.

Το δεύτερο καίριο στοιχείο αυτής της διαδικασίας ανάλυσης είναι η δυνατότητά της να απομυθοποιήσει μια από τις βασικές αφηγήσεις περί προστασίας και δημοκρατικής/δικαιωματικής ισοκατανομής του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Ας εξηγήσω λίγο περισσότερο αυτό το σημείο –παραμένοντας, προφανώς, σχηματικός: Αν υπάρχει σήμερα ένα δημόσιο αφήγημα που θέλει να παρουσιάζεται ως «ο σύγχρονος κόσμος», ένα βασικό του χαρακτηριστικό είναι το πόσο πολύ βασίζει την περιγραφή του ως μια συνθήκη δικαιωματικής και δημοκρατικής κανονικότητας, ευρείας κινητικότητας και βιοπολιτικής ασφάλειας. Η αφήγηση, δηλαδή, του σύγχρονου κόσμου (κι εδώ μιλάω και για τον δυτικό κόσμο, αλλά και για τον τρόπο που ο δυτικός κόσμος αφηγείται και επεκτείνει την εικόνα του για όλο τον κόσμο), είναι μια αφήγηση που υπογραμμίζει ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε (θέλει να) είναι δημοκρατικός και εξασφαλίζει ίσα δικαιώματα για όλες και όλους· ότι είναι ένας κόσμος μετακίνησης (κεφαλαίων, ιδεών, εικόνων και ανθρώπων)· και ότι είναι ένας κόσμος υγείας και μακροημέρευσης, ένας κόσμος στον οποίον διάφορες μορφές εξουσίας φροντίζουν «να είμαστε καλά», «να είμαστε υγιείς», «να είμαστε ασφαλείς». Πρόκειται για έναν κόσμο που, σύμφωνα με τον αμφιλεγόμενο φιλόσοφο Πέτερ Σλόντερντικ (Peter Sloterdijk), χαρακτηρίζεται από λεπτά τοιχώματα (thinwalls), είναι δηλαδή, τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο της αυτοπεριγραφής του, ευκίνητος και εύκολα διαπερατός.

Βεβαίως, όπως όλοι ξέρουμε, αυτός ο σύγχρονος κόσμος μας απέχει πάρα πάρα πολύ από το να είναι δημοκρατικός και δικαιωματικός για όλους, να είναι υγιής (και προσβάσιμος στην υγεία) για όλες, να είναι ανοιχτός και κινητικός για κάθε άνθρωπο χωρίς διακρίσεις. Τούτο συμβαίνει όχι τόσο γιατί ξαναϋψώνονται στον κόσμο σύνορα μπετονένια, αλλά γιατί εκπαιδευόμαστε όλοι στο να διαχειριζόμαστε τα λεπτά τοιχώματα ως στρατηγικές δυναμικού αποκλεισμού, ταξινόμησης, βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής διαχείρισης.

Ακούμε, δηλαδή, τόσο πολύ κατά καιρούς για τα μεγάλα τείχη «ασφαλείας» που πρόκειται να υψωθούν, από το Μεξικό ως το Αιγαίο και τον Έβρο, όχι βεβαίως γιατί κανείς πιστεύει πραγματικά ότι τέτοια τείχη σταματούν τις μετακινήσεις πληθυσμών ή ότι πραγματικά στόχο έχουν την ασφάλεια –αλλά γιατί συζητώντας διαρκώς γι’ αυτά τα τείχη πείθεσαι, όταν θα δεις τον μετανάστη πίσω από το λεπτό τοίχωμα ενός τζαμιού, να μην του ανοίξεις το μαγαζί σου. Ακούμε τόσο πολύ για το σύστημα υγείας και τα προβλήματά του και το επιχείρημα ότι άνθρωποι «που δεν το δικαιούνται το εκμεταλλεύονται», όχι βεβαίως διότι έτσι βελτιώνεται κανένα σύστημα, αλλά διότι πες πες αρχίζουμε όλοι και στηρίζουμε ιδιωτικά και ιδιαίτερα ταξινομικά συστήματα περίθαλψης, στα οποία όχι μόνο η ευχέρεια, αλλά και το είδος της περίθαλψης θα είναι διαφορετικό για την καθεμιά, θα στηρίζεται δηλαδή σε ιδιαίτερα αποτελεσματικά λεπτά τοιχώματα. Και ούτω καθεξής.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί είναι τέτοια η ξαφνική (και για πολλούς αναπάντεχη) αύξηση του ρατσισμού, της ομοφοβίας, της έμφυλης βίας και της θανατοπολιτικής προγραφής σήμερα, θα πρέπει σίγουρα να λάβουμε υπόψιν μας και το πόσο πολύ λειτουργούν, και πάλι, ως αναγκαία στηρίγματα για τη λειτουργία των λεπτών τοιχωμάτων που πλέον προσδιορίζουν την ευρεία ταξινόμηση της καθημερινότητάς μας.

Γι’ αυτό δεν τελειώνει και δεν πρέπει να τελειώνει η συζήτηση για τον ρατσισμό, για την ομοφοβία, τη βιοπολιτική και τη θανατοπολιτική. Γιατί βλέπεις ξαφνικά μια ομάδα ανθρώπων να έχουν εγκλωβισμένο πίσω από ένα τζάμι έναν άνθρωπο, να τον λιντσάρουν έτσι, αυτοί από εδώ κι εκείνος από κει, να συνεχίζουν το έργο τους τα σώματα ασφαλείας αλλά και οι επαγγελματίες της υγείας που καλούνται στον χώρο –και τότε ξέρεις ότι κάτι περισσότερο από την τρομερή σκηνή βίας υπάρχει εδώ, ένα βαθύ, πολύ βαθύ δίκτυο ρατσισμού και φοβίας και εθνικισμού και ηθικού πανικού, που δεν είναι απλώς ότι τώρα στα δύσκολα έχει απλώς αυξηθεί σαν έκζεμα σε ανθυγιεινές συνθήκες, αλλά ότι τώρα έχει γίνει ακόμα πιο λειτουργικό, τώρα χρειάζεται, για να λειτουργήσει, το τζάμι που απομονώνει, που αποκλείει, που προγράφει ποιοι είναι οι οιονεί νεκροί, το λεπτό τοίχωμα που πάνω του αντανακλώνται ποιες είναι για θάνατο, που καδράρει τη βία, με την έννοια ότι την οργανώνει και τη φυσικοποιεί. Και τότε συνειδητοποιείς ότι πρέπει να μην σταματήσουμε να μιλάμε: για ρατσισμό, για έμφυλη βία, για ομοφοβία, για θανατοπολιτική. ΠΑΛΙ.

Αυτό, άλλωστε, νομίζω κάναμε μετά τα γεγονότα του τραγικού θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου. Ένας λόγος, καινούριος, παλιός, ανάμεσα, λόγος αδιαμόρφωτος και πολυδιαμορφωμένος, θρηνητικός αλλά και δημιουργικός, λόγος πολιτικός, ξεχύθηκε από παντού. Λόγος διεκδικητικός, λόγος που θύμιζε αλλά και απαιτούσε. Λόγος επίσης διερευνητικός –που έθετε καινούρια ερωτήματα, δεν φοβόταν να συνδυάσει στοιχεία, δεν φοβόταν επίσης να μιλήσει για τις ευρείες συνδέσεις, τα κοινά χαρακτηριστικά που συνειδητοποιούμε ότι μοιραζόμαστε, όταν επίσης συνειδητοποιούμε ότι ένα παρόμοιο τζάμι σαν αυτό που πρώτα απέκλεισε και μετά έσπασε πάνω στο σώμα του Ζακ Κωστόπουλου θα μπορούσε, χωρίς να το καταλάβουμε, αύριο να μας κλείσει κι εμάς. Η εικόνα αυτή είναι ακόμα μέσα μας. Υπάρχει λόγος. 

Ρατσισμός, ομοφοβία και θανατοπολιτική, λοιπόν, ΠΑΛΙ. Αυτή τη συζήτηση, ξανά και ξανά και ξανά. Και ο διαρκής αγώνας εναντίον τους. Μόνο αν κινητοποιούμαστε συνεχώς, και αν μιλάμε συνέχεια, μπορούμε κάτι να κάνουμε.

*Επεξεργασμένο απόσπασμα από το «Θα πενθούμε πάντα σαν παιδιά: Ρατσισμός, ομοφοβία και θανατοπολιτική πάλι», Feministiqa2 (2019).Oλόκληρο το άρθρο προσβάσιμο εδώ 

https://feministiqa.net/ratsismos-omofovia-thanatopolitiki-pali/

  1. Η θεατρική παράσταση «Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω» ανέβηκε πρώτη φορά το Νοέμβριο του 2025 σε παραγωγή Eteron και συμπαραγωγή ΚΕΤ. Τον Μάιο του 2026 το κείμενο της παράστασης εκδόθηκε από την Κάπα Εκδοτική[]
Πολιτική Cookies