
Εδώ και κάποια χρόνια, το καλοκαίρι στην Αθήνα δεν έρχεται «έτσι απλά». Αντίθετα, ανακοινώνει την άφιξή του με την εμφάνιση ενός πορτοκαλί πέπλου που θαμπώνει στον ήλιο και μιας ατμόσφαιρας βαριάς από τη μυρωδιά του καμένου πεύκου. Καθώς οι πυρκαγιές που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή σαρώνουν τη λεκάνη της Μεσογείου, οι πυκνοί καπνοί που ξεκινούν από τα βουνά της Αττικής ή τα παραθαλάσσια πευκοδάση κοντά στο Πόρτο Γερμενό προκαλούν φόβο, απόγνωση, αγωνία και, πάνω απ’ όλα, καταστροφή. Με το δεδομένο ότι αυτού του είδους τα περιστατικά κρίσης της δημόσιας υγείας συμβαίνουν συχνά και κατ’ επανάληψη, η αντίληψη ότι ο αέρας αποτελεί ένα κοινό αγαθό που δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί και δεν γνωρίζει σύνορα μετατρέπεται σε μια επείγουσα υλική πραγματικότητα. Ο αέρας είναι η πιο άμεση κοινή μας υποδομή – ένα φυσικό σύστημα που συνδέει κάθε ζωντανό σώμα σε μια κατάσταση ριζικής και αναπόφευκτης αλληλεξάρτησης.
Παρόλα αυτά, η διαρκής επιδείνωση της κλιματικής κρίσης θέτει κατά κάποιον τρόπο υπό αμφισβήτηση την ίδια τη διαδικασία της αναπνοής. Ο καθαρός αέρας, που κάποτε θεωρούνταν ένα ανεξάντλητο και δωρεάν δημόσιο αγαθό, μετατρέπεται ταχύτατα σε ιδιωτικό εμπόρευμα. Η αντίδραση των κρατών στα εποχικά πύρινα μέτωπα έχουν καταλήξει να περιορίζονται όλο και περισσότερο σε αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις από το 112. Τα εν λόγω μηνύματα καλούν τους πολίτες να απομονωθούν, να κλείσουν τα παντζούρια και να σφραγίσουν τα παράθυρά τους, μεταθέτοντας ουσιαστικά την ευθύνη για την επιβίωση στις ατομικές επιλογές και δράσεις.
Για κατοίκους που διαθέτουν κλιματιζόμενα διαμερίσματα σε κάποιο πράσινο προάστιο της ελληνικής πρωτεύουσας, με καλούς ιονιστές και τη δυνατότητα να εργάζονται εξ αποστάσεως, τα τοξικά νέφη των πυρκαγιών ενδεχομένως να είναι μια διαχειρίσιμη ενόχληση. Για τους διανομείς, όμως, που κινούνται αποκλειστικά σε μποτιλιαρισμένους δρόμους, για τους εργαζόμενους στη γεωργία ή σε συνεργεία οικοδομών στα βιομηχανικά προάστια της Αθήνας, αλλά και για τους πληθυσμούς που ζουν σε κακές συνθήκες ή σε περιθωριοποιημένες κοινότητες μεταναστών, μια ατμόσφαιρα επιβαρυμένη από καπνό αποτελεί άμεσο κίνδυνο που εισπνέεται απευθείας στους πνεύμονες. Αυτή η ανισότητα καταδεικνύει ότι ο αέρας δεν είναι απλώς ένα οικολογικό μέσο, αλλά και ένα πολιτικό πεδίο υπό διεκδίκηση. Όπως τα εταιρικά νέφη (cloud) μετατρέπουν τους κοινόχρηστους ψηφιακούς χώρους σε αντικείμενο εμπορευματοποίησης, έτσι και η περιβαλλοντική υποβάθμιση περιφράσσει το κοινό αγαθό της ατμόσφαιρας της Γης, καθορίζοντας ποιος θα μπορεί να αναπνέει με ασφάλεια και ποιος θα επωμιστεί το υλικό κόστος της οικολογικής αμέλειας. Η ανάκτηση του νέφους δεν γίνεται, επομένως, να παραμείνει μια αφηρημένη μεταφορά περί ψηφιακών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να ξεκινήσει με διεκδίκηση στο πεδίο, από τον αέρα που αναπνέουμε, καθιερώνοντας τον καθαρό αέρα ως συλλογικό, δημοκρατικό δικαίωμα.
Όταν η περιβαλλοντική κατάρρευση αποσταθεροποιεί τη ζωή στα αστικά κέντρα, οι δημόσιοι θεσμοί βασίζονται ολοένα περισσότερο σε μια πρόχειρη ψηφιακή αντιμετώπιση. Σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη, η κλιματική διακυβέρνηση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τεχνολογικά συστήματα, όπως είναι οι αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις μέσω SMS, οι προγνωστικοί δείκτες δασικών πυρκαγιών, τα δίκτυα δορυφορικής εποπτείας/ παρατήρησης όπως το Copernicus και οι αλγόριθμοι πρόγνωσης καυσώνων. Κατά τη διάρκεια των καυσώνων του καλοκαιριού στην Αθήνα, τη Μαδρίτη ή τη Μασσαλία, οι πολίτες λαμβάνουν μαζικές ψηφιακές ειδοποιήσεις που τους καλούν να παραμείνουν σε εσωτερικούς (κλιματιζόμενους) χώρους και να περιορίσουν τη σωματική τους καταπόνηση.
Το γεγονός ότι τα κράτη βασίζονται σε αυτού του τύπου τις προειδοποιήσεις από τα πάνω προς τα κάτω είναι ένδειξη μιας δομικής αποτυχίας: το κράτος μεταθέτει την ευθύνη της προσαρμογής στον πολίτη. Η ροή δεδομένων από τα δορυφορικά συστήματα χαρτογραφούν τις ζώνες θερμότητας σε ολόκληρη τη Μεσόγειο σε πραγματικό χρόνο, ωστόσο τα εν λόγω μέσα απλώς διαχειρίζονται τα συμπτώματα χωρίς να αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια. Η ψηφιακή υποδομή μετατρέπεται σε μηχανισμό περιορισμού. Στέλνει ειδοποιήσεις, την ώρα που τα κρατικά συστήματα – όπως οι υποχρηματοδοτούμενες υπηρεσίες πυρόσβεσης, τα απαρχαιωμένα δημόσια δίκτυα ύδρευσης και τα εύθραυστα δίκτυα ηλεκτροδότησης που επιβαρύνονται υπερβολικά από την ιδιωτική χρήση κλιματιστικών – εξακολουθούν να τυχαίνουν τεράστιας παραμέλησης. Η έξυπνη πόλη χρησιμοποιεί τα προειδοποιητικά μηνύματα για να δείξει ότι έχει έναν κατ’επίφαση έλεγχο, παρουσιάζοντας τον συστημικό κλιματικό κίνδυνο ως ζήτημα ατομικής προφύλαξης.
Οι καπνοί από τις δασικές πυρκαγιές και η θερμική καταπόνηση στις πόλεις καταδεικνύουν τα όρια των πολιτικών συνόρων. Όταν πυροσωρειτομελανίες υψώνονται από τα φλεγόμενα πευκοδάση γύρω από την Αττική ή στη νοτιοδυτική Γαλλία, εισπνεύσιμα σωματίδια περνούν από τη μία περιοχή στην άλλη ανεξαρτήτως διοικητικών δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων. Τα σύννεφα καπνού αποκαλύπτουν αυτό που αποκρύπτουν τα νομικά όρια: ο αέρας λειτουργεί ως αδιαίρετο κοινό αγαθό.
Η αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας απαιτεί τη μετάβαση από την μεμονωμένη ατομική επιβίωση στη δημόσια διακυβέρνηση. Ακριβώς επειδή ο αέρας είναι ένα εγγενώς κοινό αγαθό, τα ψηφιακά συστήματα, τα ενεργειακά δίκτυα και οι υποδομές δημόσιας υγείας αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου κοινωνικού πλαισίου. Η ικανότητα μιας πόλης να αντέξει έναν ακραίο καύσωνα δεν εξαρτάται από ιδιωτικές εφαρμογές κινητών τηλεφώνων, αλλά από κοινόχρηστους πόρους: δημόσιους χώρους δροσιάς, αποκατάσταση της αστικής δενδροκάλυψης, προσβάσιμα κλιματικά δεδομένα και διακρατικό συντονισμό σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η σύνδεση της ψηφιακής δικαιοσύνης με την προστασία του περιβάλλοντος (θα πρέπει να) συνεπάγεται την αντιμετώπιση των δικτύων πληροφοριών και των φυσικών ατμοσφαιρικών συστημάτων ως δημόσιων αγαθών και όχι ως εμπορικών περιουσιακών στοιχείων.
Η ατμοσφαιρική υποβάθμιση σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν επηρεάζει όλες τις κοινότητες στον ίδιο βαθμό. Ενώ οι πόλεις του Νότου, όπως η Αθήνα, βιώνουν άμεσα την ακραία μεσογειακή ζέστη, οι καύσωνες στις πρωτεύουσες της Βόρειας Ευρώπης, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο ή οι Βρυξέλλες, αναδεικνύουν πανομοιότυπες διαρθρωτικές ανισότητες. Σε αυτά τα αστικά περιβάλλοντα, η θερμική καταπόνηση εκδηλώνεται σύμφωνα με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια.
Στις πυκνοδομημένες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, όπως είναι η Κυψέλη και το Κουκάκι ή στις κατά κύριο λόγο εργατικές συνοικίες της δυτικής Αθήνας, η πυκνή δόμηση από σκυρόδεμα και η περιορισμένη δενδροκάλυψη δημιουργούν έντονες τοπικές θερμικές νησίδες. Οι επιφανειακές θερμοκρασίες σε περιοχές με πολλή άσφαλτο παραμένουν υψηλές καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, στερώντας απ’τους κατοίκους την απαραίτητη ανακούφιση από τη ζέστη. Εντωμεταξύ, εργαζόμενοι στον τομέα των υπηρεσιών, μεταφορείς, οδηγοί και courier καθώς και συνεργεία των δήμων αναγκάζονται να συνεχίζουν τη σωματική εργασία τους ακόμη και όταν βρίσκονται σε ισχύ προειδοποιήσεις για υψηλές θερμοκρασίες, προκειμένου να διατηρείται απρόσκοπτα η αλυσίδα εφοδιασμού. Παράλληλα, τα πιο εύπορα νοικοκυριά βασίζονται σε ιδιωτικά συστήματα ψύξης, τα οποία αποβάλλουν επιπλέον θερμότητα στους δρόμους της πόλης, αυξάνοντας περαιτέρω τη θερμοκρασία για όσα άτομα βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για το κλίμα αναδεικνύουν ένα θεμελιώδες ζήτημα: Ναι μεν η ατμόσφαιρα είναι κοινή για όλους τους κατοίκους του πλανήτη, ωστόσο οι πόροι που απαιτούνται για την αποφυγή των κινδύνων [που προκύπτουν από την αλλοίωσή της] εξακολουθούν να κατανέμονται άνισα.
Η επανακτήση των κοινών αγαθών της ατμόσφαιρας απαιτεί τη δημιουργία πρακτικών, διακρατικών υποδομών με επίκεντρο τη δημόσια υγεία και την περιβαλλοντική ισότητα. Προκειμένου να μετατραπούν τα αόρατα ψηφιακά δίκτυα σε εργαλεία δημοκρατικής διακυβέρνησης, οι ευρωπαϊκές πόλεις και οι κοινοτικές οργανώσεις θα πρέπει να εφαρμόσουν διαρθρωτικές πολιτικές. Παρακάτω θα κάνω τρεις συγκεκριμένες σχετικές προτάσεις.
Πρώτον, η αστική προσαρμογή πρέπει να δώσει προτεραιότητα στις υλικές δημόσιες παρεμβάσεις έναντι των εφαρμογών για smartphone. Οι δήμοι θα πρέπει να δημιουργήσουν εκτεταμένους αστικούς πράσινους διαδρόμους, να χρηματοδοτήσουν συστηματικά προγράμματα δενδροφύτευσης σε συνοικίες χαμηλού εισοδήματος και να κατασκευάσουν προσβάσιμους, δημόσιους κλιματιζόμενους χώρους. Οι τοπικές αρχές θα πρέπει επίσης να επενδύσουν σε δημόσια δίκτυα ανανεώσιμης ενέργειας, ικανά να τροφοδοτούν τα δημοτικά συστήματα ψύξης χωρίς να αυξάνουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Δεύτερον, τα ψηφιακά εργαλεία θα πρέπει να επανασχεδιαστούν ώστε να παρέχουν δημόσια ατμοσφαιρικά δεδομένα ως προσβάσιμο κοινό αγαθό. Αντί να βασίζονται σε ιδιόκτητες πλατφόρμες λογισμικού, οι δημοτικές αρχές και οι οργανώσεις πολιτών μπορούν να αξιοποιήσουν περιβαλλοντικούς αισθητήρες ανοιχτού κώδικα που θα διαχειρίζεται η εκάστοτε κοινότητα. Η ευρεία πρόσβαση σε δεδομένα μικροκλίματος και σωματιδίων σε πραγματικό χρόνο επιτρέπει στα συνοικιακά συμβούλια, στα συνδικάτα και τις συλλογικότητες εργαζομένων να επιβάλλουν σαφή μέτρα προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής παύσης εργασίας μετ’ αποδοχών για προσωπικό που εργάζεται σε εξωτερικούς χώρους κατά τη διάρκεια επικίνδυνων θερμοκρασιών.
Τρίτον, η ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να ενσωματώσει τα εργασιακά δικαιώματα, την ψηφιακή διακυβέρνηση και τον οικολογικό σχεδιασμό σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Τα κοινά διασυνοριακά συστήματα πολιτικής προστασίας, τεχνολογία ανοιχτού κώδικα για το κλίμα και νομικά αναγνωρισμένη πρόσβαση σε καθαρό αέρα θα πρέπει να αποτελούν βασικά συστατικά ενός δημοκρατικού κοινού αγαθού.
Η επανάκτηση του «σύννεφου» συνεπάγεται την εδραίωση πολιτικών προτεραιοτήτων. Απορρίπτοντας την εμπορευματοποίηση των βασικών συστημάτων που στηρίζουν τη ζωή και εκδημοκρατίζοντας τις τεχνικές υποδομές που διέπουν την καθημερινή ζωή, οι ευρωπαϊκές κοινότητες μπορούν να οικοδομήσουν ανθεκτικούς και δίκαιους δημόσιους χώρους και να αρχίσουν να βελτιώνουν τους τρόπους αντιμετώπισης των σοβαρότατων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού European Alternatives Journal, το οποίο εκδόθηκε σε συνεργασία με το Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Η παρούσα εκδοχή αποτελεί μετάφρασή του στα ελληνικά.