Αναζητώντας ένα νέο παράδειγμα
Η μεγάλη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας έχει αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξει η συζήτηση σχετικά με τους στόχους, τις προτεραιότητες και τα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής. Η πανδημία ενίσχυσε την ανάγκη για τη συζήτηση αυτή, αμφισβητώντας δόγματα και επερωτώντας μονοδρόμους.
Το project Οικονομική Δικαιοσύνη επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να αναλύσει τις τάσεις της παγκόσμιας και ελληνικής οικονομίας, να ανιχνεύσει τις αντιλήψεις που διαμορφώνονται αναφορικά με την οικονομική πολιτική και να διαμορφώσει έναν χώρο διαλόγου για την εναλλακτική οικονομική σκέψη.
Το project ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2022. Επικοινωνία: oikonomiki-dikaiosyni@eteron.org


Βασιλική Κανελλοπούλου
Πολιτικός επιστήμονας και υποψήφια διδάκτορας με ειδίκευση στην κινεζική πολιτική

Οδυσσέας Κωνσταντινάκος
Υπ. Διδάκτορας Πολιτικής Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο – European University Institute
Το policy paper εξετάζει τις θεσμικές προϋποθέσεις της αποτελεσματικής βιομηχανικής πολιτικής μέσα από μια συγκριτική ανάλυση της Κίνας και της Νότιας Κορέας, αντιμετωπίζοντας τη βιομηχανική πολιτική όχι ως απλή «ένεση» χρηματοδότησης αλλά ως μέθοδο οργάνωσης της οικονομίας. Αφετηρία αποτελεί το ευρωπαϊκό παράδοξο: ενώ η βιομηχανική πολιτική έχει επιστρέψει ως στρατηγική αναγκαιότητα υπό συνθήκες γεωπολιτικού ανταγωνισμού, ο δημόσιος διάλογος παραμένει εγκλωβισμένος στο «πόσα» δαπανούμε, παραμελώντας το «πώς», δηλαδή τους θεσμούς, τις διοικητικές ικανότητες και τους μηχανισμούς πειθαρχίας που καθιστούν την κρατική παρέμβαση στρατηγική, συνεκτική και αξιολογήσιμη.
Η σύγκριση οργανώνεται γύρω από τρεις άξονες: (α) το θεσμικό υπόβαθρο της ανάπτυξης, (β) τον βαθμό τεχνοκρατικής ικανότητας και συντονισμού του κράτους, και (γ) τους μηχανισμούς πειθαρχίας/λογοδοσίας του ιδιωτικού τομέα. Θεωρητικά, αντλεί από την καθυστερημένη εκβιομηχάνιση, τις Ποικιλίες του Καπιταλισμού και τη βιβλιογραφία του αναπτυξιακού κράτους, με στόχο μια νηφάλια ανάγνωση των ασιατικών εμπειριών ως παραδειγμάτων θεσμικής ικανότητας και προσαρμογής και όχι ως μοντέλων προς μίμηση. Η ανάλυση αποφεύγει τόσο την εύκολη σινοφοβία όσο και τον τεχνοκρατικό οριενταλισμό, υπογραμμίζοντας την αμοιβαία όσμωση Ανατολής–Δύσης και το γεγονός ότι η «συνταγή» της επιτυχίας είναι ιστορικά και πολιτικά εντοπισμένη.
Η μελέτη δείχνει ότι η Νότια Κορέα θεμελίωσε την επιτυχία της σε μια κάθετη αρχιτεκτονική στρατηγικής επιλογής, με ισχυρό κεντρικό σχεδιασμό, αξιοκρατική γραφειοκρατία και ένα σύστημα
«καρότου-μαστιγίου» που συνέδεε τη στήριξη με μετρήσιμες επιδόσεις (ιδίως εξαγωγές), ενώ στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε τεχνοκρατικό οικοσύστημα έρευνας και καινοτομίας που διατήρησε
τη στρατηγική καθοδήγηση μέσα σε συνθήκες φιλελευθεροποίησης και δημοκρατικού μετασχηματισμού. Αντίθετα, η Κίνα αναδεικνύει ένα υβριδικό σχήμα κεντρικής καθοδήγησης και αποκεντρωμένης υλοποίησης, όπου ο διαπεριφερειακός ανταγωνισμός, ο πειραματισμός και τα πενταετή σχέδια συνδυάζονται με νέες οργανωτικές αρχές που μετά το 2014 δομούνται γύρω από την
ολιστική ασφάλεια, την ποιοτική ανάπτυξη και την τεχνολογική αυτοδυναμία.
Συμπερασματικά, το policy paper υποστηρίζει ότι το κρίσιμο μάθημα για την Ευρώπη, και ειδικότερα για την Ελλάδα, δεν αφορά μόνο το μέγεθος των πόρων, αλλά την οικοδόμηση θεσμικών δυνατοτήτων: σταθερότητα σκοπού, διαθεσμικός συντονισμός, μηχανισμοί αξιολόγησης, και όροι πειθαρχίας του ιδιωτικού τομέα που μετατρέπουν τις επιχορηγήσεις από αποσπασματική στήριξη σε στρατηγική αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης.