
Η μέριμνα βρίσκεται υπό καθεστώς πολιορκίας. Οι συνθήκες μέσω των οποίων συντηρείται η ζωή – ανθρώπινη και μη – βρίσκονται υπό όλο και περισσότερη πίεση, ιδιωτικοποιούνται, εμπορευματοποιούνται και κατανέμονται άνισα. Ο χρόνος που απαιτείται για την παροχή μέριμνας συμπιέζεται από τις απαιτήσεις της παραγωγικότητας. Η δουλειά που γίνεται για τη συντήρηση των νοικοκυριών, των κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων εξακολουθεί να υποτιμάται. Η υγειονομική περίθαλψη, η στέγαση, η εκπαίδευση και άλλες βασικές παροχές επηρεάζονται από τις πιέσεις της αγοράς.
Τέλος, τα εδάφη, τα νερά, τα δάση και τα λοιπά οικολογικά συστήματα από τα οποία εξαρτάται η συλλογική ζωή εξαντλούνται, περιφράσσονται ή αφήνονται να καταστραφούν. Ο πόλεμος, ο εκτοπισμός, η οικολογική καταστροφή, ο πολιτικός αποκλεισμός και η βαθιά ανισότητα καθιστούν ορισμένες ζωές – ανθρώπινες και μη – ευάλωτες, ενώ άλλες παραμένουν προστατευμένες. Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές δεν αποτελούν απλώς μια κρίση που βιώνουμε στις μέρες μας. Αποτελούν απλώς την κλιμάκωση μιας ιστορίας που γράφεται εδώ και πολλά χρόνια, στην οποία η εργασία και οι συνθήκες διατήρησης της ζωής κατανέμονταν άνισα και οργανώνονταν μέσα από σχέσεις εξουσίας. Η μέριμνα βρίσκεται υπό πολιορκία όταν οι συνθήκες που καθιστούν τη ζωή δυνατή υποτάσσονται σε δεδομένα υφαρπαγής, ανταγωνισμού και συσσώρευσης, αντί να οργανώνονται γύρω από τον χρόνο, τους πόρους και τις σχέσεις που χρειάζονται για να διατηρείται η ζωή με αξιοπρέπεια.
Οι ιστορίες της δημοκρατίας πρέπει να κατανοούνται και να μελετώνται ως ιστορίες μέριμνας: ιστορίες για το ποιων οι φωνές είχαν σημασία, ποιων οι κόποι συντηρούσαν τη ζωή, ποιων τα σώματα είχαν αξία και ποια σώματα αντιπροσώπευαν άλλα σώματα. Οι δημοκρατικές κοινωνίες ανέκαθεν υπήρξαν μέσα από αυτές τις διατάξεις. Η ικανότητα συμμετοχής στη δημόσια ζωή ανέκαθεν εξαρτιόταν από πρακτικές και υποδομές μέριμνας, από την οικεία εργασία της ανατροφής και της συντήρησης των ανθρώπινων όντων μέχρι τη συλλογική συντήρηση των οικιών, των θεσμών, των πόλεων και των οικολογικών συστημάτων που καθιστούν τη ζωή δυνατή. Η μέριμνα περιλαμβάνει το έργο της διατήρησης της ανθρώπινης ζωής, αλλά και τις ευρύτερες πρακτικές μέσω των οποίων συντηρούνται οι κοινωνικοί, πολιτικοί, θεσμικοί και οικολογικοί κόσμοι. Η δημοκρατία κατέστη εφικτή χάρη σε μορφές μέριμνας τις οποίες ταυτόχρονα περιθωριοποίησε, ιδιωτικοποίησε, εκμεταλλεύτηκε ή κατέστησε αόρατες. Η άνιση οργάνωση της μέριμνας δεν είναι συνεπώς μόνο μια κοινωνική αδικία· είναι και δημοκρατικό πρόβλημα. Όταν το βάρος της συντήρησης της ζωής πέφτει δυσανάλογα σε ορισμένα άτομα ή ομάδες, μειώνονται ο χρόνος, οι πόροι και η ικανότητά τους να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των συλλογικών αποφάσεων. Όταν οι απαραίτητες συνθήκες για τη συντήρηση της ζωής ιδιωτικοποιούνται ή εμπορευματοποιούνται, τότε ζητήματα που αφορούν όλα τα άτομα μετατρέπονται σε ατομικές ευθύνες. Και όταν τα οικολογικά συστήματα από τα οποία εξαρτάται η συλλογική ζωή φθείρονται ή περιφράσσονται, η υλική βάση της κοινής πολιτικής ζωής αποδυναμώνεται. Η δημοκρατία εξαρτάται όχι μόνο από τυπικά δικαιώματα, εκπροσώπηση και πολιτικούς θεσμούς, αλλά και από τις υλικές, κοινωνικές και οικολογικές συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να ζουν, να συμμετέχουν και να δρουν από κοινού ως ίσοι. Τα άτομα που επωμίζονται τα μεγαλύτερα βάρη της συντήρησης της ζωής έχουν συχνά λιγότερο χρόνο και πόρους προκειμένου να επηρεάσουν τις αποφάσεις που τη διέπουν, ενώ τα άτομα που είναι πιο αποστασιοποιημένα ή θωρακισμένα από τέτοιου είδους βάρη βρίσκονται σε προνομιακή θέση όσον αφορά την άσκηση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Γι’ αυτό η κρίση της μέριμνας είναι και κρίση της δημοκρατίας.
Ιστορικά, η μέριμνα αντιμετωπίζεται ως κάτι που ανήκει αλλού: στην ιδιωτική σφαίρα, στην εργασία των σκλαβωμένων και των υποτελών με σύμβαση, στα άτυπα δίκτυα αλληλοβοήθειας ή σε υποτιθέμενα μη πολιτικές πράξεις συντήρησης και αναπαραγωγής. Κι όμως, οι ιστορίες της μέριμνας συνδέονται άρρηκτα με τις ιστορίες απόσπασης. Οι αποικιακές οικονομίες εκτός από την οικειοποίηση της παραγωγικής εργασίας των λαών στηρίζονταν και στην οικειοποίηση της αναπαραγωγικής τους εργασίας. Οι σκλαβωμένες γυναίκες εξαναγκάζονταν όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να συντηρούν νοικοκυριά, κοινότητες και μελλοντικό εργατικό δυναμικό υπό συνθήκες καταναγκασμού και υφαρπαγής της περιουσίας τους. Παρομοίως, τα συστήματα υποτέλειας με σύμβαση (indenture) στηρίζονταν σε μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής που παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αόρατες και απούσες από τις κυρίαρχες αφηγήσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Οι ιστορίες αυτές φτάνουν ως τις μέρες μας και συνεχίζονται. Η Joy James γράφει για τις «αιχμάλωτες μητρικές μορφές» (captive maternals) ότι είναι «οι πιο ευάλωτες στη βία, τον πόλεμο, τη φτώχεια, την αστυνομία και την αιχμαλωσία, παρόλο που η δική τους ύπαρξη είναι αυτή που καθιστά δυνατή την υπόσταση της κτητικής αυτοκρατορίας που τις διεκδικεί και τις στερεί από τα υπάρχοντά τους»1. Οι παγκόσμιες αλυσίδες μέριμνας μετακινούν μετανάστριες και μετανάστες εργαζόμενους πέρα από τα σύνορα της χώρας καταγωγής τους, ώστε να φροντίζουν τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και τα νοικοκυριά άλλων, αφήνοντας συχνά τις δικές τους οικογένειες να εξαρτώνται από ακόμα μια βαθμίδα υποτιμημένης μέριμνας. Η μέριμνα αντιμετωπίζεται επανειλημμένα ως ανεξάντλητος πόρος που μπορεί να αντλείται, να μεταβιβάζεται, να ανατίθεται σε τρίτους και να καταναλώνεται.
Οι δημοκρατίες έχουν επομένως κληρονομήσει τις βίαιες και άνισες ιστορίες της μέριμνας, χωρίς όμως να τις έχουν αντιμετωπίσει σχεδόν ποτέ με τρόπους που να αναδιανέμουν την εξουσία ή να παρέχουν αποζημιώσεις για τις συνθήκες που δημιούργησαν. Ο πλούτος που συσσωρεύτηκε μέσω της δουλείας, της αποικιοκρατίας και άλλων μορφών εξαναγκαστικής και οικειοποιημένης εργασίας δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς μορφές επανορθωτικής δικαιοσύνης. Ούτε όσα άτομα διασχίζουν σύνορα για να συντηρήσουν τις ζωές άλλων απέκτησαν απαραίτητα τα πολιτικά δικαιώματα που έχουν οι κοινότητες τις οποίες συντηρούν. Οι μετανάστριες και οι μετανάστες εργαζόμενοι στη μέριμνα μπορεί να μεγαλώνουν παιδιά, να κρατάνε νοικοκυριά, να φροντίζουν ηλικιωμένους και να συντηρούν τις καθημερινές υποδομές της κοινωνικής ζωής, παραμένοντας ωστόσο αποκλεισμένοι από την ιθαγένεια, την πολιτική εκπροσώπηση ή το δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων που διέπουν τις κοινωνίες στις οποίες εργάζονται. Τα άτομα, δηλαδή, που φροντίζουν μια κοινωνία δεν αναγνωρίζονται αναγκαστικά ως μέλη της πολιτικής της κοινότητας.
Το έργο της πολιτικής επιστημόνα Joan Tronto, η οποία έχει εστιάσει στο θέμα της μέριμνας, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εισαγωγή αυτής της άποψης στη δημοκρατική σκέψη. Η Tronto κατανοεί τη μέριμνα ως συλλογική πρακτική μέσω της οποίας οι κοινωνίες συντηρούν, συνεχίζουν και επιδιορθώνουν τον κοινό τους κόσμο. Η σκέψη της για τη μεταναστευτική εργασία στον τομέα της μέριμνας οδηγεί και σε μια πιο διευρυμένη αντίληψη της δημοκρατίας, η οποία κλονίζει την παραδοχή ότι η δημοκρατική ζωή περιορίζεται εντός των ορίων του έθνους-κράτους. Η Tronto υποστηρίζει ότι «η ιθαγένεια είναι μια σχεσιακή ιδέα»2. Στο παράδειγμα που παραθέτει αναφέρει πως, «Αν προσλάβεις μια Φιλιππινέζα για να φροντίζει τη γιαγιά σου, εκείνη γίνεται πολίτης». Το επιχείρημά της είναι σκόπιμα προκλητικό: η μετανάστρια εργαζόμενη στη μέριμνα της ηλικιωμένης γιαγιάς δεν παρέχει απλώς μια υπηρεσία εντός μιας εθνικής κοινότητας, αλλά συμμετέχει ήδη στις σχέσεις μέσω των οποίων συντηρείται αυτή η κοινότητα. Ωστόσο, οι σχέσεις φροντίδας της γυναίκας αυτής δεν σταματούν στα σύνορα της χώρας όπου βρίσκεται. Βρίσκεται επίσης σε σχέση φροντίδας με τα παιδιά της πίσω στις Φιλιππίνες, ενώ και το άτομο που την έχει προσλάβει εμπλέκεται σε αυτές τις διεθνικές σχέσεις αλληλεξάρτησης. Όπως το θέτει η Tronto, «η έννοια της ιθαγένειας χάνει την εθνική της σημασία και γίνεται μια έννοια που περιγράφει σχέσεις και το ποιος σχετίζεται με ποιον».3
Αν ληφθεί στα σοβαρά, η πρόταση αυτή μας ζητά να ξανασκεφτούμε όχι μόνο τι σημαίνει ιθαγένεια αλλά και τι σημαίνει δημοκρατία. Αν η δημοκρατική ζωή εξαρτάται από σχέσεις φροντίδας που διασχίζουν συστηματικά τα σύνορα, τότε η πολιτική κοινότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως μια εδαφικά οριοθετημένη εθνική κοινότητα. Οι υποδομές της καθημερινής ζωής είναι ήδη διεθνικές: οι εργαζόμενοι στη μέριμνα μετακινούνται πέρα από τα σύνορα της χώρας καταγωγής τους, τα νοικοκυριά εξαρτώνται από εμβάσματα και από απομακρυσμένες σχέσεις στήριξης, και η εργασία που απαιτείται για τη διατήρηση της ζωής σε έναν τόπο εκτελείται συχνά μέσα από δίκτυα που εκτείνονται σε πολλά μέρη του κόσμου. Παρόλα αυτά όμως, τα πολιτικά δικαιώματα και η δημοκρατική εκπροσώπηση εξακολουθούν να οργανώνονται κυρίως μέσω της εθνικής ένταξης. Τα άτομα που συμμετέχουν με υλικό τρόπο στην διατήρηση μιας κοινωνίας μπορεί να έχουν ελάχιστο ή και καθόλου λόγο στις αποφάσεις που αφορούν τη διακυβέρνησή της, ενώ όσοι επωφελούνται από την εργασία των ατόμων αυτών παραμένουν πολιτικά θωρακισμένοι απέναντι στις ζωές και τις κοινότητες από τις οποίες οι ίδιοι εξαρτώνται. Η σχεσιακή αντίληψη της Tronto για την ιθαγένεια, συνεπώς, προτείνει μια αντίληψη διεθνικής δημοκρατίας που αντιστρατεύεται τα σύνορα και τοποθετεί τη μέριμνα στο επίκεντρο.
H φεμινιστική πολιτική θεωρία εξετάζει τις συνθήκες μέριμνας που προέκυψαν ανά τα χρόνια σε δημοκρατικά καθεστώτα και αναλύει και πώς παρέχεται η μέριμνα υπό καθεστώς πολιορκίας, προκειμένου να οραματιστεί εκ νέου μια δημοκρατική ζωή όπου θα επικρατούν συνθήκες υπό τις οποίες άνθρωποι και περιβάλλοντα θα μπορούν να ευδοκιμήσουν. Αυτό στην πράξη συνεπάγεται την ιστορικοποίηση της μέριμνας μέσα από μορφές εργασίας, απόσπασης, αποκλεισμού και βίας με τις οποίες ορισμένες ζωές φροντίστηκαν εις βάρος άλλων, καθώς και μέσα από τους πολιτικούς διακανονισμούς που καθόρισαν ποιων ατόμων η φροντίδα έχει σημασία, ποιων οι ζωές θα προστατευτούν και ποια άτομα εν τέλει θα μπορούν να έχουν εξασφαλισμένο μέλλον. Η μέριμνα βρίσκεται υπό καθεστώς πολιορκίας όχι μόνο επειδή φθίνει σε ποσότητα, εμπορευματοποιείται και κατανέμεται άνισα, αλλά και επειδή οι κοινωνικές και οικολογικές συνθήκες που την καθιστούν δυνατή δεν οργανώνονται σύμφωνα με δημοκρατικές αρχές. Η πολιορκία αυτή, επομένως, ασκεί πιέσεις και στη δημοκρατία: Πιέσεις που αφορούν το ποια άτομα συντηρούν τη ζωή, ποια ανήκουν στις κοινότητες που συντηρούν, και ποι@ εν τέλει έχουν την εξουσία να αποφασίζουν τι προστατεύεται, επιδιορθώνεται και μοιράζεται. Η τοποθέτηση της μέριμνας στο επίκεντρο της δημοκρατικής σκέψης συνεπάγεται και την αντιμετώπιση της βίας μέσω της οποίας οργανώνεται η μέριμνα και την ανάπτυξη μορφών αλληλεγγύης ικανών να τη μετασχηματίσουν σε κάτι ωφέλιμο.
Η μέριμνα συχνά νοείται ως το αντίθετο της βίας. Ωστόσο, η βία μπορεί να ασκείται και μέσω της μέριμνας. Ονομάζουμε αυτό το φαινόμενο «βία της μέριμνας».4 Εκδηλώνεται όχι μόνο μέσα από την καταστροφή σωμάτων, τόπων και υποδομών, αλλά και μέσα από τις ιστορίες μέσω των οποίων η ίδια η μέριμνα έχει αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης: μέσω της δουλείας, του φυλετικού καπιταλισμού και των ασυμμετριών της πατριαρχίας, μέσω της μετατροπής των σωμάτων σε πεδία ιατρικού πειραματισμού· μέσω της στέρησης επαρκούς υγειονομικής περίθαλψης και της άρνησης να αναγνωριστούν οι προγονικές γνώσεις ως μορφές πνευματικής και θεραπευτικής μέριμνας· μέσω της επισφαλούς στέγασης, της πείνας, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, του εκτοπισμού, του αποκλεισμού, της εγκατάλειψης και της παραμέλησης. Η ζωή των ανρώπων αλλά και κάθε άλλου πλάσματος μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο μέσω πολιτικών και θεσμικών ρυθμίσεων που καθορίζουν ποι@ προστατεύονται, ποιες ανάγκες αναγνωρίζονται, ποια περιβάλλοντα θα διατηρηθούν και ποι@ εκτίθενται στη βλάβη.
Από τη σκοπιά της μέριμνας, επομένως, η βία μπορεί να πάρει και τη μορφή οργανωμένης αδιαφορίας. Αυτή προκύπτει όταν η εργασία που απαιτείται για τη διατήρηση της ζωής υποτιμάται, όταν θεσμοί οι οποίοι εξαρτώνται από τη μέριμνα ταυτόχρονα αρνούνται να στηρίξουν τα άτομα που την παρέχουν, όταν τα οικολογικά συστήματα αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα και όταν η ευθύνη για την επιβίωση μετακυλίεται σε εκείνους που διαθέτουν τους λιγότερους πόρους. Η βία είναι δομική ακριβώς επειδή μπορεί να μοιάζει με κάτι το συνηθισμένο, όπως π.χ. με στεγαστική πολιτική, καθεστώς συνόρων, απαίτηση στον χώρο εργασίας, υποβαθμισμένη δημόσια υπηρεσία, εξουθενωμένο φροντιστή ή και με σταδιακή υποβάθμιση των περιβαλλόντων από τα οποία εξαρτάται η ζωή. Η μέριμνα μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή της βίας της κυριαρχίας. Η αποικιοκρατία, η πατριαρχία και ο πατερναλισμός έχουν επανειλημμένα δικαιολογήσει την εξουσία τους επικαλούμενοι την προστασία, την ευημερία, τη βελτίωση ή την αγαθοεργία. Ο ορισμός των αναγκών ενός άλλου προσώπου μπορεί να αποτελέσει μέσο άσκησης εξουσίας πάνω του, και η επίκληση της ευθύνης για την ευημερία κάποιου άλλου μπορεί να καταστεί δικαιολογία για τον έλεγχο των επιλογών του. Η μέριμνα, επομένως, δεν μπορεί πάντα να θεωρείται χειραφετητική. Το πολιτικό ερώτημα είναι πάντοτε: ποιος ορίζει τη μέριμνα, ποια μέριμνα εκτιμάται, και ποια μέριμνα έχει ορατότητα;
Το ερώτημα, επομένως, είναι πώς μπορούν οι σχέσεις μέριμνας και αλληλεξάρτησης να οργανωθούν διαφορετικά: όχι μέσω της κυριαρχίας, της εγκατάλειψης και της εκμετάλλευσης, αλλά μέσω της αλληλεγγύης της μέριμνας. Η αλληλεγγύη της μέριμνας αποτελεί θεμέλιο μιας φεμινιστικής πρακτικής της δημοκρατίας, επειδή καθιστά την αλληλεξάρτηση, την άνιση ευαλωτότητα και την ευθύνη ζητήματα συλλογικού πολιτικού ενδιαφέροντος. Εάν η βία της μέριμνας παράγεται μέσα από την άνιση οργάνωση των συνθηκών που διατηρούν τη ζωή, η αλληλεγγύη της μέριμνας αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο πρόβλημα αναδιοργανώνοντας αυτές τις σχέσεις γύρω από την κοινή ευθύνη, τη δημοκρατική ισότητα και τη συλλογική αποκατάσταση.
Η αλληλεγγύη της μέριμνας δεν μπορεί να βασίζεται στην ομοιότητα ή την ταύτιση. Και η αλληλεγγύη έχει συχνά οργανωθεί μέσω αποκλεισμών, ορίων και ισχυρισμών σχετικά με το ποια άτομα ανήκουν σε ένα συλλογικό «εμείς». Η έννοια των «ατελών αλληλεγγυών»5 της Aruna D’Souza είναι κρίσιμη σε αυτό το σημείο, καθώς αρνείται να καταστήσει την ταύτιση προϋπόθεση της πολιτικής ευθύνης. Μπορεί να μην κατανοήσουμε ποτέ πλήρως την εμπειρία, την ιστορία ή τη θέση ενός άλλου ανθρώπου, μπορούμε, όμως, να αποφασίσουμε ότι η ελευθερία, η ασφάλεια και η ευημερία του έχουν σημασία. Η αλληλεγγύη αναδύεται από τη δέσμευση να παραμένουμε υπεύθυνα ανεξάρτητα από τις διαφορές μας. Επεκτείνεται πέρα από τις ανθρώπινες σχέσεις, στους τόπους, τα νερά, τα εδάφη και τα άλλα ζωντανά συστήματα πάνω στα οποία στηρίζεται η αλληλεξάρτησή μας.
Η αλληλεγγύη της μέριμνας προσφέρει μια βάση για την αναδιοργάνωση της δημοκρατίας γύρω από την ευθύνη απέναντι στη διαφορά: Αναγνωρίζοντας την αλληλεξάρτηση χωρίς να διαγράφουμε τη διαφορά, παραμένοντας υπόλογα χωρίς να διεκδικούμε κυριαρχία και επεκτείνοντας τη δημοκρατική ευθύνη στον ανθρώπινο και μη κόσμο που μας συντηρεί. Η δημοκρατία, επομένως, δεν είναι μόνο το δικαίωμα συμμετοχής στις συλλογικές αποφάσεις· είναι μια διαμάχη για τις ίδιες τις συνθήκες της συλλογικής ζωής, και για το τι και ποιους/ες/α είμαστε διατεθειμένοι να φροντίσουμε.
Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού European Alternatives Journal, το οποίο εκδόθηκε σε συνεργασία με το Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Η παρούσα εκδοχή αποτελεί μετάφρασή του στα ελληνικά.