
Η Σάρα Αχμεντ είναι μια από τις σπουδαιότερες και επιδραστικότερες ερευνήτριες και θεωρητικούς του φεμινισμού, στηρίζοντας το έργο της στη διαθεματική προσέγγιση της σύζευξης του φύλου, της φυλής, της εθνότητας και της σεξουαλικότητας, αντλώντας εργαλεία και αναφορές από τις σπουδές φύλου και τις μετααποικιακές σπουδές. Έχοντας μια λαμπρή διαδρομή στην ακαδημαϊκή κοινότητα, το 2016 πήρε τη γενναία απόφαση να παραιτηθεί από τη θέση της στο Goldsmiths εξαιτίας της αδυναμίας της διοίκησης του οργανισμού να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και φροντιστικά τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση των φοιτητών/τριων. Παράλληλα δημιούργησε το ιστολόγιο feministkilljoys, το οποίο εξελίχθηκε σε έναν δημοφιλή κόμβο έρευνας και διάχυσης ιδεών. Η ανάδυση της killjoy φιγούρας λειτούργησε ανακουφιστικά για πολλές γυναίκες και θηλυκότητες που αναγνώρισαν σε αυτήν τις εαυτές τους, όλες εκείνες τις στιγμές που αρνήθηκαν να γελάσουν μ’ ένα σεξιστικό αστείο, που διαμαρτυρήθηκαν φωναχτά για ένα παραβιαστικό άγγιγμα στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, που ανέδειξαν τα έμφυλα στερεότυπα στους εργασιακούς χώρους, που χάλασαν τη γιορτή ενός ανυπόφορου οικογενειακού τραπεζιού. Όλες έχουμε υπάρξει και θα υπάρξουμε ξανά killjoy που σημαίνει ότι αποτινάξαμε τη ντροπή που μας επέβαλλε να μένουμε σιωπηλές μπροστά σε κάθε προσβολή και αδικία, ότι δεν αποδεχτήκαμε πως είμαστε εμείς το πρόβλημα – γιατί δεν είμαστε. Το να μη μιλάμε για σεξισμό και ρατσισμό ενώ τον βιώνουμε, δεν ισοδυναμεί με κάποιο μονοπάτι ευδαιμονίας παρά με τη συσσώρευση μεγαλύτερης καταπίεσης. Το να είσαι killjoy ανοίγει έναν δρόμο για την κατανόηση του κόσμου, την αντίσταση και την αλλαγή.
Η Σάρα Αχμεντ έχει δημοσιεύσει 10 βιβλία ακαδημαϊκού περιεχομένου και το πρώτο της εμπορικό βιβλίο Εγχειρίδιο για killjoy φεμινίστριες εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πουά, σε μετάφραση της Ισμήνης Θεοδωροπούλου και πρόλογο της Βάλιας Τσιριγώτη. Πριν από κάποιες μέρες βρέθηκε στην Αθήνα για μια δημόσια ομιλία του τρανφεμινιστικού lab Θερως που εξελίχθηκε σε μια ενδυναμωτική εμπειρία για όσα άτομα την παρακολούθησαν. Σ’ αυτό το πλαίσιο έδωσε μια εκτενή συνέντευξη στην project coordinator του Eteron Μαρία Λούκα για πολλά ζητήματα του ενδιαφέροντος της που μας ταλανίζουν ιστορικά αλλά και στις μέρες μας.
Μαρία Λούκα: Στο βιβλίο σας γράφετε ότι η στάση ζωής μιας killjoy φεμινίστριας απαιτεί μεγάλα αποθέματα ενέργειας και μπορεί να είναι έως και εξοντωτική. Γράφετε ότι, με αυτό το δεδομένο, η άρνησή μας να εμπλακούμε σε ορισμένες αντιπαραθέσεις μπορεί να είναι κι ένας τρόπος να ανακτήσουμε τον χρόνο μας. Είναι δυνατό να υπάρξει κάποιου είδους ισορροπία μεταξύ της έκφρασης του θυμού μας, του να γινόμαστε «δυσάρεστες» και να παραμένουμε ορατές, χωρίς να εξαντλούμε τα πεπερασμένα αποθέματά μας σε χρόνο και ενέργεια;
Σάρα Άχμεντ: Πιστεύω ότι μέσα από τη συγκεκριμένη ερώτηση θίγετε ένα πραγματικά σημαντικό ζήτημα. Θα έλεγα ότι όταν θέτουμε υπό αμφισβήτηση δομές – μεταξύ των οποίων και ο σεξισμός – αμφισβητούμε κάτι που υπάρχει παντού. Επομένως, το να κρατάμε αυτή τη στάση διαρκώς, μπορεί να μας εξουθενώσει, και υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται να μας δώσουμε το δικαίωμα να μην απαντήσουμε, να μην εκφράσουμε την άποψη και τον θυμό μας, προκειμένου να κάνουμε οικονομία δυνάμεων. Πιστεύω λοιπόν ότι η σχέση μεταξύ ενέργειας και δημόσιας έκφρασης είναι σύνθετη. Μερικές φορές μπορεί να αισθανόμαστε ότι μας στερεί πολλά, γιατί η προσπάθεια να πάρουμε θέση συνεπάγεται και την αντιμετώπιση μιας κλιμάκωσης της βίας κατά της οποίας διαμαρτυρόμαστε. Αλλά μερικές φορές μας δίνει περισσότερα από όσα μας παίρνει. Και δεν πιστεύω ότι γνωρίζουμε πάντα τι επίδραση έχει επακριβώς το να εκφράζουμε την άποψή μας. Επομένως, είναι σημαντικό να δίνουμε στον εαυτό μας την άδεια να δρούμε όταν μπορούμε αλλά και να μην το κάνουμε, αν μας είναι υπερβολικά δύσκολο. Θα έλεγα πως ένα βασικό κίνητρο πίσω από αυτήν την προσπάθεια είναι μια αίσθηση δέσμευσης να βρούμε τρόπους να συνεργαστούμε με άλλους ανθρώπους ώστε να χτίσουμε έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να διαμαρτυρόμαστε συνεχώς. Έναν κόσμο όπου αυτές οι μορφές παρενόχλησης ή εκφοβισμού δεν θα θεωρούνται κανονικότητα ή ως η φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων. Πιστεύω, επίσης, ότι μέσω όλης αυτής της ενέργειας που δαπανούμε, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, αποκτούμε γνώση. Γνώση για το πώς λειτουργεί ο κόσμος, για τον εαυτό μας, για το τι έχει σημασία για εμάς, αλλά και διορατικότητα ως προς τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους συνυπάρχουμε στα διάφορα περιβάλλοντα.
Μ.Λ.: Άρα όντως θα έπρεπε κάποιες φορές να μας επιτρέπουμε να κάνουμε μια παύση
Σ.Α.: Μερικές φορές, ναι. Κατά κάποιον τρόπο, όταν παραιτήθηκα από τη δουλειά μου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σεξουαλική παρενόχληση που εξακολουθούσε να συμβαίνει στο πανεπιστήμιο, πίσω από αυτή μου την απόφαση υπήρχε μια αίσθηση εξάντλησης αλλά και μια αφοσίωση. Ήξερα ότι προκειμένου να μιλήσω ανοιχτά και δημόσια για ό,τι συνέβαινε, δεν μπορούσα να παραμείνω, γιατί τότε θα με δέσμευαν οι κανόνες δεοντολογίας που προβλέπουν την προτεραιοποίηση του καλού ονόματος του ιδρύματος πάνω από οτιδήποτε άλλο. Έτσι, μπορεί να φαίνεται σαν να έφυγα για να μην εκφράσω την άποψή μου. Όμως, στην πραγματικότητα, ίσχυε ακριβώς το αντίθετο. Παραιτήθηκα γιατί οι προσπάθειες που κατέβαλα προκειμένου το πανεπιστήμιο να πάρει στα σοβαρά τα φαινόμενα σεξουαλικής κακοποίησης με είχαν εξαντλήσει. Και ακριβώς επειδή έφυγα, είχα περισσότερες ευκαιρίες να μιλήσω και να εκφραστώ.
Μ.Λ.: Τα σεξιστικά, ομοφοβικά και ρατσιστικά στερεότυπα αναπαράγονται συχνά και εντός των κύκλων των ίδιων των καταπιεζόμενων ομάδων — ενίοτε χωρίς να είναι πλήρως αφομοιωμένες ιδεολογίες, αλλά περισσότερο αυτοματισμοί. Πώς μπορούμε να παραμείνουμε killjoy φεμινίστριες, ενώ θέλουμε ταυτόχρονα ο λόγος μας να φτάσει σε ένα ευρύτερο κοινό πέρα από τους de facto φεμινιστικούς κύκλους, συμβάλλοντας έτσι στην αποδόμηση αυτών των στερεοτύπων;
Σ.Α.: Ο τρόπος με τον οποίο εσωτερικεύουμε τις ιδέες για τον εαυτό μας συμβάλλει τελικά στην καταπίεσή μας, γι’ αυτό πρέπει να αναστοχαστούμε κριτικά πάνω σε αυτή τη διαδικασία ως μέρος της δουλειάς μας, της φεμινιστικής και της αντιρατσιστικής δράσης που αναλαμβάνουμε. Νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται απαραίτητα μόνο για στερεότυπα, για παγιωμένες ιδέες σχετικά με το τι αρέσει στους άλλους ανθρώπους, αλλά ότι αφορά εξίσου και το γεγονός ότι, για να είμαστε κομμάτι της κοινωνίας ή ενός συγκεκριμένου χώρου εργασίας, συχνά μας παροτρύνουν να ενστερνιστούμε συγκεκριμένους τρόπους να φερόμαστε και να αλληλεπιδρούμε με τα άλλα άτομα. Αυτό επιβεβαιώνεται σε πολλά σημεία και της έρευνάς μου, όπου συγκεκριμένα από συζητήσεις με ανθρώπους σε πανεπιστήμια σχετικά με την κριτική θεωρία της φυλής και τη διαφορετικότητα, προέκυπτε ότι αρκετά άτομα, ακόμα και αν έχουν μια κριτική άποψη, συχνά νιώθουν ότι πρέπει να την κρύψουν, γιατί αλλιώς θα θεωρηθούν «ιδιότροπα» και «δύσκολα». Έτσι, μπορεί να αποφεύγουν ορισμένες λέξεις: Μπορεί να μην χρησιμοποιούν όρους όπως «φυλή», αλλά τη λέξη «διαφορετικότητα», που ακούγεται πιο ευχάριστη και φιλική. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν εμπεδώσει τη συγκεκριμένη άποψη ούτε ότι δεν προσπαθούν να αμφισβητήσουν τα στερεότυπα. Απλά, τις περισσότερες φορές, στην προσπάθειά μας να ενταχθούμε κάπου, απαιτείται από εμάς να ευθυγραμμιστούμε με ιδέες που δεν συμμεριζόμαστε. Αυτός είναι κι ένας τρόπος να εξηγήσουμε γιατί, όταν γυναίκες ή μη-λευκά άτομα αναλαμβάνουν υψηλές θέσεις σε θεσμούς και οργανισμούς, στην πράξη μπορεί να καταλήξουν σε αρκετά συντηρητικές πολιτικές. Πιστεύω ότι πρόκειται για μια δυναμική εξουσίας που οφείλουμε να περιγράψουμε και μέρος της δουλειάς μας συνίσταται στο να αναλύσουμε όλους τους τρόπους με τους οποίους η εγγύτητα με την εξουσία οδηγεί τους ανθρώπους στην άρνηση της κατανόησης που θα είχαν, ως άτομα με εμπειρία περιθωριοποίησης. Είναι μια δυναμική που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Στο έργο μου συχνά αναφέρομαι στα στερεότυπα, σκεπτόμενη κυρίως πώς οι νόρμες και οι απόψεις για τους ανθρώπους συνήθως αναπαράγονται επειδή η αμφισβήτησή τους μπορεί να μας θέσει εκτός συστήματος. Και αν οι άνθρωποι θέλουν να προχωρήσουν ή να εξελιχθούν μέσα σε ένα σύστημα, συχνά πρέπει να ελαχιστοποιήσουν την αναστάτωση που διαφορετικά θα προκαλούσαν. Είναι κάτι που αποκαλώ «θεσμική προσαρμογή». Σήμερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουμε μη-λευκούς πολιτικούς που είναι απίστευτα συντηρητικοί. Η Κέμι, η επικεφαλής του Συντηρητικού Κόμματος, αναπαράγει όλα αυτά τα εξαιρετικά αρνητικά στερεότυπα σχετικά με την κριτική θεωρία της φυλής. Και σε γενικές γραμμές, η στάση της είναι αρκετά ρατσιστική απέναντι στους μετανάστες και ούτω καθεξής. Ο πατέρας μου είναι Πακιστανός και είναι επίσης αρκετά συντηρητικός. Έτσι, προσπαθώ να εξηγήσω πώς οι άνθρωποι που ανήκουν σε μειονότητες και έχουν βιώσει την ηγεμονία, τους τρόπους με τους οποίους έχουν χαρακτηριστεί ως «οι άλλοι», καταλήγουν να ταυτίζονται με την κυρίαρχη κουλτούρα επειδή αυτή η ταύτιση τους δίνει μια διέξοδο. Επίσης, γίνονται χρήσιμοι για το σύστημα, καθώς μετά ο κόσμος μπορεί να πει: «Κοίτα, δεν υπάρχει ρατσισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχουμε μια μαύρη γυναίκα επικεφαλής του Συντηρητικού Κόμματος». Είναι που πρέπει να καταλάβουμε, να εξηγήσουμε και να αλλάξουμε.
Μ.Λ.: Έρχεστε από τη Μεγάλη Βρετανία, όπου έχει αναπτυχθεί ένα από τα ισχυρότερα ρεύματα του TERF (trans exclusive radical feminism) φεμινισμού. Πιστεύετε ότι αυτή η προσπάθεια να «ελεγχθεί» το ποιες μπορούν να ορίζονται ως γυναίκες και η οριοθέτηση της κατηγορίας «γυναίκα» με βάση ανατομικά κριτήρια – παρά τη διαφορετική της αφετηρία – τελικά συγκλίνει με την τρανσφοβία της Alt- right;
Σ.Α.: Ναι, θα έλεγα ότι ο TERF φεμινισμός έχει πετύχει στο Ηνωμένο Βασίλειο – με την έννοια ότι έχει επηρεάσει την πολιτική και τη νομοθεσία καταφέρνοντας να ενσωματώσει βιολογικούς ορισμούς στους νόμους, τουλάχιστον όσον αφορά το κομμάτι της ισότητας – είναι ότι οι ιδέες τους για το φύλο είναι συντηρητικές ιδέες που ταιριάζουν εξαιρετικά με αυτό που αποκαλώ «συντηρητισμό της κοινής λογικής» – με άλλα λόγια την ιδεολογία που λέει ότι «τα τραπέζια είναι τραπέζια κι οι γυναίκες, γυναίκες». Ότι τα πάντα έχουν μια σαφή και διακριτή ταυτότητα λόγω της φύσης τους. Και οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης αυτής της ταυτότητας θεωρείται «woke» ή μακριά από την πραγματικότητα. Πιστεύω λοιπόν ότι πολλές TERF φεμινίστριες στο Ηνωμένο Βασίλειο, μιλούν ακριβώς όπως μιλούν κι οι ρατσιστές. Πολλά άτομα με ρατσιστικές αντιλήψεις θα πουν: «Δεν είμαι ρατσιστής/τρια, απλώς με ανησυχεί το ζήτημα της μετανάστευσης». Τα άτομα που πιστεύουν στην ανωτερότητα της λευκής φυλής ή που θεωρούν ότι η βρετανική κοινωνία είναι λευκή κι ότι κάποια άτομα έχουν δικαίωμα να είναι κομμάτι της ενώ άλλα όχι, δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ρατσιστές. Υπάρχει άρνηση του αντίκτυπου και της φύσης της πολιτικής που προηγείται κάθε γλωσσικής πράξης. Και έτσι ακριβώς λειτουργούν οι TERF φεμινίστριες. Λένε πχ. «Δεν είμαι τρανσφοβική. Στηρίζω τα δικαιώματα των τρανς ατόμων. Απλώς ταυτόχρονα ανησυχώ πάρα πολύ για τις γυναίκες». Και στη συνέχεια χρησιμοποιούν έναν πολύ στενό ορισμό του τι θα πει «γυναίκα» με βάση τη βιολογία όπου ακόμα κι η αντίληψή τους περί βιολογικού φύλου είναι άκρως αμφισβητήσιμη εντός των κύκλων των βιολογικών επιστημόνων. Ωστόσο, στους TERF κύκλους την αντιμετωπίζουν ως αυτονόητη και αδιαμφισβήτητη. Και αυτό δεν οδήγησε μόνο σε αλλαγές στα πλαίσια πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και σε αυστηρότερη αστυνόμευση του φύλου όλων των γυναικών που δεν πληρούν αυτά τα περιοριστικά πρότυπα. Γυναικών οι οποίες αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερα εμπόδια όσον αφορά την πρόσβασή τους σε τουαλέτες σε δημόσιους χώρους, επειδή η αφομοιωμένη TERF ρητορική έχει διδάξει στους ανθρώπους να είναι ακόμη πιο καχύποπτοι όσον αφορά την εμφάνιση των γυναικών. Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρόκειται για μια πολύ εχθρική ομάδα. Στην παραμικρή προσπάθεια αμφισβήτησης του δικού τους αφηγήματος, προχωράνε άμεσα σε αγωγές για δυσφήμιση και χρησιμοποιούν το νόμο για να εμποδίσουν άλλους ανθρώπους που απλώς προσπαθούν να προτείνουν οπτικές για τον κοινωνικό μας κόσμο που να είναι συμπεριληπτικές ως προς το φύλο και τα τρανς άτομα. Δυστυχώς, όμως, οι συμπεριληπτικές προσπάθειες δεν γίνονται αρκετά γνωστές, επειδή οι TERF φωνές ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης. Οπότε η φωνή μου δεν φτάνει στα βρετανικά ΜΜΕ ούτως ή άλλως. Οι φωνές των μη TERF φεμινιστριών δεν ακούγονται. Δεν θα μας ακούσετε επειδή έτσι λειτουργεί το σύστημα.Κι αυτό έχει οδηγήσει στη δημιουργία μιας πραγματικά διαστρεβλωμένης εικόνας. Στην πραγματικότητα, στο Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουμε δυναμικά προγράμματα σπουδών για το φύλο. Σχεδόν όλα, όμως, δέχονται συνεχώς επιθέσεις από TERF φεμινίστριες, οι οποίες υποβάλλουν καταγγελίες, απορρίπτουν αιτήματα παροχής πληροφοριών και ασκούν αδιάκοπη πίεση, επειδή τα προγράμματα αυτά δεν υιοθετούν την κριτική ως προς το φύλο άποψη ότι «το βιολογικό φύλο είναι πραγματικό, ενώ το κοινωνικό φύλο είναι μια φαντασίωση». Αν παρακολουθήσει κανείς τα όσα προβάλλονται στα ΜΜΕ, θα πιστέψει ότι οι TERF φεμινίστριες υφίστανται λογοκρισία από κακόβουλους ακτιβιστές για τα δικαιώματα των τρανς, ενώ ισχύει το αντίθετο.
Μ.Λ.: Μια ακόμη τάση, κυρίως στον δυτικό κόσμο, είναι ο εταιρικός φεμινισμός, ο οποίος εστιάζει στην ηγεσία και τη «γυάλινη οροφή». Οι συγγραφείς του Φεμινισμός για το 99% – Μανιφέστο προτείνουν μια διαφορετική προσέγγιση δηλώνοντας ότι δεν μας ενδιαφέρει να σπάσουμε τη γυάλινη οροφή αν αυτό σημαίνει ότι κάποιες προνομιούχες γυναίκες θα αναρριχηθούν σε θέσεις ισχύος, ενώ οι μετανάστριες θα μείνουν πίσω να μαζεύουν τα σπασμένα γυαλιά. Όταν μιλάμε για φύλο και φυλή, το κεντρικό ερώτημα είναι πώς θα αποκτήσουμε κι εμείς μερίδιο σε μια μορφή εξουσίας που παραμένει πατριαρχική και αποικιοκρατική ή η αμφισβήτηση των ίδιων των συστημάτων εξουσίας;
Σ.Α.: Σίγουρα ελπίζω να είναι η αμφισβήτηση των συστημάτων εξουσίας – χωρίς αμφιβολία. Νιώθω πραγματικά τυχερή που είχα την ευκαιρία να κάνω εμπειρική έρευνα, κυρίως σε πανεπιστήμια, αλλά και με ανθρώπους που είτε καταγγέλλουν περιστατικά παρενόχλησης, εκφοβισμού ή διακρίσεων, είτε ασχολούνται με θέματα διαφορετικότητας, προσπαθώντας στην πράξη να αλλάξουν οργανισμούς. Με βοήθησε να καταλάβω πραγματικά την άποψη ότι ο φεμινισμός, όταν μπαίνει σε ένα θεσμικό πλαίσιο, καταλήγει συχνά να αφορά την απόκτηση εξουσίας από συγκεκριμένα άτομα, αφήνοντας το σύστημα ανέπαφο. Το ζήτημα, λοιπόν, έχει μεγαλύτερο βάθος. Οι άνθρωποι συχνά ασκούν κριτική στο σύστημα, αλλά δεν καταβάλλουν απαραίτητα την προσπάθεια που απαιτείται για να το αλλάξουν. Διότι, αν θέλεις να αλλάξεις ένα σύστημα στον χώρο εργασίας, πρέπει να πάψεις να συμμορφώνεσαι με [κάποιους από] τους κανόνες του. Πρέπει να πεις «όχι» στον θεσμό που αποφασίζει ποια/ο αξίζει τι. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι θα χάσεις τη θέση ή την προαγωγή που πήρες ή ότι θα έχεις μικρότερες πιθανότητες να ανελιχθείς επαγγελματικά στη συγκεκριμένη θέση. Το να επικρίνεις το σύστημα μέσα από ένα βιβλίο που θα γράψεις πάνω στο θέμα είναι ένα πράγμα, αλλά για να αλλάξεις πραγματικά τον τρόπο που λειτουργεί η εξουσία χρειάζεται να παραιτηθείς από αυτή που είναι πολύ πιο δύσκολο. Πολλοί οργανισμοί, όχι μόνο πανεπιστήμια, είναι πρόθυμοι να ανεχτούν την κριτική, αρκεί να αφορά το σύστημα κάπου αλλού ή το σύστημα γενικά. Αλλά μόλις αρχίσουμε να ασκούμε κριτική στους ίδιους τους οργανισμούς/ πανεπιστήμια/ χώρους εργασίας ή στο σύστημα που αποφασίζει ποια άτομα αξίζουν να προαχθούν κ.λπ., η κατάσταση αλλάζει εντελώς. Τότε είναι που θα πρέπει να επιστρατευτούν τα χαρακτηριστικά μιας killjoy. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν θέλουμε πραγματικά να ασκήσουμε κριτική στο σύστημα, καλό είναι να ακούμε και να μαθαίνουμε και ενδεχομένως να ανακαλύπτουμε πράγματα που είναι άβολα. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ίσως να μην μπορούμε πλέον να κάνουμε τη δουλειά μας όπως πριν. Γι’ αυτό και το να προχωρήσουμε πέρα από μια κριτική του συστήματος απαιτεί να σκεφτούμε τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Για παράδειγμα, τι είστε διατεθειμένες να κάνετε αν έχετε πάρει προαγωγή στον χώρο εργασίας σας και τα πάτε καλά; Μέχρι πού θα το φτάνατε; Τι είστε διατεθειμένες να θυσιάσετε αν κάποια στον χώρο εργασίας σας έρθει και σας πει ότι παρενοχλείται από ένα υψηλόβαθμο στέλεχος που έχει εξουσία; Για μένα αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Μ.Λ.: Γράφετε ότι «ο φεμινισμός έχει καταληφθεί από τη λευκότητα» και βρίσκεστε σε συνεχή διάλογο με το έργο μαύρων φεμινιστριών όπως η Audre Lorde και η bell hooks. Οπότε όταν μιλάμε για αποαποικιοποίηση πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε και τον φεμινισμό σ’ αυτή την αναγκαιότητα;
Σ.Α.: Το θέμα της αποαποικιοποίησης είναι κάπως περίπλοκο. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται συχνά ο συγκεκριμένος όρος – λέμε πχ. ότι θέλουμε να «απο-αποικιοποιήσουμε» τον φεμινισμό ή το πανεπιστήμιο ή οτιδήποτε άλλο – μου φαίνεται ότι έχει καταλήξει να χρησιμοποιείται υπερβολικά, σαν ρήμα που έχει χάσει το νόημά του. Προσωπικά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι καλό θα ήταν να μένουμε στην κυριολεκτική σημασία του όρου αποαποικιοποίηση. Να σκεφτόμαστε την αποικιακή δράση, την αρπαγή της γης και της ελευθερίας. Οπότε, η αποαποικιοποίηση σημαίνει κυρίως την επιστροφή της γης. Όσον αφορά εμένα, θεωρώ ότι ένα καθοριστικό στοιχείο για τη δική μου προσωπική διαδρομή είναι ότι δεν ήρθα σε επαφή με τον φεμινισμό μέσω λευκών φεμινιστριών. Η πρωταρχική φεμινιστική επιρροή μου ήταν η θεία μου, η Γκουλζάρ Μπάνο. Ήταν φεμινίστρια στο Πακιστάν, ποιήτρια και πολιτικός. Εκείνη ήταν το πρότυπό μου. Έτσι, η πορεία μου προς τον φεμινισμό πέρασε πρώτα από τον φεμινισμό των μη-λευκών γυναικών και μετά έφτασε σ’ αυτό που θα ονομάζαμε λευκό φεμινισμό. Αργότερα, ενώ έκανα διδακτορικό στα 20-κάτι μου, διάβασα για πρώτη φορά έργα της Όντρ Λορντ και σκέφτηκα πόσο απίστευτα σημαντική ήταν η προσπάθεια και η δουλειά που έκανε για να δείξει πώς, σε μεγάλο ποσοστό του mainstream φεμινισμού, θεωρείται δεδομένο ότι όταν μιλάμε για γυναίκες, συχνά αναφερόμαστε σε λευκές γυναίκες της μεσαίας τάξης, συγκεκριμένα σε λευκές, ετεροφυλόφιλες γυναίκες της μεσαίας τάξης. Έτσι, όταν η Μπέτι Φρίνταν μιλάει για «το πρόβλημα χωρίς όνομα», αναφέρεται σε όλες τις λευκές μεσοαστές που δεν εργάζονταν και έπασχαν από κατάθλιψη, κάτι που δεν ίσχυε ούτε ισχύει για τις περισσότερες γυναίκες σε παγκόσμια κλίμακα, οι οποίες δεν βρίσκονται σε αυτή τη θέση του να αναγκάζονται να μένουν στο σπίτι, ή να μην εμπλέκονται σε ό,τι συνεπάγεται η συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό. Άρα, όταν μιλάει για το «πρόβλημα χωρίς όνομα», αναφέρεται σε έναν εξαιρετικά μικρό αριθμό γυναικών. Γι’ αυτό και είναι πολύ χρήσιμο για εμάς να διαβάζουμε πιο προσεκτικά τα
φεμινιστικά κείμενα που μας δίνουν στα πανεπιστήμια. Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου φοιτήτρια και συνεχώς θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: «Σε ποιες γυναίκες αναφέρονται όταν μιλάνε για τις “γυναίκες”; Ποια παραδείγματα χρησιμοποιούν;». Αν ακολουθήσουμε αυτή τη διεργασία θα παρατηρήσουμε ότι πολλά από τα φεμινιστικά κείμενα που διαβάσαμε παλαιότερα χρησιμοποιούν τον όρο «γυναίκες» για να περιγράψουν αποκλειστικά λευκές γυναίκες. Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι άνθρωποι όπως η Όντρ Λορντ έγραφαν ήδη από πολύ παλιά. Υπήρχαν μαύρες φεμινίστριες που δραστηριοποιούνταν, διεκδικώντας δικαιώματα και απελευθέρωση από παλιά. Δεν ισχύει, επομένως, ότι υπήρχε ένα ισχυρό κίνημα που ονομαζόταν «λευκός φεμινισμός» και κάποια στιγμή αργότερα του ασκήθηκε πίεση. Πιστεύω ότι ένας από τους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο λευκός φεμινισμός είναι η οπτική του για την ιστορία του φεμινισμού, που δεν σου επιτρέπει να ακούσεις τις άλλες φωνές που ωστόσο υπήρχαν. Ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιώ στο Εγχειρίδιο είναι η Άβταρ Μπρα, η οποία σε ένα κείμενο από τη δεκαετία του ’80 χαρτογραφεί την πορεία των κειμένων των μαύρων βρετανών φεμινιστριών. Μιλάει για τη συμμετοχή της σε ένα συνέδριο για την απελευθέρωση των γυναικών τη δεκαετία του ’80, στο Μπρίστολ, νομίζω, και για το πώς υπήρχαν μόνο δύο μη λευκές γυναίκες. Οι δυο τους τόνισαν ότι η φυλή πρέπει να αποτελεί κεντρικό αίτημα του γυναικείου κινήματος. Ωστόσο, αγνοήθηκαν· όσα είπαν δεν καταγράφηκαν. Ήταν εκεί, αλλά δεν καταγράφηκε η παρουσία τους. Γι’ αυτό, για μένα, το κλειδί για να πάψει η λευκή φωνή να είναι τόσο κυρίαρχη είναι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Πρέπει να αρχίσουμε να αναζητούμε εκείνες που ήταν εκεί, αλλά δεν καταγράφηκαν ως παρούσες. Και τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα υπάρχει μια πολύ μακρά παράδοση δραστήριων μη λευκών φεμινιστριών. Και θα πω ότι αυτός είναι κι ένας τρόπος για να «αποκαθηλώσουμε» τη λευκή κυριαρχία: συνειδητοποιώντας ότι, όσο κυρίαρχη κι αν ήταν η λευκή φωνή τους, δεν σταμάτησε άλλα, μη λευκά άτομα από το να δραστηριοποιηθούν. Στην πραγματικότητα, τα άτομα αυτά δραστηριοποιούνταν συχνά ακριβώς επειδή η λευκή παρουσία ήταν τόσο κυρίαρχη.
Μ.Λ.: Πολλοί φορείς έχουν υιοθετήσει μια πιο συμπεριληπτική γλώσσα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν προβεί σε διαρθρωτικές αλλαγές για την αντιμετώπιση της σεξιστικής και ομοφοβικής κουλτούρας, ούτε έχουν θεσπίσει πολιτικές που προστατεύουν τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Έχει σημασία αυτή η μορφή συμπερίληψης ή κινδυνεύει να καταλήξει να είναι ένα είδος rebranding χωρίς ουσία;
Σ.Α.: Πιστεύω ότι και έχει σημασία, αλλά υπάρχει και κίνδυνος να καταλήξει να γίνει ένα rebranding χωρίς ουσία. Άρα, για μένα, η απάντηση είναι «ναι» και «ναι». Αυτά τα δύο «ναι», και το να τα σκεφτούμε μαζί – αυτό είναι το ζητούμενο. Στο πιο πρόσφατο βιβλίο μου υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «αναγκαστική αλλαγή», όπου καταπιάνομαι με αυτό ονομάζουν «DEI» στις ΗΠΑ – τα αρχικά των λέξεων ποικιλομορφία, ισότητα, ένταξη – και EDI στο Ηνωμένο Βασίλειο – ισότητα, ποικιλομορφία, ένταξη – και αφορούν τους τρόπους με τους οποίους οι οργανισμοί παρουσιάζουν τη στάση τους σχετικά με θέματα ισότητας. Η κριτική μου σε αυτές τις πολιτικές συνίσταται σε αυτό που αποκαλώ «μη επιτελεστικές» – για να χρησιμοποιήσω μια άποψη που είχε εκφέρει το Τζούντιθ Μπάτλερ – δηλαδή εικονικές πολιτικές που δεν πραγματοποιούσαν αυτό που επικαλούνταν στην ονομασία τους. Ουσιαστικά, οι οργανισμοί συνέτασσαν αυτές τις πολιτικές απλώς για να μπορούν μετά να πουν ότι τις έχουν. «Τι κάνετε για τη σεξουαλική παρενόχληση; – Να σας δείξω την πολιτική μου.» «Τι κάνετε για τις φυλετικές διακρίσεις; – Να σας δείξω την πολιτική μου.» Αλλά αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα ότι εφάρμοζαν τις πολιτικές αυτές ή ότι χρησιμοποιούνταν ως ένδειξη της δέσμευσης του ιδρύματος. Μπορεί να λειτουργούσαν κάπως σαν καμπάνια προβολής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρόσφεραν και κάτι. Έχω μιλήσει και μιλάω με πολλά άτομα που υποβάλλουν καταγγελίες, και διαπίστωσα ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή, τα άτομα τελικά μαθαίνουν τις πολιτικές του οργανισμού ή του ιδρύματος το οποίο καταγγέλλουν – ακριβώς επειδή πρέπει να αναφερθούν στις πολιτικές αυτές. Πρέπει να αποδείξουν ότι το πανεπιστήμιο δεν τήρησε την ίδια του την πολιτική. Η Βιόλα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Είναι νευροδιαφορετική και απέδειξε ότι το πανεπιστήμιο δεν τήρησε μία από τις πολιτικές του – την πολιτική για «Αξιοπρέπεια στην Εργασία» – καθώς δεν της παραχώρησε τον επιπλέον χρόνο που χρειαζόταν για να επιστρέψει στη δουλειά μετά από μακροχρόνια αναρρωτική άδεια. Έτσι, η Βιόλα αξιοποίησε την πολιτική αυτή, ακριβώς επειδή το ίδρυμα στο οποίο εργαζόταν δεν το έκανε από μόνο του. Επομένως, το γεγονός ότι μια πολιτική δεν εφαρμόζεται δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστη. Σημαίνει ότι πρέπει να πιέσεις το ίδρυμα να τηρήσει τις δεσμεύσεις του. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ναι μεν όντως υπάρχει πρόβλημα εικόνας, αλλά είμαι βέβαιη και ότι αυτού του είδους οι δεσμεύσεις, όσο επιφανειακές κι αν είναι, μπορούν να γίνουν εργαλεία στα σωστά χέρια. Έχουν γίνει κάποιες έρευνες στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη συμπερίληψη των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων σε συμβολικές πρωτοβουλίες όπως τα κορδόνια με το ουράνιο τόξο ή απλά κάποια πανό για το Pride, η έρευνα έδειξε ότι τόσο τα εργαζόμενα άτομα όσο και οι φοιτητές/τριες βρίσκουν αυτά τα φαινομενικά επιφανειακά σημάδια συμπερίληψης πολύ καθησυχαστικά. Έτσι, αν έχεις βιώσει στιγματισμό ή ανασφάλεια, και έρχεσαι στο πανεπιστήμιο έχοντας νιώσει έτσι και βλέπεις αυτά τα σύμβολα, μπορεί να σου λένε: «Είναι εντάξει που είσαι εδώ». Για μένα αυτό ήταν πραγματικά ενδιαφέρον. Άρα, ακόμα και όταν υπάρχουν πολιτικές και δεσμεύσεις που δεν καταφέρνουν από μόνες τους κάτι, μπορούμε να τις κάνουμε εμείς να λειτουργήσουν. Αυτή την περίοδο στη Μεγάλη Βρετανία πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να κατεβάσουν από τοίχους προοδευτικές σημαίες υπερηφάνειας, επειδή υπάρχει η άποψη ότι επιβάλλουν την ιδεολογία του φύλου. Βασικά, οι σημαίες αυτές συμβολίζουν την αναγνώριση ότι υπάρχουν τρανς άτομα – αυτό είναι το πρόβλημά τους. Έτσι, ορισμένοι οργανισμοί υποχρεώθηκαν να αφαιρέσουν τις συγκεκριμένες σημαίες. Παρόλο που φαίνεται αρκετά επιφανειακό να έχεις μια προοδευτική σημαία υπερηφάνειας, στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου επιφανειακό, καθώς κάποιοι θεωρούν ότι μια τέτοια σημαία επιβάλλει πεποιθήσεις. Προφανώς, λοιπόν, ακόμη και μια σημαία αποτελεί πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης σε βαθμό που ζητήθηκε από τους ανθρώπους να την κατεβάσουν. Καταλαβαίνουμε ότι κάτι που μοιάζει επιφανειακό μπορεί στην πραγματικότητα να κάνει πολλά περισσότερα από ό,τι ενδεχομένως νομίζαμε.
Μ.Λ.: Η συμπερίληψη της ετερότητας, είτε αφορά πρόσφυγες/ισσες, μετανάστες/ριες, ανάπηρα άτομα ή μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, στο πλαίσιο της εθνο-φυλετικής πατριαρχίας γίνεται υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με ένα κανονιστικό πρότυπο, αυτό που αναγνωρίζεται ως «επιτυχημένο» παράδειγμα. Πάντα είμαστε σε αναζήτηση των λεγόμενων success stories. Δεν αποτελεί κι αυτό μια μορφή απανθρωποποίησης;
Σ.Α.: Ναι, θα συμφωνήσω. Και τώρα μου ήρθε στο μυαλό μια από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη φεμινίστρια που υιοθέτησε τη φιγούρα της «killjoy» ως στρατηγική ελπίδας. Πρόκειται για την Άμα Άτα Αϊντού, μια αφρικανή φεμινίστρια, που το 1977 έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Our Sister Killjoy. Η Σίσσι είναι η killjoy αδελφή μας – πρόκειται περί φανταστικού χαρακτήρα. Η πρωταγωνίστρια, λοιπόν, ταξιδεύει από τη Γκάνα στη Γερμανία και την Αγγλία, όπου έχει μια σειρά από killjoy αλληλεπιδράσεις. Η Άμα Άτα Αϊντού περιγράφει τη Σίσι ως ταύρο σε υαλοπωλείο: Χρησιμοποιεί όρους όπως «φυλή» και «αποικιοκρατία» και καταστρέφει, τρόπον τινά, τα πολύτιμα γυαλικά, επειδή δεν είναι διατεθειμένη να αγνοήσει ευγενικά τα όσα βλέπει. Κάποια στιγμή, ενώ είναι στην Αγγλία, συναντά έναν μαύρο γιατρό. Τον ρωτάει γιατί μένει στην Ευρώπη και αυτός της απαντά: «Για να τους πείσω ότι αξίζουμε». Τότε εκείνη επανέρχεται: «Ότι αξίζουμε στα μάτια ποιων; Των λευκών;» Και αυτός λέει «ναι». Η Σίσσι αντιλαμβάνεται τη βία που κρύβει αυτό το «ναι». Καταλαβαίνει ότι το να φανείς άξιος στα μάτια των λευκών ισοδυναμεί με το να σε δουν σαν άνθρωπο. Η απανθρωποποίηση κρύβεται ακριβώς σε αυτό το «ναι», στο ότι πρέπει να αποδείξουμε την αξία μας στους λευκούς αποδεχόμενοι/ες την κουλτούρα και την ιδεολογία που απαιτεί να μιλάμε και να συμπεριφερόμαστε με συγκεκριμένο τρόπο. Βλέπει ότι στην προσπάθειά μας να αποδείξουμε την αξία μας, δεχόμαστε κάπως τη λογική του ότι όταν λέμε «άνθρωπος» εννοούμε «λευκός». Κατά τη γνώμη μου, η παρατήρηση αυτή της Αϊντού το 1977 για το πώς λειτουργεί κάποιες φορές η απανθρωποποίηση ήταν άκρως ουσιαστική: Δεν μας λέει «φύγε», αλλά «έλα». «Έλα εδώ και φρόντισε να τα πας καλά. Έλα και κοίτα να ευημερήσεις». Όπου, όμως, ο ορισμός του τι θα πει «τα πηγαίνω καλά» και «ευημερώ» και οι προϋποθέσεις για να το πετύχουμε καθορίζονται από εκείνους που στο παρελθόν μας υποδούλωσαν. Με την ευκαιρία, μου ήρθε στο νου μια μη λευκή γυναίκα που μου είχε πει κάποτε: «Δεν θα φορούσα σάρι στη δουλειά, γιατί αν το έκανα θα θεωρούνταν ότι ταράζω τα νερά κι ότι επιδεικνύω την κουλτούρα της καταγωγής μου». Υπάρχει, επομένως, μια συγκεκριμένη λογική που λέει ότι για να τα πας καλά, πρέπει να μειώσεις στο ελάχιστο τα σημάδια της διαφορετικότητάς σου, επειδή η διαφορετικότητα θεωρείται ότι ταράζει τα νερά, ότι αποσταθεροποιεί το οικοδόμημα. Πιστεύω, λοιπόν, όπως συζητούσαμε και νωρίτερα, ότι δεν αρκεί απλώς να αποκτήσεις εξουσία, αλλά πρέπει να ασκήσεις κριτική στο σύστημα εξουσίας. Και όχι μόνο αυτό, πρέπει και να ενεργείς διαφορετικά, ώστε, όταν αποκτάς εξουσία, να μην αναπαράγεις απλώς τη λογική που σε έφερε στη θέση αυτή. Θεωρώ ότι το ίδιο ισχύει και στο θέμα των πολιτικών που αφορούν την αφομοίωση και γι’αυτό αξίζει να εξετάσουμε πώς ορισμένοι άνθρωποι αναγκάζονται να ενταχθούν σε περιβάλλοντα υιοθετώντας κανόνες και αξίες που δεν είναι δικές τους, και ποιες συνέπειες έχει αυτό γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Όταν ήμουν εκπαιδευτικός, είχα ακούσει για μαθητές/ριες στους/στις οποίους/ες ζητήθηκε να αλλάξουν τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ή να μην αναφέρονται σε εμπειρίες που σχετίζονται με την ιδιαίτερη κουλτούρα τους, επειδή κάτι τέτοιο «θα ξένιζε τον αναγνώστη». Με κάποιον τρόπο ζητείται από τα άτομα να αφήσουν κατά μέρος την ιστορία και την κουλτούρα τους – κάποιες φορές αυτό γίνεται σε μικρές δόσεις. Εγώ και οι περισσότεροι συνάδελφοί μου διαφωνούσαμε με αυτή τη λογική και αντιδρούσαμε. Τα άτομα από διαφορετικές κουλτούρες που μπαίνουν στο πανεπιστήμιο φέρνουν μαζί τους κόσμους που διαφορετικά δεν θα υπήρχαν στις σχολές ή τις κοινωνίες μας, οπότε καλό είναι να αντιληφθούμε ότι αυτοί οι κόσμοι αποτελούν εύφορο έδαφος για συμπόρευση και συμπερίληψη. Και όσον αφορά το κομμάτι της επιτυχίας, αν δούμε το βρετανικό πλαίσιο, οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας όλοι έχουν φοιτήσει σε μια πολύ κλειστή ομάδα σχολείων και πανεπιστημίων. Από πολύ νωρίς τους διδάσκουν πώς πρέπει να συμπεριφέρονται για να πετύχουν, να προχωρήσουν και να μπουν στο Κέμπριτζ ή την Οξφόρδη. Η κοινωνική αναπαραγωγή είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος μηχανισμός. Και έτσι, κατά κάποιον τρόπο, όταν είσαι μετανάστης/τρια ή δεν προέρχεσαι από αυτό το περιβάλλον, πρέπει να συμμορφωθείς και να αφομοιωθείς για να προχωρήσεις – πρέπει να καταβάλεις επιπλέον προσπάθεια. Δεν θεωρώ ότι πρέπει απαραίτητα να στιγματίζονται οι άνθρωποι που αναγκάζονται να το κάνουν αυτό το πράγμα ή να θεωρούνται προβληματικοί επειδή δεν επαναστατούν. Πιστεύω όμως ότι, παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να περιγράφουμε αυτούς τους υπάρχοντες μηχανισμούς.
Μ.Λ.: Παράλληλα, η σύγχρονη ακροδεξιά έχει οικοδομηθεί με βάση την anti gender στρατηγική: αμφισβητεί κατοχυρωμένα δικαιώματα όπως το δικαίωμα στην άμβλωση, ενθαρρύνει τη διαδικτυακή «ανδρόσφαιρα» (manosphere), οραματίζεται την αποκατάσταση της πατριαρχικής τάξης και ζητά την επιστροφή στους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους μέσω φαινομένων όπως οι «tradwives». Πιστεύεις
ότι διαθέτουμε τα μέσα, τις συμμαχίες, τον χρόνο και το θάρρος να αντιδράσουμε σε αυτό;
Σ.Α.: Σίγουρα διαθέτουμε και τα μέσα, και τις συμμαχίες και το θάρρος που χρειάζονται για να αντιδράσουμε. Θέλω να πω, πήγα πρόσφατα στις ΗΠΑ για την προώθηση του πιο πρόσφατου βιβλίου μου που κυκλοφόρησε εκεί από τις εκδόσεις Famous Press, και με άγχωνε η προοπτική του συγκεκριμένου ταξιδιού. Έχω βρεθεί στο παρελθόν στη λίστα απαγόρευσης πτήσεων, εξαιτίας του μουσουλμανικού μου επιθέτου. Δεν ήμουν σίγουρη πώς θα ήταν η εμπειρία μου αυτή τη φορά, αλλά τελικά όλα κύλησαν ομαλά. Αυτό που μου φάνηκε πραγματικά αξιοσημείωτο ήταν το επίπεδο ενέργειας και ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετείχαν ενεργά σε διαμαρτυρίες, συμπεριλαμβανομένων μελών της οικογένειας της Αμερικανίδας συντρόφου μου, που δεν είχαν ξανασυμμετάσχει σε κάτι τέτοιο. Ο κόσμος είναι πραγματικά εξοργισμένος και βγαίνει στους δρόμους. Τους εξοργίζει η δράση του ICE, τα κέντρα κράτησης και η αναστολή των πολιτικών ελευθεριών. Τους εξοργίζει η πληθώρα των εκτελεστικών διαταγμάτων και οι προσπάθειες να καταργήσουν την ύπαρξη των τρανς ατόμων δια νόμου. Ο κόσμος βράζει από οργή και διαδηλώνει. Μερικές φορές η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ακραία, όπως όταν αρχίζουν να χρησιμοποιούν εργαλεία του κράτους εναντίον ανθρώπων που μάχονται κατά της γενοκτονίας στη Γάζα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, βλέπουμε το κράτος να διευρύνει την εξουσία του για να σταματήσει τις συγκεκριμένες διαδηλώσεις, αποκαλώντας τις «πορείες μίσους» και χαρακτηρίζοντας τη διαμαρτυρία υπέρ της Παλαιστίνης ως σκόπιμη αντισημιτική ενέργεια. Βλέπουμε, δηλαδή, την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ να επινοούν και να διαδίδουν το ένα ψέμα μετά το άλλο, προκειμένου έτσι να εμποδίσουν τον κόσμο να αντιταχθεί σε όσα κάνουν. Πιστεύω λοιπόν ότι είναι πραγματικά πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω, που έχουν ενωθεί και δείχνουν μεγάλο θάρρος, και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει μεγάλη πολιτική κινητοποίηση αυτή τη στιγμή, γιατί είναι πραγματικά φρικτό αυτό που συμβαίνει. Είναι σοκαριστικό και ο κόσμος το βλέπει. Κι ας μην ξεχνάμε ότι είναι πολύ δύσκολο να βγούμε στα ΜΜΕ. Για παράδειγμα, όταν γίνονται διαδηλώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά της ακροδεξιάς, τα ΜΜΕ τις υποβαθμίζουν σε μεγάλο βαθμό. Αντίθετα, όταν γίνονται διαδηλώσεις της ακροδεξιάς, δεν συμβαίνει το ίδιο. Έτσι, η εικόνα που παρουσιάζεται στο ευρύτερο κοινό είναι παραμορφωμένη. Το ίδιο ίσχυε πάντα. Αλλά νομίζω ότι όταν έχεις, όπως στη δική μας περίπτωση, μια τόσο ακραία συγκέντρωση πλούτου, που συνεπάγεται και τον απόλυτο έλεγχο των mainstream μέσων ενημέρωσης, και οι μεγαλοπαράγοντες είναι τόσο λίγοι, το πραγματικά μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε τα απαραίτητα εργαλεία ή τις συμμαχίες, αλλά αυτή η ιδιαίτερα στενή σχέση μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και του κράτους, που έχει ως αποτέλεσμα να μην γίνεται αντιληπτή η δύναμη του κόσμου. Ωστόσο, ο κόσμος θα συνεχίσει να αγωνίζεται. Στ’ αλήθεια το κάνει στις μέρες μας, διακινδυνεύοντας τη ζωή του, κάτι που βρίσκω αξιοθαύμαστο και εμπνευστικό.
Μ.Λ.: Η ακροδεξιά στοχεύει στα συναισθήματα των ανθρώπων, στο φόβο και την οργή όσων έχουν συντριβεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και ανακατευθύνει την οργή αυτή όχι εναντίον της εξουσίας, αλλά εναντίον ατόμων που δεν διαθέτουν κανένα προνόμιο. Υπάρχει άλλος τρόπος προσέγγισης των αντιθέσεων μεταξύ των καταπιεσμένων, ώστε να μπορούμε να ζούμε και να αγωνιζόμαστε μαζί;
Σ.Α.: Θα έλεγα ότι υπάρχει μια διαρκής αναζήτηση στην πολιτική ιστορία για εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης των αντιθέσεων μεταξύ των καταπιεσμένων, ώστε να μπορούμε να ζούμε και να αγωνιζόμαστε μαζί. Αυτή την περίοδο γράφω ένα βιβλίο περί κοινής λογικής και μελετάω μερικές πρώιμες κριτικές, ένα από τα βιβλία που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι ενός μαρξιστή ιστορικού, του Ε.Π. Τόμσον. Παλαιότερα είχε γράψει και ένα πολύ γνωστό ιστορικό σύγγραμμα, το Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης, αλλά στο τελευταίο του βιβλίο επικεντρώθηκε σε πολιτιστικά και οικονομικά στοιχεία του 18ου και 19ου αιώνα. Μιλούσε για τη χρήση της έννοιας της ηγεμονίας και της κοινής λογικής του Γκράμσι και για τους τρόπους με τους οποίους οι εργάτες και οι χωρικοί -για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του βιβλίου- πρέπει να ενστερνιστούν την κοινή λογική της ελίτ προκειμένου να τα βγάλουν πέρα ή να κάνουν τη δουλειά τους, επειδή, κατά κάποιον τρόπο, είναι λογικό και πρακτικό να συμφωνείς με εκείνους που έχουν τη δυνατότητα να σου στερήσουν τους πόρους που χρειάζεσαι για να ζήσεις. Είναι ένα πολύ απλό επιχείρημα που εξακολουθεί να ισχύει. Ωστόσο, οι εμπειρίες που βιώνουν οι εργαζόμενοι διαμορφώνουν μέσα τους μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρία από εκείνη που αναγκάζονται να αποδεχτούν για να επιβιώσουν – μια κοσμοθεωρία που αφορά τις αδικίες του συστήματος με αποτέλεσμα να υπάρχει μια διαλεκτική πάλη εντός της συνείδησης των εργαζομένων. Το κείμενο μπορεί να είναι παλιό, αλλά με έκανε να σκεφτώ πολύ πάνω στα θέματα που θίγει, γιατί κατά κάποιον τρόπο θεωρώ ότι η κυρίαρχη άποψη που λέει ότι «το πρόβλημα είναι οι αιτούντες άσυλο ή οι πρόσφυγες ή οι τρανς γυναίκες στις γυναικείες τουαλέτες» παρουσιάζει την κατάσταση σαν κάποιος/α/ο να σου παίρνει κάτι δικό σου. Εμπεριέχει συχνά ένα νοσταλγικό αφήγημα που λέει ότι είχες κάτι που σου το πήραν ή θα σου το πάρουν. Για τα άτομα που υποφέρουν, μια τέτοια οπτική του κόσμου μπορεί να μοιάζει ελκυστική, ακριβώς επειδή σου δίνει μια εξήγηση για τα βάσανά σου που δεν πηγάζει από σένα ή απ’το σύστημα μέσα στο οποίο ζεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι ξέρουν καλά τι θα πει εκμετάλλευση, επειδή τη βιώνουν και οι ίδιοι. Ο στόχος είναι να ασχοληθούν οι άνθρωποι με τέτοια θέματα σε βαθμό που να αρχίσουν να επανεξετάζουν όσα τους έχει πει το σύστημα για τον κόσμο και να μετέχουν σε αυτό που ο Φρέιρε ονόμαζε «ριζοσπαστική εκπαίδευση». Συχνά είναι οι προσωπικές εμπειρίες αδικίας που ωθούν τους ανθρώπους στο να διαβάσουν βιβλία και μαρτυρίες και να πάνε σε συνελεύσεις που με τη σειρά τους φέρνουν μια πολιτικοποίηση. Η πολιτικοποίηση, ως διαδικασία, περιλαμβάνει τη γνωριμία με άλλους ανθρώπους, ίσως σε μια τοπική ομάδα δράσης, και στη συνέχεια την ανακάλυψη κειμένων και απόψεων. Γιατί δεν είναι ότι δεν έχουμε την εμπειρία που θα μας βοηθήσει να καταλήξουμε στην αναθεώρηση μιας κατάστασης – στην πραγματικότητα, την έχουμε. Απλά μερικές φορές χρειαζόμαστε άλλους τρόπους σκέψης και είναι η διαδρομή μας προς τέτοια συμπεράσματα αυτό που μετράει περισσότερο. Γι’ αυτό δεν λέω ποτέ «Η δεξιά ή ακόμα και η ακροδεξιά έχουν δίκιο επειδή ξέρουν πώς να παίζουν με τα συναισθήματα των ανθρώπων, ενώ εμείς κάνουμε λάθος». Δεν πιστεύω ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Πιστεύω απλώς ότι το έργο της ριζοσπαστικής εκπαίδευσης είναι όντως πολύ δύσκολο και ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε απομονώνει τους ανθρώπους με κάθε δυνατό τρόπο. Η Χάνα Άρεντ το είχε επισημάνει από πολύ νωρίς. Μικραίνει τον κόσμο των ανθρώπων και γι’ αυτό, για μένα, η ίδια η διαδρομή και η διαδικασία είναι το πιο σημαντικό κομμάτι. Όταν ασχολήθηκα με το θέμα των καταγγελιών σεξουαλικής παραβίασης, οι περισσότεροι άνθρωποι που μου μίλησαν για το βίωμα τους μου μετέφεραν ότι είχαν αρκετά αρνητικές εμπειρίες: Οι καταγγελίες τους δεν οδήγησαν στη δικαίωσή τους ή την απονομή δικαιοσύνης, ούτε, βέβαια, στην επίλυση της κρίσης που τους ώθησε σε πρώτη φάση στο να κάνουν καταγγελία. Παρόλα αυτά, μοιράστηκαν μαζί μου ότι αποκόμισαν κάτι πολύ σημαντικό από τη διαδικασία, γιατί μέσω αυτής άρχισαν να βλέπουν το σύστημα και να συναντούν κι άλλους ανθρώπους με αντίστοιχες ιδέες. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που διαμαρτύρονται, κι αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που κάποια βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, συναντά και άλλες που κάνουν το ίδιο. Υπάρχει κάτι σε αυτή τη διαδικασία της συγκέντρωσης, της διαφωνίας και της άρνησης να ακολουθήσουμε ό,τι λένε και κάνουν οι κυβερνήσεις μας, που θα είναι πολύ δύσκολο να σταματήσει. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ελπίδα.
Μ.Λ.: Έχουμε ήδη αναφέρει κάποια πράγματα, θα ήθελα όμως τώρα να μιλήσουμε πιο ειδικά για τη γενοκτονία στη Γάζα και το απαρτχάιντ στα παλαιστινιακά εδάφη. Ποιες είναι οι ευθύνες των δυτικών κυβερνήσεων για αυτό το συνεχιζόμενο έγκλημα;
Σ.Α.: Είναι υπεύθυνες για αυτό το συνεχιζόμενο έγκλημα σε όλα τα επίπεδα. Ζω στο Ηνωμένο Βασίλειο και, όπως θα ξέρετε, τόσο η σημερινή όσο και προηγούμενες κυβερνήσεις εξακολουθούν να στέλνουν όπλα στο Ισραήλ και να εμπλέκονται στην καταστολή του παλαιστινιακού λαού που αγωνίζεται για την ελευθερία της Παλαιστίνης. Μερικές φορές η ρητορική αφορά μια συγκεκριμένη ομάδα που χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατική, στην πραγματικότητα όμως το ζήτημα είναι πολύ μεγαλύτερο, ακόμη και αμέσως μετά την έναρξη της γενοκτονίας τον Οκτώβριο του 2023 – προφανώς η ιστορική κατοχή και η εκδίωξη των Παλαιστινίων είναι παλαιότερο ζήτημα. Από την αρχή χρησιμοποιούσαν χαρακτηρισμούς όπως «πορείες μίσους» για τις πορείες για την Παλαιστίνη· συνεχώς υπονοούν ότι όποιος επικρίνει τον σιωνισμό είναι αντισημίτης. Αυτού του είδους η ταύτιση του αντισημιτισμού με τον αντισιωνισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο γίνεται σκόπιμα. Ετσι, όποτε εμφανίζεται ένας αριστερός πολιτικός που πιστεύει πραγματικά στην ανθρωπιά του παλαιστινιακού λαού και στην απελευθέρωση της Παλαιστίνης, όπως ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ο μηχανισμός κινείται γρήγορα και τον απομακρύνει. Το βρίσκω άκρως τρομακτικό. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ιστορική ευθύνη λόγω του ρόλου της βρετανικής αποικιακής κυβέρνησης στην αρχική παραχώρηση των παλαιστινιακών εδαφών με τη Διακήρυξη του Μπαλφούρ. Προσωπικά, έχω μικτό υπόβαθρο: Μεγάλωσα στην Αυστραλία, όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θυμάμαι να μας διδάσκουν το Ολοκαύτωμα, και να μας μαθαίνουν ότι το Ισραήλ πήγε στην Παλαιστίνη επειδή εκεί θα ήταν στο εξής η πατρίδα των Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα. Θυμάμαι να γυρίζω σπίτι και να το αναφέρω στον πατέρα μου, και κατά κανόνα οι συζητήσεις με τον πατέρα μου δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο, καθώς είναι μάλλον σεξιστής, αλλά τέλος πάντων, σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίπτωση, μου είπε: «Σάρα, σκέψου ότι τα εδάφη αυτά τα πήρα και τα έδωσαν Ευρωπαίοι». Και όντως, με θυμάμαι να σκέφτομαι «Καμία σχέση με αυτά που μάθαμε». Μετά από αυτό, άρχισα να το ψάχνω. Θυμάμαι ότι διάβασα Εντουάρντ Σαΐντ αρκετά νωρίς, και την απίστευτα έντονη κριτική του για τον σιωνισμό και τον τρόπο με τον οποίο, μέσω των σιωνιστικών επιθέσεων, η παλαιστινιακή γη παρουσιάζονταν ως εγκαταλειμμένη, αναξιοποίητη και ακατοίκητη, όπως και η Αυστραλία είχε κηρυχθεί «ακατοίκητη» ενώ είχαμε βίαιες απαλλοτριώσεις της γης των ιθαγενών. Με τη Νάκμπα, 700.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν από τα χωριά τους, τα οποία καταστράφηκαν – μια καταστροφή που επιτεύχθηκε και μέσω της γλώσσας και του νόμου. Έτσι, αυτή η ιστορική απαλλοτρίωση είναι στην πραγματικότητα κληροδότημα της βρετανικής αποικιοκρατίας και προσωπικά θεωρώ ότι υπάρχει μια σύνδεση, κι αυτό το συνειδητοποίησα μετά από αυτήν την κουβέντα με τον πατέρα μου. Υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ του τι συνέβη στην Παλαιστίνη και του τι συνέβη σε άλλα πλαίσια εντός της τότε Βρετανικής Αυτοκρατορίας, και συγκεκριμένα αναφέρομαι στον Διαχωρισμό – τη διαχωριστική γραμμή που τραβήχτηκε μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν – η οποία μετέτρεψε την οικογένειά μου σε πρόσφυγες επειδή ήταν μουσουλμάνοι και έπρεπε να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Έτσι, νομίζω ότι όσον αφορά την ευθύνη, υπάρχει ένα ιστορικό αποτύπωμα και μέχρι και σήμερα υπάρχει τεράστια άρνηση στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με το ρόλο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν το αφήγημα που την παρουσιάζει ως κάτι το πολύ όμορφο, σαν να ήταν πολύ ευγενικοί αποικιοκράτες: «Πήγαμε στην Ινδία και τους δώσαμε νόμους. Τους δώσαμε τη γλώσσα μας. Τους δώσαμε σιδηροδρόμους». Πιστεύω ότι η εικόνα του αποικιοκράτη-ευεργέτη που φέρνει τον εκσυγχρονισμό εξακολουθεί να υπάρχει, και έτσι, όταν μιλάει κανείς γι’ αυτό – το έχω δει και η ίδια πολλάκις ως ακαδημαϊκός στο Ηνωμένο Βασίλειο – αν ασκηθεί κριτική στην Αυτοκρατορία, η απάντηση θα εμπεριέχει συχνά αυτό το χαρούμενο παραμύθι. Υπάρχει εκεί έξω ένα αφήγημα που λέει «Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είμαστε περήφανοι για την Αυτοκρατορία», το οποίο συχνά ενισχύει τον πατριωτισμό κάποιων ατόμων – συχνά ακούς το παράπονο «είμαστε οι μόνοι που δεν επιτρέπεται να είμαστε περήφανοι για τη χώρα μας». Υπάρχει λοιπόν μια τεράστια ευθύνη, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει ποτέ κάποιος να την επωμιστεί και να επανορθώσει, επειδή η άρνηση έχει εδραιωθεί βαθιά. Γι’ αυτό καμιά φορά την αποκαλώ «θεσμική σιωπή»: η βία αυτής της ιστορίας έχει θαφτεί πολύ βαθιά και μας ζητούν να την θάψουμε κι εμείς ακόμα βαθύτερα. Δεν πρέπει ούτε να τη θυμόμαστε, ούτε φυσικά να την αναφέρουμε. Πιστεύω ότι θα πρέπει να παλέψουμε πολύ σκληρά για να αλλάξει αυτό. Θα πάρει πολύ καιρό. Είναι κάπως θλιβερό. Ωστόσο υπάρχουν πολλά άτομα που συμμετέχουν στο κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμερα, και αυτό είναι σημαντικό, ειδικά αν λάβουμε υπόψη την καταστολή και τη συκοφάντηση που ασκούνται εναντίον ανθρώπων που μιλούν ανοιχτά για την Παλαιστίνη. Οπότε το κόστος είναι μεγάλο.
Μ.Λ.: Πώς συνδέεται ο αγώνας για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης με τα αιτήματα των φεμινιστριών και των κουίρ ατόμων;
Σ.Α.: Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε αιτήματα που αφορούν τη δικαιοσύνη. Ενδεχομένως να μην υπάρχει απλός τρόπος να το εξηγήσω, αλλά πιστεύω ότι μία από τις μορφές λειτουργίας της εξουσίας είναι η επιβολή του πώς μπορούν τα άτομα να περιγράψουν τον εαυτό τους, του ποια άτομα υπάρχουν στα αλήθεια και ποιες περιγραφές του κόσμου έχουν αξία ή/και εγκυρότητα. Πιστεύω ότι κάποια από τα βασικά αξιώματα πίσω από τον φεμινισμό, αφορούν την αυτονομία, τη σωματική αυτονομία και τον αυτοπροσδιορισμό· ότι εσύ αποφασίζεις ποια είσαι και μετέχεις στην απόφαση για το ποια είσαι. Στη Μεγάλη Βρετανία κάποιοι αρνούνται την ύπαρξη των Παλαιστινίων, ότι υπάρχει ένας τόπος που ονομαζόταν Παλαιστίνη – στο Βρετανικό Μουσείο έχουν αφαιρέσει τη λέξη «Παλαιστίνη» από διάφορα εκθέματα, και αφαιρώντας τη λέξη, επιχειρούν να αφαιρέσουν την ιστορία, τους ανθρώπους και το αίτημά τους. Μιλώντας από τη σκοπιά του κουήρ φεμινισμού ξέρουμε τι σημαίνει αυτό. Αφαιρείς τη λέξη με την ελπίδα ότι θα αφαιρέσεις και τον άνθρωπο και το αίτημά του. Θες, δηλαδή, να ορίσεις ποια άτομα έχουν δικαίωμα ύπαρξης. Ένα παλαιότερο παλαιστινιακό σύνθημα έλεγε «η ύπαρξη είναι αντίσταση», αλλά είναι λάθος να εξισώνουμε τους αγώνες αυτοδιάθεσης ενός λαού με τους αγώνες ενός ατόμου να εκφραστεί όσον αφορά το φύλο, την ταυτότητα φύλου ή τη σεξουαλικότητά του· δεν είναι τόσο απλό. Και στις δύο περιπτώσεις, μιλάμε για αγώνες που κάνουν τα άτομα για να υπάρχουν με τους δικούς τους όρους και επίσης πίσω και από τα δύο κρύβονται μεθοδεύσεις ώστε κάποιοι άλλοι και όχι τα ίδια τα άτομα να αποφασίζουν ποιες ζωές έχουν σημασία και ποιες όχι. Οπότε δεν θα πω «Είμαι
φεμινίστρια και κουίρ και πιστεύω στην ελεύθερη Παλαιστίνη». Θα πω πως πιστεύω ότι όλα όσα είμαι με κάνουν να διψάω για ελευθερία, και αυτοί είναι οι αγώνες για ελευθερία που έχουν περισσότερη σημασία αυτή τη στιγμή, γιατί μιλάμε για λαούς στους οποίους στερούν την ελευθερία, τους αφαιρούν το δικαίωμα να ζουν με τους δικούς τους όρους, και σε πολλές περιπτώσεις τους αφαιρούν και την ίδια τους τη ζωή. Πιστεύω επίσης όσον αφορά το κλίμα κατά των τρανς ατόμων, ότι μιλάμε ουσιαστικά για ζήτημα ζωής και θανάτου, καθώς υπάρχουν ιδεολογίες που δεν θέλουν τα τρανς άτομα να υπάρχουν ως τέτοια. Οταν ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν τρανς άτομα, καθώς κατά τη γνώμη τους υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά φύλα και δεν υπάρχει κοινωνικό φύλο, όλο αυτό ως επιχείρημα είναι αφανιστικό, επειδή αφαιρώντας από κάποιο άτομο το δικαίωμα να αποφασίσει ποιο είναι με τρόπο βιώσιμο και ανεκτό για το ίδιο, αυτό ισοδυναμεί με αφανισμό. Άρα όντως μιλάμε για εξάλειψη αυτών των ανθρώπων. Και πιστεύω ότι πρέπει να καταγράψουμε και να δείξουμε τη βία που αυτή συνεπάγεται. Το γεγονός ότι υπάρχουν και φεμινίστριες που συμβάλλουν στη βία αυτή, είναι ιδιαίτερα λυπηρό, είναι φρικτό. Από την άλλη, υπάρχουν πολλές φεμινίστριες που είναι σιωνίστριες, οπότε είναι καλό να θυμόμαστε ότι το γεγονός ότι συμμετέχουμε, για παράδειγμα, σε κάποιο φεμινιστικό εγχείρημα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα άτομα στην ομάδα δράσης μας σκέφτονται όπως εμείς. Υπάρχουν κάποιες φεμινίστριες που υποστηρίζουν ενεργά το Ισραήλ και δεν πρέπει να το ξεχνάμε.
Μ.Λ.: Το Εγχειρίδιο για Killjoy Φεμινίστριες, το μοναδικό από τα βιβλία σας που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αν και δεν στερείται θεωρητικού βάθους, είναι γραμμένο σε μια γλώσσα που μπορεί να γίνει κατανοητή από ένα ευρύτερο κοινό. Είναι σημαντικό να είναι προσιτή η φεμινιστική θεωρία σε άτομα που δεν διαθέτουν το εκπαιδευτικό και πολιτισμικό κεφάλαιο του ακαδημαϊκού χώρου ή των σπουδών
φύλου;
Σ.Α.: Ναι, θεωρώ πως είναι σημαντικό. Το 2016 παραιτήθηκα και έφυγα από τη θέση που είχα στο πανεπιστήμιο, οπότε τα τελευταία 10 χρόνια, όταν ασχολούμαι με τη διδασκαλία του φεμινισμού, δεν το κάνω σε παραδοσιακές αίθουσες διδασκαλίας. Δεν είμαι μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας πια. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν θα μπορούσα να είμαι, επειδή κατήγγειλα το ίδρυμά μου, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει μονοπάτι επιστροφής για μένα στην βρετανική ακαδημαϊκή κοινότητα – όχι ότι θα το ήθελα. Το αναφέρω απλώς γιατί είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι, στην πραγματικότητα, αν καταγγείλεις έναν οργανισμό, σου κλείνουν πολλές πόρτες επαγγελματικά. Αυτό σήμαινε στην περίπτωσή μου ότι έπρεπε να σκεφτώ άλλους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσα να ασχοληθώ με τη φεμινιστική εκπαίδευση, καθώς πιστεύω ότι η ανακάλυψη των φεμινιστικών ιδεών περί κοινωνίας, εξουσίας, πατριαρχίας μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας. Τα τελευταία τρία χρόνια της καριέρας μου στο πανεπιστήμιο, μεταξύ 2013 και 2016, συνεργάστηκα με φοιτητές προσπαθώντας να αλλάξουμε την κουλτούρα της σεξουαλικής παρενόχλησης, και ταυτόχρονα ξεκίνησα το blog feministkilljoy.com. Η βασική κινητήρια δύναμη πίσω από τη συγγραφή του Εγχειριδίου για killjoy φεμινίστριες ήταν η επιθυμία να γράψω ένα βιβλίο που δεν θα εκδιδόταν από πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο. Αν μη τι άλλο, έτσι θα ήταν πολύ φθηνότερο και, ως εκ τούτου, πιο προσιτό ακόμα και σε αλυσίδες βιβλιοπωλείων. Ήταν κρίσιμο για μένα να σκεφτώ πού αλλού μπορεί να ανακαλύψει κανείς τον φεμινισμό εκτός από τα αμφιθέατρα τμημάτων σπουδών φύλου, αν και πάντα είναι χαρά μου να βρίσκομαι σε ένα τέτοιο αμφιθέατρο. Προσπαθούσα. λοιπόν, να σκεφτώ πώς θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο που θα ήταν πιο προσιτό στο ευρύ κοινό και ταυτόχρονα θα εμπεριείχε και σχετικές με το θέμα έννοιες – γιατί αυτό είναι κάτι που μου το λένε συχνά και το πιστεύω κι εγώ, ότι είναι βοηθητικό να έχουμε ορολογία και έννοιες για τα πράγματα. Όπως λέει και η Όντρ Λορντ, «ο σεξισμός και ο ρατσισμός είναι λέξεις των ενηλίκων», δηλαδή είναι καταστάσεις που βιώνουμε πριν μάθουμε τις λέξεις για να τις περιγράψουμε, αλλά μόλις τις μάθουμε, μας επιτρέπουν να ξανασκεφτούμε την εμπειρία μας και να την κατανοήσουμε. Γι’ αυτό θέλησα να γράψω ένα βιβλίο που να περιέχει τις λέξεις και τις έννοιες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε δύσκολες καταστάσεις που μπορεί να βιώνουμε στον δρόμο, το σπίτι ή τη δουλειά. Και λόγω της εμπειρίας μου από την κοινοποίηση της δουλειάς μου, κατέληξα ότι η προσωπικότητα που πάντα προκαλούσε την ισχυρότερη αντίδραση και αναγνώριση, ειδικά εκτός ακαδημαϊκών ακροατηρίων και χώρων, ήταν η killjoy φεμινίστρια. Για παράδειγμα, όποτε έλεγα την ιστορία του πώς είναι να είσαι «killjoy» σε ένα τραπέζι, με τους άλλους δίπλα να ξεφυσάνε και να λένε «έλεος», πολλά από τα άτομα που με άκουγαν έλεγαν «Ναι, αυτή είμαι! Μου συμβαίνει συνέχεια», και συχνά η ατμόσφαιρα φορτιζόταν. Υπάρχει η αίσθηση του «Ναι, το έχω ζήσει αυτό», και γι’ αυτό ήθελα αυτή η φιγούρα να λειτουργήσει ως μέσο επικοινωνίας. Τι βιώνετε όταν προσπαθείτε να εξηγήσετε πράγματα που συμβαίνουν στον δικό σας κόσμο, στη ζωή σας: Ίσως αφορά το γεγονός ότι δεν σας πήραν σε εκείνη τη
δουλειά, παρόλο που είχατε όλα τα προσόντα. Μήπως το πρόβλημα ήταν ο σεξισμός; Ίσως αφορά τον τρόπο με τον οποίο μιλάνε για εσάς στο σπίτι, τις διαφορές στον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα κορίτσια και τα αγόρια. Ίσως αφορά μια εμπειρία που είχατε στο σχολείο. Ίσως είναι η παρενόχληση που υποστήκατε κάποτε στον δρόμο. Όλα αυτά τα μικρά πράγματα που συμβαίνουν και μας λένε κάτι, χωρίς πάντα να μας είναι προφανές τι είναι αυτό. Για μένα, εκεί ακριβώς βρίσκεται ο φεμινισμός: όταν δίνουμε νόημα σε αρκετά καθημερινές εμπειρίες. Η killjoy, λοιπόν, είναι μια καθημερινή εμπειρία. Γι’ αυτό, για μένα, πρόκειται σίγουρα για έναν πιο προσιτό φεμινισμό, με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ταυτιστούν και να συνδεθούν.