PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

PROJECT: Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο
Project: Οικονομική Δικαιοσύνη

Νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση και ανισότητες: ενίσχυση των κρατικο-κεντρικών σοσιαλδημοκρατικών και αριστερών οικονομικών ιδεών

1. Εισαγωγή

Στο άρθρο αυτό αναλύουμε και σχολιάζουμε τα αποτελέσματα μιας έρευνας κοινής γνώμης μεγάλης κλίμακας, που πραγματοποίησε το Eteron τον Απρίλιο του 2026, στο πλαίσιο του προγράμματος «Οικονομική Δικαιοσύνη». Η έρευνα βασίστηκε στην αναθεώρηση και επικαιροποίηση του ερωτηματολογίου της πρώτης έρευνας στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2021 επτά μήνες μετά τη λήξη του δεύτερου λοκντάουν, που είχε επιβληθεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας του Covid-19. 

Η πρώτη έρευνα είχε επιχειρήσει να αποτυπώσει την εικόνα που είχε η ελληνική κοινωνία για τις οικονομικές ανισότητες και τις κοινωνικές αδικίες και να χαρτογραφήσει τις προτιμήσεις και τις αξίες της στα θέματα οικονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κύρια υπόθεση εργασίας που διερευνήθηκε ήταν το ενδεχόμενο ενίσχυσης, λόγω της πανδημίας του Covid-19, των κρατικο-κεντρικών (state-oriented) οικονομικών ιδεών έναντι market-oriented προτιμήσεων και αξιών, προερχόμενων από το υπόδειγμα του οικονομικού φιλελευθερισμού. 1

Η υπόθεση εργασίας εκείνης της έρευνας ήταν εύλογη, δεδομένου ότι η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη της είχαν διαχειριστεί την υγειονομική και την οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του Covid-19 μέσω μιας κρατικής παρέμβασης τεράστιας κλίμακας, σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική αυστηρής λιτότητας, με την οποία είχαν αντιμετωπίσει την κρίση της ευρωζώνης που διαδέχθηκε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, μετά την κρίση δημόσιου χρέους που ξεκίνησε από την Ελλάδα. Την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, τον Δεκέμβριο του 2021, είχαν μεν διακοπεί τα έκτακτα μέτρα της πανδημίας για τη διατήρηση της απασχόλησης και του εισοδήματος των μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων και για την κάλυψη των ζημιών των πληγέντων επιχειρήσεων από τη διακοπή ή τον περιορισμό της δραστηριότητάς τους, αλλά συνεχιζόταν η ισχυρή δημοσιονομική επέκταση των ετών 2020-2021. Επίσης, τότε ξεκινούσε τυπικά η υλοποίηση του Σχεδίου Ελλάδα 2.0 (2021-2026), που θα ενίσχυε με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τις δημόσιες επενδύσεις στη χώρα. Ταυτόχρονα, το (ηπιότερο) τρίτο κύμα της πανδημίας βρισκόταν σε εξέλιξη και το ΕΣΥ συνέχιζε να αποδεικνύει στους πολίτες τον αναντικατάστατο ρόλο του στην περίθαλψή τους. Το κράτος και το δημόσιο σύστημα υγείας είχαν προστατεύσει τους πολίτες και την οικονομία από την κατάρρευση και αυτό αναμενόταν να έχει επηρεάσει τις οικονομικές τους ιδέες για την κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της αγοράς.

Σε εκείνη λοιπόν τη συγκυρία, τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας για την «Οικονομική Δικαιοσύνη» ανέδειξαν μια τάση ενίσχυσης των σοσιαλδημοκρατικών και αριστερών οικονομικών ιδεών και πεποιθήσεων στην ελληνική κοινωνία, που αποτελούσε καμπή, «με δεδομένο το, για 30 τουλάχιστον χρόνια, μικρό αλλά σταθερό προβάδισμα (όχι κυριαρχία ή ηγεμονία) του οικονομικού φιλελευθερισμού». 2

Τεσσεράμισι χρόνια μετά την πρώτη έρευνα, το Ινστιτούτο έκρινε αναγκαία και επιτακτική την επανάληψή της με αναθεωρημένο και επικαιροποιημένο ερωτηματολόγιο, λόγω των πολύ διαφορετικών σημερινών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ελλάδα. Διότι, στο διάστημα που μεσολάβησε από τον Δεκέμβριο του 2021 μέχρι σήμερα, οι διεθνείς εξελίξεις που επηρέασαν αυτές τις συνθήκες υπήρξαν καταιγιστικές, παρόλο που στην διαμόρφωση των οικονομικών ιδεών, προτιμήσεων και αξιών στην ελληνική κοινωνία, τον πρώτο ρόλο αναμένεται να έχουν παίξει οι πολιτικές επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων. Η (παρούσα) δεύτερη έρευνα για την «Οικονομική Δικαιοσύνη», επιδίωξε λοιπόν να διαπιστώσει τι έχει αλλάξει ως προς τα ευρήματα της πρώτης έρευνας και γιατί.

Η απόφαση του Eteron έχει επίσης να κάνει με το ότι οι κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες παραμένουν ένα από τα πιο κομβικά ζητήματα από επιστημονική και πολιτική σκοπιά διεθνώς. Ως εκ τούτου, η έρευνα για τις απόψεις του πληθυσμού για το οικονομικό σύστημα και την κοινωνική δικαιοσύνη, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και τις κατάλληλες πολιτικές αντιμετώπισής τους χρήζει τακτικής επικαιροποίησης, ώστε να συγκροτηθεί μια βάση με χρονοσειρές, δημιουργώντας πολύτιμα δεδομένα μελέτης. 

Θυμίζουμε ότι η διεύρυνση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων αναδείχθηκε ως μια από τις βασικές αιτίες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-8, μαζί με την πλήρη ασυδοσία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των διεθνών χρηματαγορών, από κορυφαίους οικονομολόγους (Stiglitz, Piketty, Atkinson, Saez, Zucman) τη διετία 2012-2013 3. Την ίδια περίοδο, η πολιτική αυστηρής λιτότητας, με την οποία η ΕΕ διαχειρίστηκε την κρίση της ευρωζώνης θα διεύρυνε τις ανισότητες στο εσωτερικό των κρατών μελών της, εκτός από τις τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις που προκάλεσαν τα προγράμματα προσαρμογής στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες απέκλιναν από αυτές του πυρήνα. 4

Στην ενότητα που ακολουθεί θα σκιαγραφήσουμε τις βασικές διεθνείς εξελίξεις και τις κύριες κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής στην Ελλάδα στο διάστημα μεταξύ των δύο ερευνών για την Οικονομική Δικαιοσύνη του Eteron, ως αναγκαίο υπόβαθρο για την παράθεση των επικαιροποιημένων ερευνητικών ερωτημάτων και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων της παρούσας έρευνας.

2. Διεθνείς εξελίξεις, εγχώριες πολιτικές, ερευνητικά ερωτήματα

Από το 2021 μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται μόνιμα στη δίνη μιας «πολυκρίσης» 5, που συνδέεται με τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και ανακατατάξεις ισχύος στο παγκόσμιο σύστημα (υποχώρηση ΗΠΑ, άνοδος Κίνας και BRICS).

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022, προκάλεσε ενεργειακή κρίση και στασιμότητα στην ευρωπαϊκή οικονομία, πλήττοντας καίρια την γερμανική ατμομηχανή της, εκτίναξε τον πληθωρισμό, ευνόησε το σχηματισμό υπερκερδών στη βιομηχανία ενέργειας και τροφίμων και οδήγησε σε αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος της εργασίας και κρίση του κόστους ζωής. Οι εργαζόμενοι στις ευρωπαϊκές χώρες είδαν την αγοραστική τους δύναμη να υποχωρεί, ενώ πολλά νοικοκυριά σε αυτές της Νότιας Ευρώπης και των Βαλκανίων περιήλθαν σε κατάσταση ενεργειακής φτώχειας (αδυναμία επαρκούς θέρμανσης του σπιτιού). Παράλληλα, η συνεχής άνοδος των ενοικίων και των τιμών των κατοικιών και η έκρηξη του φαινομένου των βραχυχρόνιων μισθώσεων την τελευταία δεκαετία οδήγησαν σε οξύ στεγαστικό πρόβλημα σε πολλές πόλεις και χώρες, περισσότερο σε αυτές με μεγάλη τουριστική ανάπτυξη. Το 2023, στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, η Ελλάδα ήταν μεταξύ των χωρών με το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών (10%), ενώ, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, είναι η χώρα της ΕΕ με το μεγαλύτερο στεγαστικό πρόβλημα. Το 2025, 27% του ελληνικού πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που ξοδεύουν για στέγαση πάνω από το 40% του εισοδήματος τους. Τέλος, ο πρόσφατος και εν εξελίξει πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει ήδη προκαλέσει μια δεύτερη παγκόσμια ενεργειακή κρίση, απειλώντας την Ευρώπη με μια δεύτερη, σε μια τετραετία, κρίση κόστους ζωής και με μια νέα φάση στασιμοπληθωρισμού. Στην καχεξία της ευρωπαϊκής οικονομίας αναμένεται να συμβάλει και ο εμπορικός πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ στην ΕΕ με την επιβολή δασμών σε βασικά εξαγωγικά προϊόντα της.

Στο νέο διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας και γεωπολιτικών συγκρούσεων και μπροστά στον κίνδυνο οικονομικής παρακμής, η Ε.Ε. αποφάσισε τον στρατηγικό της αναπροσανατολισμό προς την απόκτηση στρατηγικής αυτονομίας. Οι ιδέες του οικονομικού (νέο)φιλελευθερισμού έχουν  υποχωρήσει προς όφελος του κρατικού παρεμβατισμού στους τομείς της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της άμυνας. Ταυτόχρονα, στις συνθήκες πολυκρίσης, οικονομικής αβεβαιότητας, διεθνούς ανασφάλειας και πολέμων, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι πολίτες στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., άρα και στην Ελλάδα, στρέφονται στο κράτος για προστασία.

Είναι βέβαια επίσης λογικό να υποθέσει κανείς ότι περισσότερο από τις διεθνείς εξελίξεις είναι οι πολιτικές επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2021 και ύστερα που έχουν παίξει τον μεγαλύτερο ρόλο στην εξέλιξη των απόψεων των πολιτών για την ανάγκη κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και των προτιμήσεών τους για το είδος των πολιτικών που θεραπεύουν καλύτερα τις οικονομικές ανισότητες και τις κοινωνικές αδικίες. Βασικές κυβερνητικές επιλογές, όπως π.χ. η αποδυνάμωση του ΕΣΥ (έλλειψη εξοπλισμού και υποδομών, υποστελέχωση, συρρίκνωση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης σε τοπικό επίπεδο), η αύξηση της ιδιωτικής συμμετοχής σε φάρμακα και διαγνωστικές εξετάσεις και η πριμοδότηση του ιδιωτικού τομέα της υγείας, η εγκατάλειψη του δημόσιου σιδηροδρομικού δικτύου που οδήγησε στο δυστύχημα των Τεμπών και στον περιορισμό των (φθηνών) σιδηροδρομικών μεταφορών, η καρτελοποίηση της παραγωγής και η αύξηση των τιμών της ενέργειας μετά την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, η ανάπτυξη της ιδιωτικής εκπαίδευσης και η υποχρηματοδότηση της δημόσιας εμπορευματοποιούν βασικά κοινωνικά αγαθά και διευρύνουν τις ανισότητες πρόσβασης των πολιτών σε αυτά. Αντίθετα, η μείωση της ανεργίας κυρίως με αύξηση της απασχόλησης λειτούργησε εξισωτικά, όπως και οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού από το 2022 και ύστερα, λόγω όμως καθήλωσης του μέσου μισθού. Η αγοραστική δύναμη του τελευταίου μειώθηκε σωρευτικά κατά 0,9% μεταξύ 2021 και 2025, παρόλο που αυξήθηκε η παραγωγικότητα της εργασίας στο ίδιο διάστημα. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στον νόμο του 2019 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, που είχε δυσκολέψει τη σύναψη και επέκταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ μειώθηκε από 52,3% το 2021 στο 47,3% το 2025 και υπήρξε αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, λόγω της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας και της διατήρησης του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα σε υψηλά επίπεδα, η αύξηση του πληθωρισμού οδήγησε σε υπερφορολόγηση των πολιτών, ιδιαίτερα εκείνων που ανήκουν στα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Τα επιπλέον κρατικά έσοδα από έμμεσους φόρους λόγω πληθωρισμού ήταν πολύ μεγαλύτερα από τις κρατικές δαπάνες για τα κουπόνια (pass) επιδότησης της κατανάλωσης, που δόθηκαν στους πολίτες ως αντιστάθμιση των επιπτώσεών του.

Ως εκ τούτου, τα τελευταία χρόνια, η ακρίβεια και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στη χώρα μας και, σύμφωνα με τις περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης, τα ζητήματα αυτά είναι τα πλέον σημαντικά για τους πολίτες. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού (5,4% τον Απρίλιο), λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αναμένεται λοιπόν να διατηρήσει το θέμα σε πρώτη προτεραιότητα, σε περίπτωση που ο πόλεμος και η ενεργειακή κρίση επιδεινωθούν το επόμενο διάστημα.

Ερευνητικά ερωτήματα. Το ερωτηματολόγιό της παρούσας έρευνας για την Οικονομική Δικαιοσύνη περιέλαβε κοινές ερωτήσεις με αυτές της πρώτης έρευνας (Δεκέμβριος 2021), που της επιτρέπουν να «επικαιροποιήσει» το ερευνητικό ερώτημα της τελευταίας ως εξής. Με τη σύγκριση των απαντήσεων στις δύο έρευνες, θα επιχειρήσουμε να διαπιστώσουμε εάν, σε ένα διεθνές περιβάλλον συγκρούσεων, ανασφάλειας και πολυκρίσης, η νεοφιλελεύθερη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων μεταξύ 2021 και 2026 έχει αποσπάσει ευρεία αποδοχή από τους πολίτες, διευρύνοντας  το κοινό που ασπάζεται αξίες και προτιμήσεις που προέρχονται από το υπόδειγμα του οικονομικού φιλελευθερισμού ή αν, αντίθετα, οι συνέπειές της (καθήλωση μισθών, αντίστροφη αναδιανομή εισοδήματος, ιδιωτικοποίηση κοινωνικών αγαθών, αύξηση ανισοτήτων) έχουν ενισχύσει στους πολίτες τις κρατικο-κεντρικές (state-oriented) σοσιαλδημοκρατικές και αριστερές οικονομικές ιδέες, δηλαδή την τάση που διαπίστωσε η πρώτη έρευνα.

Στο ερωτηματολόγιο προστέθηκαν επίσης πολλές νέες ερωτήσεις. Μια σειρά από αυτές ανιχνεύουν για πρώτη φορά τις γενικές αντιλήψεις των πολιτών για το οικονομικό σύστημα και το τι είναι μια δίκαιη κοινωνία καθώς και τις απόψεις τους για τις κοινωνικές αδικίες, τις έμφυλες διακρίσεις και το ταξικό πρόσημο της κρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Άλλες ερωτήσεις είναι προσανατολισμένες στις πολιτικές (policy-oriented) και διερευνούν τις προτιμήσεις των πολιτών για τα κατάλληλα μέτρα που αμβλύνουν τις ανισότητες και περιορίζουν τις αδικίες σε κρίσιμους τομείς (φορολογία, ασφαλιστικό σύστημα, στεγαστική πολιτική, συλλογικές συμβάσεις).

3. Παρουσίαση και σχολιασμός των αποτελεσμάτων της έρευνας

Για την καλύτερη παρουσίαση και τον σχολιασμό των αποτελεσμάτων της έρευνας έχουμε ομαδοποιήσει τα ερωτήματα σε πέντε υποενότητες, ενώ στο τέλος της καθεμίας συνοψίζουμε τα κύρια αποτελέσματα της έρευνας. Η πρώτη υποενότητα αναλύει τα στοιχεία για την ικανοποίηση/δυσαρέσκεια του πληθυσμού για την προσωπική οικονομική του κατάσταση, η δεύτερη αυτά για τις γενικές αντιλήψεις του πληθυσμού για τις οικονομικές ανισότητες, τη δίκαιη κοινωνία και τη σχέση αγοράς, ιδιωτικού επιχειρείν και κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ η τρίτη τα στοιχεία για τις κοινωνικές αδικίες και την πολιτική οικονομία της κρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, η τέταρτη υποενότητα παρουσιάζει τις απόψεις των πολιτών για την κρατική παρέμβαση και τις προτιμήσεις τους για μέτρα πολιτικής σε συγκεκριμένα πεδία, ενώ η πέμπτη τα αποτελέσματα της έρευνας ως προς την εμπιστοσύνη των πολιτών σε διάφορες πολιτικές ιδεολογίες και προσεγγίσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης  και της οικονομικής δικαιοσύνης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν εξαχθεί στο σύνολο του δείγματος και ανά φύλο, ηλικία, εκπαιδευτικό επίπεδο, τόπο κατοικίας, επαγγελματική κατηγορία και κοινωνική τάξη. Να διευκρινίσουμε, ότι η κοινωνική τάξη προσεγγίστηκε στην έρευνα με βάση την αυτοτοποθέτηση των ατόμων και ότι η «μεσαία τάξη» διασπάστηκε σε ανώτερη, μεσαία και κατώτερη. Επειδή από την έρευνα προέκυψε ότι ένας ελάχιστος αριθμός ατόμων του δείγματος αυτοτοποθετήθηκε στην ανώτερη τάξη, η κατηγορία αυτή ενοποιήθηκε με την ανώτερη μεσαία τάξη. Αξίζει τέλος να προσθέσουμε ότι με βάση την ταξική κατηγοριοποίηση, η κατανομή του δείγματος έχει ως εξής: λαϊκές τάξεις 12,4%, κατώτερη μεσαία τάξη 30,1%, μεσαία τάξη (κεντρικός πυρήνας) 51,1%, ανώτερη μεσαία/ανώτερη τάξη 5,5%. Άρα, τα αποτελέσματα της έρευνας «έλκονται» κατά κύριο λόγο από τον κεντρικό πυρήνα της μεσαίας τάξης και δευτερευόντως από την κατώτερη μεσαία τάξη.

Τέλος, επειδή μια εναλλακτική προσέγγιση της ταξικής διάρθρωσης βασίζεται στο επάγγελμα των ατόμων, να αναφέρουμε ότι η επαγγελματική σύνθεση του δείγματος έχει ως εξής: ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες 9,6%, μισθωτοί του δημόσιου τομέα 17%, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα 29,7%, άνεργοι 6,2%, συνταξιούχοι 27,3%, άλλο και δεν απαντώ 10,2%. Επίσης, να σημειώσουμε ότι δεν θα παρουσιάσουμε ούτε θα σχολιάσουμε στο παρόν κείμενο τα αποτελέσματα της έρευνας για τους/στις αγρότες/ισσες, τα άτομα που επιτελούν αποκλειστικά μη αμειβόμενη οικιακή εργασία (οικιακά) και τους/τις φοιτητές/ριες, σπουδαστές/ριες και φαντάρους, διότι ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν στο δείγμα για καθεμία από αυτές τις κατηγορίες ήταν μικρότερος των 50 ατόμων και, άρα, η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι αμφίβολη. 

3.1 Ικανοποίηση/δυσαρέσκεια από την προσωπική οικονομική κατάσταση

Στο πρώτο ερώτημα της έρευνας για τον βαθμό ικανοποίησης/δυσαρέσκειας από την προσωπική οικονομική κατάσταση, το 63,4% του δείγματος  απάντησε ότι είναι πολύ ή μάλλον δυσαρεστημένο έναντι 57,3% στην έρευνα του 2021. Αυτό δείχνει μια σημαντική αύξηση της δυσαρέσκειας στο διάστημα μεταξύ των δύο ερευνών.

Οι γυναίκες δηλώνουν σαφώς πιο δυσαρεστημένες από τους άνδρες, όπως και τα άτομα με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο έναντι αυτών με υψηλότερο, ενώ ο βαθμός ικανοποίησης και δυσαρέσκειας είναι ανεξάρτητος του τόπου κατοικίας των ερωτώμενων, με τα ποσοστά στην Αττική και εκτός Αττικής να ταυτίζονται. Παραδόξως, η ηλικιακή ομάδα των νέων 17-34 ετών, που ξεκινά τον εργασιακό της βίο σε χαμηλόμισθες κατά κανόνα θέσεις εργασίας, δηλώνει μόνο κατά 52,8% δυσαρεστημένη, ενώ οι υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες κατά 63-66,5%. 

Οι  μεγαλύτερες  διαφορές στις απαντήσεις για την ικανοποίηση/δυσαρέσκεια από την προσωπική οικονομική κατάσταση παρουσιάζονται ανάλογα με την τάξη των ερωτώμενων, στη βάση της αυτοτοποθέτησης. Τα άτομα που ανήκουν στη λαϊκή και την κατώτερη μεσαία τάξη δηλώνουν κατά 89,3% και 83,4% πολύ ή μάλλον δυσαρεστημένα. Στον αντίποδα, τα άτομα που αυτοτοποθετούνται στην ανώτερη ή την ανώτερη μεσαία τάξη δηλώνουν κατά 76,9% πολύ ή μάλλον ικανοποιημένα από την οικονομική τους κατάσταση, ενώ αυτά που δηλώνουν ότι ανήκουν στον κεντρικό πυρήνα της μεσαίας τάξης διχάζονται μεταξύ ικανοποίησης και δυσαρέσκειας (50,1% έναντι 49,8% αντίστοιχα). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι το ταξικό χάσμα είναι βαθύ ως προς την ικανοποίηση από την προσωπική οικονομική κατάσταση. Σε σχέση με το 2021, να σημειώσουμε ότι ένα όχι ευκαταφρόνητο 5-7% του κεντρικού πυρήνα της μεσαίας τάξης και της ανώτερης ή ανώτερης μεσαίας τάξης έχει μετατοπιστεί από την ικανοποίηση στη δυσαρέσκεια.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανά επαγγελματική ομάδα δείχνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό δυσαρέσκειας εμφανίζουν οι άνεργοι (82,1%),  το μικρότερο οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες (54,8%), ενώ το ποσοστό δυσαρέσκειας των συνταξιούχων (63,8%) ταυτίζεται με αυτό του γενικού πληθυσμού. Στους μισθωτούς του ιδιωτικού και δημόσιου του τομέα τα ποσοστά δυσαρέσκειας είναι 62,5% και 60,4% αντίστοιχα. Συγκρίνοντας με τα αποτελέσματα του 2021, διαπιστώνουμε πολύ μεγάλες μετατοπίσεις από την ικανοποίηση προς τη δυσαρέσκεια στους συνταξιούχους (18,4%) και στους μισθωτούς του δημοσίου (11,2%) και μικρότερες στους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες (5,7%).

Κύρια αποτελέσματα. Η ικανοποίηση/δυσαρέσκεια από την προσωπική οικονομική κατάσταση εμφανίζει έντονη ταξική πόλωση. Στις λαϊκές τάξεις και τη κατώτερη μεσαία τάξη επικρατεί δυσαρέσκεια, στην ανώτερη και την ανώτερη μεσαία τάξη επικρατεί ικανοποίηση, ενώ ο κεντρικός πυρήνας της μεσαίας τάξης είναι διχασμένος. Μεταξύ 2021 και 2026 υπήρξε μεγάλη αύξηση της δυσαρέσκειας στους συνταξιούχους και στους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και μικρότερη στους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες.

3.2 Αντιλήψεις για τις οικονομικές ανισότητες και τη δίκαιη κοινωνία και προτιμήσεις για το οικονομικό σύστημα

Η ανίχνευση των αντιλήψεων των πολιτών για τις οικονομικές ανισότητες και την δίκαιη κοινωνία, και των προτιμήσεών τους για το είδος οικονομικού συστήματος  επιχειρήθηκε με πέντε ερωτήσεις, που υπέβαλαν στην κρίση τους περιεκτικές φράσεις που συνοψίζουν τις κεντρικές θέσεις βασικών ρευμάτων και κορυφαίων διανοητών στα πεδία της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας (Χάγεκ, Φρίντμαν, Ρωλς, Σεν, Μίλερ, Νούσμπαουμ) και της πολιτικής οικονομίας (Σμιθ, Μαρξ).

Από πού προέρχονται οι οικονομικές ανισότητες;

Αυτή η ερώτηση επιχειρεί να μετρήσει τον βαθμό διείσδυσης στην κοινωνία της προσέγγισης του κλασικού φιλελευθερισμού για την προέλευση των ανισοτήτων, δηλαδή ότι οι οικονομικές ανισότητες σε μια κοινωνία είναι φυσικές διότι προκύπτουν από τη βαθύτερη φύση του ανθρώπου, η οποία τείνει στο ατομικό συμφέρον και στον ανταγωνισμό. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, την άποψη αυτή υιοθετεί το 30% των πολιτών στην Ελλάδα (28,5% τον Δεκέμβριο του 2021). Στον αντίποδα, η αντιφιλελεύθερη άποψη ότι οι οικονομικές ανισότητες προέρχονται από το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα είναι κυρίαρχη (66,4% των απαντήσεων), όπως ήταν και στην πρώτη έρευνα (62,5% τον Δεκέμβριο του 2021). Στην παρούσα έρευνα, το ποσοστό των ατόμων που δεν απάντησαν στην ερώτηση συρρικνώθηκε δραστικά σε σχέση με την πρώτη έρευνα, τροφοδοτώντας ανοδικά τα ποσοστά και των δύο παραπάνω απόψεων, περισσότερο αυτό της δεύτερης.

Τι προϋποθέτει η ελευθερία του ατόμου;

Η ερώτηση για τις προϋποθέσεις της ελευθερίας του ατόμου επιδίωξε να μετρήσει το βαθμό στον οποίο η ελληνική κοινωνία ενστερνίζεται πιο σύγχρονες φιλελεύθερες αξίες και απόψεις (Χάγεκ, Φρίντμαν), σύμφωνα με τις οποίες η ελευθερία του ατόμου εξασφαλίζεται μόνο όταν το κράτος παρεμβαίνει ελάχιστα στην οικονομία και αφήνει στις αγορές και στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία πλήρη ελευθερία. Η άποψη αυτή συγκέντρωσε το 30,1% των απαντήσεων στην έρευνα, έναντι 35,6% τον Δεκέμβριο του 2021. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η ελευθερία του ατόμου προϋποθέτει απελευθέρωση από τη φτώχεια, ισχυρή κοινωνική προστασία και το κράτος να περιορίζει την ελευθερία των αγορών, συγκέντρωσε 64,4% των απαντήσεων, πραγματοποιώντας άλμα σε σχέση με τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας (53,3% τον Δεκέμβριο του 2021).

Ποια τάξη κυρίως δημιουργεί τον πλούτο; 

Στο εμβληματικό του έργο, Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών (1776), ο Άνταμ Σμιθ υποστήριξε ότι «η ετήσια εργασία κάθε έθνους αποτελεί την πρωταρχική πηγή από την οποία προέρχονται όλα τα αναγκαία και χρήσιμα αγαθά που καταναλώνονται από αυτό κάθε χρόνο». Το ίδιο έλεγε ο Μαρξ, που γι’ αυτόν αποτέλεσε το υπόβαθρο της θεωρίας της ταξικής εκμετάλλευσης.

Όμως, με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας του Eteron, το 46,8% της ελληνικής κοινωνίας πιστεύει σήμερα ότι είναι κυρίως οι επιχειρηματίες που δημιουργούν τον πλούτο, έναντι 29,8% που θεωρεί ότι είναι κυρίως οι εργαζόμενοι και 20,9% που δηλώνει εξίσου οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι. Μάλιστα, μεταξύ 2021 και 2026, το ποσοστό εκείνων που πιστεύουν ότι είναι κυρίως οι επιχειρηματίες που δημιουργούν τον πλούτο εκτινάχθηκε από το 36,4% στο 46,8%. Η αύξηση προδίδει την μεγάλη διείσδυση στην κοινωνία της άποψης ότι το κεφάλαιο είναι ο βασικός παραγωγικός συντελεστής και η επιχειρηματικότητα η κύρια παραγωγική δύναμη. Η άποψη αυτή διαπερνά οριζοντίως φύλα, ηλικίες, κοινωνικές τάξεις και επαγγελματικές κατηγορίες, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα της έρευνας και έχει καταστεί κυρίαρχη, με την εξαίρεση των λαϊκών τάξεων που πιστεύουν κατά πλειοψηφία ότι είναι κυρίως οι εργαζόμενοι που δημιουργούν τον πλούτο.

Τα υψηλότερα ποσοστά υπέρ των επιχειρηματιών ως παραγωγών του πλούτου εμφανίζουν οι γυναίκες (53,3%), οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες (53,4%), η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη (53%), οι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (51,2%) και οι άνεργοι (50%). Όμως, ακόμα και στους μισθωτούς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, το ποσοστό αυτών που θεωρούν ότι είναι κυρίως οι επιχειρηματίες που δημιουργούν τον πλούτο (49,4% και 43,3% αντίστοιχα) είναι  υψηλότερο από το ποσοστό εκείνων που θεωρούν ότι είναι κυρίως οι εργαζόμενοι (32,4% και 32% αντίστοιχα). Τα υψηλότερα ποσοστά υπέρ της άποψης ότι είναι κυρίως οι εργαζόμενοι που δημιουργούν τον πλούτο εμφανίζουν οι λαϊκές τάξεις, η κατώτερη μεσαία τάξη και οι νέοι 17-34 ετών (41,8%, 37,8% και 33% αντίστοιχα). 

Ποιο οικονομικό σύστημα θεωρείτε καλύτερο;

Ως προς το είδος οικονομικού συστήματος που προτιμούν, οι πολίτες διχάζονται μεταξύ αυτού που στηρίζεται περισσότερο στην ελεύθερη αγορά (41,6% απαντήσεων) και εκείνου που στηρίζεται περισσότερο στον κρατικό σχεδιασμό και την κρατική παρέμβαση στην οικονομία (48,9% απαντήσεων), με τους περισσότερους-ες να προτιμούν τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία. Η προτίμηση για ένα οικονομικό σύστημα που στηρίζεται στην ελεύθερη αγορά (market-oriented) ήταν κυρίαρχη το 2021 (52,7%). Έκτοτε αυτή μειώθηκε προς όφελος της προτίμησης για ένα σύστημα όπου το κράτος παίζει κεντρικό ρόλο (state-oriented), η οποία σήμερα είναι πλειοψηφική αλλά όχι ακόμα κυρίαρχη.

Όπως ήταν αναμενόμενο, την ισχυρότερη προτίμηση για ένα οικονομικό σύστημα με ελεύθερες αγορές εμφανίζουν σήμερα οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες (50,6%) και τα άτομα που ανήκουν στην ανώτερη ή ανώτερη μεσαία τάξη (55,3%) και τα άτομα που ανήκουν στον κεντρικό πυρήνα της μεσαίας τάξης (48,3%). Αντίθετα, τα μεγαλύτερα ποσοστά προτίμησης σε ένα οικονομικό σύστημα που στηρίζεται περισσότερο στον κρατικό σχεδιασμό και την κρατική παρέμβαση στην οικονομία εμφανίζουν οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα (59,5%), οι λαϊκές τάξεις (55,7%) και η κατώτερη μεσαία τάξη (57,9%), οι νέοι 17-34 ετών (51,8%) και οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (51,6%).

Ποιος είναι ο καλύτερος ορισμός μιας δίκαιης κοινωνίας;

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι οι Έλληνες πολίτες δεν ενστερνίζονται τις απόψεις ότι δίκαιη είναι η κοινωνία που εξασφαλίζει σε όλους ένα ελάχιστο εισόδημα και επίπεδο διαβίωσης (οικονομικός φιλελευθερισμός) ή που κατανέμει  ίσα το εισόδημα και τον πλούτο μεταξύ όλων των ατόμων (απόλυτος εξισωτισμός), που συγκεντρώνουν μόνο 4,1% και 8,1% των απαντήσεων αντίστοιχα. Αντίθετα, προκρίνουν σε ποσοστό 48,5% τον ορισμό που αναφέρεται στην κοινωνία που παρέχει στα άτομα ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες για να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους (Rawls 6, Sen 7). Με την παραλλαγή του παραπάνω ορισμού, που αναφέρεται μόνο στις ίσες ευκαιρίες χωρίς να αναφέρεται στις δυνατότητες, και κινείται σε φιλελεύθερη κατεύθυνση, συμφωνεί το 17,1%. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο του 19,3% των απαντήσεων που συγκεντρώνει ο ορισμός του Μαρξ για τη δικαιοσύνη σε μια κομμουνιστική κοινωνία: κάθε άτομο συμβάλλει στην παραγωγή του πλούτου της κοινωνίας ανάλογα με τις δυνατότητές του και εισπράττει εισόδημα και κοινωνικά αγαθά ανάλογα με τις ανάγκες του. 8

Οι γυναίκες, τα άτομα 35 ετών και άνω, οι κάτοχοι πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα άτομα που ανήκουν στην κατώτερη μεσαία τάξη και οι μισθωτοί (κυρίως του δημόσιου τομέα) δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση στον ορισμό της δίκαιης κοινωνίας που παρέχει στα άτομα ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους έναντι των ανδρών, των ατόμων μεταξύ 17-34 ετών, των κατόχων πτυχίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αυτών που ανήκουν στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις και των ελεύθερων επαγγελματιών/εργοδοτών.

Κύρια αποτελέσματα. Κυρίαρχες αντιλήψεις στην ελληνική κοινωνία: α) οι οικονομικές ανισότητες προέρχονται από το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα β) η ελευθερία του ατόμου προϋποθέτει απελευθέρωση από τη φτώχεια, ισχυρή κοινωνική προστασία και το κράτος να περιορίζει την ελευθερία των αγορών. Πλειοψηφικές αντιλήψεις στην ελληνική κοινωνία: α) τον πλούτο τον δημιουργούν οι επιχειρηματίες β) ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία είναι καλύτερος από τις ελεύθερες αγορές γ) δίκαιη είναι η κοινωνία που δίνει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες στα άτομα να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους. 

3.3 Οικονομία, δικαιοσύνη και κρατική πολιτική στην Ελλάδα

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις των πολιτών για την ελληνική οικονομία, τις κοινωνικές αδικίες, τις ταξικές ανισότητες και τις έμφυλες διακρίσεις την κατανομή του πλούτου και την πολιτική οικονομία της κρατικής πολιτικής.

Είναι η Ελλάδα μια δίκαιη χώρα για τους πολίτες της;

Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θεωρεί την Ελλάδα άδικη ή μάλλον άδικη χώρα, ενώ το ποσοστό είναι αυξημένο σε σχέση με αυτό της έρευνας του Δεκεμβρίου 2021 (80,4% έναντι 74,5%). Τα μόνα ποσοστά που είναι μεν υψηλά, αλλά έχουν σημαντική προς τα κάτω απόκλιση από τον μέσο όρο είναι αυτά της ανώτερης/ανώτερης μεσαίας τάξης (67,9%) και των συνταξιούχων (69,4%).

Οι αδικίες είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

Στην έρευνα οι ερωτώμενοι/ες κλήθηκαν να συγκρίνουν τις αδικίες στην Ελλάδα με αυτές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι απαντήσεις τους έχουν αξία ως εικασίες, διότι η σύγκριση με βάση αντικειμενικά κριτήρια απαιτεί μελέτη και γνώσεις. Τούτων δεδομένων, η συντριπτική πλειονότητά τους (84%) απάντησε ότι οι αδικίες στη χώρα μας είναι μεγαλύτερες ή μάλλον μεγαλύτερες. Το ποσοστό ήταν ελαφρά αυξημένο σε σχέση με αυτό της έρευνας του Δεκεμβρίου 2021 (82,3%). Υπάρχουν σημαντικές ταξικές διαφοροποιήσεις ως προς τα ποσοστά, με τις λαϊκές τάξεις να έχουν το υψηλότερο και τη ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη το χαμηλότερο ποσοστό.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες αδικίες;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι πολίτες θεωρούν ότι μεγαλύτερες αδικίες συνιστούν κατά σειρά τα παρακάτω φαινόμενα: 

  • Το ότι υπάρχουν εργαζόμενοι/ες με μισθούς που δεν επιτρέπουν στους ίδιους και στην οικογένειά τους να βγάλουν το μήνα και να ζήσουν αξιοπρεπώς (60,7% των επιλογών)
  • Το ότι το κόστος στέγασης είναι δυσβάσταχτο για τα άτομα και τα νοικοκυριά που μένουν στο νοίκι (57,7% των επιλογών)
  • Το ότι δεν υπάρχει αξιοκρατία (45,8% των επιλογών)
  • Το ότι κάποιοι πληρώνουν φόρους και κάποιοι ελάχιστα ή καθόλου (45,1% των επιλογών)

Την αδυναμία των εργαζομένων να βγάλουν το μήνα και να ζήσουν αξιοπρεπώς λόγω χαμηλών μισθών αξιολογούν ως πολύ μεγάλη αδικία περισσότερο οι γυναίκες, τα άτομα ηλικίας 35-54 ετών, οι λαϊκές τάξεις και η κατώτερη μεσαία τάξη, οι άνεργοι και οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα. 

Το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης για τα άτομα και τα νοικοκυριά που μένουν στο νοίκι  αξιολογούν ως πολύ μεγάλη αδικία περισσότερο τα άτομα ηλικίας 17-34 ετών και λίγο λιγότερο αυτά 35-54, τα άτομα που διαμένουν στην Αττική, οι λαϊκές τάξεις και η κατώτερη μεσαία τάξη, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και οι άνεργοι.

Το ότι δεν υπάρχει αξιοκρατία αξιολογούν ως πολύ μεγάλη αδικία περισσότερο οι άνδρες, οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες.

Το ότι κάποιοι πληρώνουν φόρους και κάποιοι ελάχιστα ή καθόλου αξιολογούν ως πολύ μεγάλη αδικία περισσότερο οι άνδρες, τα άτομα ηλικίας 35-54 ετών, οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα.

Εργασία αντίστοιχη με τα προσόντα;

Για τους εργαζόμενους, μεγάλη αδικία συνιστά το να εργάζονται σε εργασίες που δεν αντιστοιχούν καθόλου ή όχι και τόσο στα προσόντα τους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, αυτό ισχύει για το 30,2% των εργαζομένων στη χώρα μας. Το ποσοστό είναι μειωμένο σε σχέση με αυτό  του Δεκέμβριου 2021 (39,9%). Η αναντιστοιχία είναι συχνότερη στις γυναίκες, στα άτομα που ανήκουν στις λαϊκές και την κατώτερη μεσαία τάξη και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. 

Δίκαιες οικονομικές απολαβές για το ασκούμενο επάγγελμα;

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στην Ελλάδα (62,4%) αισθάνονται ότι δεν έχουν καθόλου ή όχι και τόσο δίκαιες οικονομικές απολαβές για το επάγγελμα που ασκούν, με το ποσοστό να είναι σαφώς υψηλότερο στις γυναίκες, στα άτομα 35-54 ετών, στους απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στα άτομα που ανήκουν στις λαϊκές τάξεις και στην κατώτερη μεσαία τάξη, και στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα. Το γενικό ποσοστό είναι ελαφρά μειωμένο σε σχέση με αυτό του Δεκεμβρίου 2021 (63,4%).

Δίκαιες οικονομικές απολαβές για την επαγγελματική εμπειρία και την προσπάθεια στην εργασία;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η πλειονότητα των εργαζομένων (62,8%) αισθάνονται ότι δεν έχουν καθόλου ή όχι και τόσο δίκαιες οικονομικές απολαβές για την επαγγελματική τους εμπειρία και την προσπάθεια που καταβάλλουν στην εργασία τους. Τα ποσοστά είναι υψηλότερα στις γυναίκες, στα άτομα 35-54 ετών, στους απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στα άτομα που ανήκουν στις λαϊκές τάξεις και στην κατώτερη μεσαία τάξη, και στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα.

Πόσο σημαντικές είναι οι ταξικές ανισότητες στην Ελλάδα;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας (88,1%) θεωρεί ότι οι ταξικές ανισότητες στη χώρα μας είναι πολύ ή αρκετά σημαντικές. Το ποσοστό είναι αυξημένο σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2021 (84,6%). Η παραδοχή φαίνεται να είναι καθολική και ανεξάρτητη από φύλο, ηλικία, εκπαιδευτικό επίπεδο, τόπο κατοικίας και επάγγελμα. Ακόμα και η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, που εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής της παραπάνω άποψης (79%), αυτό παραμένει πολύ υψηλό.

Κατανέμεται δίκαια ο πλούτος μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων; 

Το 81,9% του δείγματος, έναντι 84,7% το 2021, δηλώνει ότι είναι οι επιχειρηματίες που ευνοούνται από την κατανομή του πλούτου, οι οποίοι αφήνουν ελάχιστα στους εργαζόμενους. Μεταξύ των μισθωτών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και της λαϊκής και κατώτερης μεσαίας τάξης το ποσοστό είναι ακόμα υψηλότερο, διότι αυτή η ερώτηση κινητοποιεί ταξικά αντανακλαστικά. Είναι όμως αξιοσημείωτο, ότι και το 71,7% των ελεύθερων επαγγελματικών/εργοδοτών έχει την ίδια άποψη.

Ποιους ευνοεί η κρατική πολιτική σήμερα; 

Η κρατική πολιτική ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις απάντησε ένα συντριπτικό ποσοστό (82,2%) του δείγματος. Ένα άλλο 7,7% είπε ότι η κρατική πολιτική ευνοεί τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μεγέθους, ενώ μόνο  2,2% και 4,7% των ερωτώμενων αντίστοιχα απάντησαν ότι αυτή ευνοεί τους εργαζόμενους ή όλους εξίσου. Η άποψη ότι η κρατική πολιτική ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνει τη χαμηλότερη αποδοχή στην ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, στους συνταξιούχους και τα άτομα 55 ετών και άνω και στον κεντρικό πυρήνα της μεσαίας τάξης, που εμφανίζουν και τα υψηλότερα ποσοστά της άποψης ότι η κρατική πολιτική ευνοεί τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μεγέθους.

Έμφυλες διακρίσεις στην αγορά εργασίας

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αναγνωρίζει την ύπαρξη έμφυλων διακρίσεων στην αγορά εργασίας, που παράγουν έμφυλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Επίσης, οι απόψεις που αποτελούν το υπόβαθρο διακρίσεων βρίσκουν πολύ μικρή αποδοχή. Σε αυτήν την περίπτωση, εντυπωσιάζει η σχεδόν καθολική απόρριψη των διακρίσεων στην πρόσληψη και εργασία απέναντι στα ομοφυλόφιλα και τρανσεξουαλικά άτομα.

Παρ’όλ’αυτά, οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς την αναγνώριση των διακρίσεων κατά των γυναικών είναι τεράστιες. 

Ως προς την αναγνώριση των διακρίσεων, μεταξύ των πολιτών:

  • 69% θεωρούν ότι η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία είναι πολύ διαδεδομένη στους χώρους δουλειάς (γυναίκες 77,4% – άνδρες 60,4%).
  • 65,9% πιστεύουν ότι  οι γυναίκες δεν έχουν ίδιες ευκαιρίες με τους άνδρες να προσληφθούν και να καταλάβουν θέσεις που αντιστοιχούν στα προσόντα τους (γυναίκες 79,1% – άνδρες 52,4%).
  • 63,5% θεωρούν ότι οι γυναίκες πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια από τους άνδρες με τα ίδια προσόντα για να αναγνωριστούν η αξία και οι ικανότητές τους (γυναίκες 79,8% – άνδρες 46,7%).
  • 54% πιστεύουν ότι οι άνδρες δεν είναι πρόθυμοι να δεχθούν εντολές από μια γυναίκα προϊσταμένη ή διευθύντρια (γυναίκες 73% – άνδρες 35,1%).

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω νούμερα, η πλειοψηφία των ανδρών δεν δέχεται ότι οι άνδρες δεν είναι πρόθυμοι να δεχθούν εντολές από μία ιεραρχικά ανώτερη γυναίκα, ούτε ότι οι γυναίκες πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια από τους άνδρες με ίδια προσόντα για να αναγνωριστούν η αξία και  οι ικανότητές τους.

Ως προς την απόρριψη των διακρίσεων, μεταξύ των πολιτών:

  • 84,1% θεωρεί ότι τα ομοφυλόφιλα και τρανσεξουαλικά άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα στις προσλήψεις και στην εργασία τους (γυναίκες 88,6% – άνδρες 79,7%)
  • 73,6% διαφωνεί με το ότι είναι λογικό οι εργοδότες στον ιδιωτικό τομέα να αποφεύγουν να προσλάβουν γυναίκες που είναι σε ηλικία τεκνοποιίας (γυναίκες 76,3% – άνδρες 71%)
  • 62,1% διαφωνεί με το ότι  η μητρότητα μειώνει τις επιδόσεις των γυναικών στην εργασία τους, γιατί οι ευθύνες των παιδιών δεν τους επιτρέπουν να αφοσιωθούν σε αυτήν (γυναίκες 66,4% – άνδρες 57,6%).

Κύρια αποτελέσματα. Η Ελλάδα είναι μια άδικη χώρα, με μεγαλύτερες αδικίες από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Οι μεγαλύτερες αδικίες έχουν να κάνουν με το χαμηλό ύψος των μισθών, το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης, την ανυπαρξία αξιοκρατίας και την άδικη φορολογία. Το φαινόμενο της αναντιστοιχίας της εργασίας με τα προσόντα είναι πολύ εκτεταμένο, ενώ ένα πολύ υψηλό ποσοστό εργαζομένων αισθάνεται ότι οι οικονομικές του απολαβές δεν αντιστοιχούν ούτε στο ασκούμενο επάγγελμα ούτε στην επαγγελματική του εμπειρία ούτε στην προσπάθεια που καταβάλλει. Κυρίαρχες απόψεις στην ελληνική κοινωνία: α) οι ταξικές ανισότητες είναι σημαντικές β) ο πλούτος κατανέμεται άδικα υπέρ των επιχειρήσεων γ) η κρατική πολιτική ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις δ) οι διακρίσεις κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης, είναι εκτεταμένες ε) τα ομοφυλόφιλα και τρανσεξουαλικά άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα στις προσλήψεις και στην εργασία τους.

3.4 Αξιολόγηση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και κατάλληλες πολιτικές για οικονομική/κοινωνική δικαιοσύνη

Ως προς την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, η έρευνα κατέγραψε τις προτιμήσεις των πολιτών για την έκταση και την επάρκειά της και για το αν ο ιδιωτικός ή ο δημόσιος τομέας θα έπρεπε να είναι αρμόδιος για την παροχή βασικών/κοινωνικών αγαθών.  Η διερεύνηση των απόψεων των πολιτών για τις κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές περιορίστηκε στην φορολογική πολιτική, το ασφαλιστικό σύστημα και τη στεγαστική πολιτική.

Αξιολόγηση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία

Η πλειονότητα των πολιτών (60,4%) θεωρεί την κρατική παρέμβαση ανεπαρκή, επιτρέποντας στον ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος, ενώ η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή το κράτος παρεμβαίνει υπερβολικά, αποτρέποντας τον ιδιωτικό τομέα να δημιουργήσει πλούτο και θέσεις εργασίας συγκεντρώνει 31,2% των απόψεων. Η κατώτερη μεσαία τάξη, οι συνταξιούχοι, και τα άτομα 55 ετών και άνω θεωρούν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι ο γενικός πληθυσμός, ότι η κρατική παρέμβαση είναι ανεπαρκής. Αντίθετα, η (φιλελεύθερη) άποψη ότι το κράτος παρεμβαίνει υπερβολικά έχει μεγαλύτερη αποδοχή στην ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, στους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες και στους νέους 17-34 ετών, και επιπλέον μεγαλύτερη πέραση στους άνδρες απ’ ότι στις γυναίκες. 

Ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να παρέχει βασικά/κοινωνικά αγαθά;

Η υγεία, η παιδεία, η ύδρευση και η κοινωνική ασφάλιση πρέπει να είναι αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών (90,2%, 90,8%, 90,4% και 87,8%αντίστοιχα). Το ίδιο πρέπει να είναι και η ενέργεια και οι μεταφορές με λεωφορεία, μετρό και τρένο, αν και τα ποσοστά αποδοχής της άποψης αυτής είναι χαμηλότερα από τα προηγούμενα (77,5% και 72,3% αντίστοιχα). Για το σύνολο των παραπάνω βασικών/κοινωνικών αγαθών, το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν προτίμηση στην αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα έχει αυξηθεί σε σύγκριση με την πρώτη έρευνα (Δεκέμβριος 2021).

Αξίζει να τονιστεί, ότι οι πολίτες θεωρούν κατά πλειοψηφία (54,4%) ότι και το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να είναι αρμοδιότητα του δημοσίου τομέα, έναντι ενός λίγο χαμηλότερου ποσοστού (51,6%) τον Δεκέμβριο του 2021. Υπάρχουν μεγάλες ταξικές, έμφυλες και ηλικιακές διαφορές ως προς προτιμήσεις. Οι λαϊκές τάξεις και η κατώτερη μεσαία τάξη, οι γυναίκες και τα άτομα 35 ετών και άνω εκφράζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό προτίμηση για τον δημόσιο τομέα, ενώ η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, ο κεντρικός πυρήνας της μεσαίας τάξης, οι άνδρες και οι νέοι 17-34 ετών τοποθετούνται κατά πλειοψηφία υπέρ της αρμοδιότητας του ιδιωτικού τομέα  στο τραπεζικό σύστημα.

Τέλος, ως προς την αρμοδιότητα των αεροπορικών μεταφορών, τα πρωτεία έχει ο ιδιωτικός τομέας, με το ποσοστό των πολιτών που συντάσσεται με αυτήν την άποψη (56,8%) να ταυτίζεται με εκείνο της πρώτης έρευνας. Αξιοσημείωτες είναι τόσο οι ταξικές όσο και οι έμφυλες διαφορές ως προς τις προτιμήσεις, με τις λαϊκές τάξεις και τις γυναίκες να θεωρούν ότι οι αερομεταφορές θα πρέπει να είναι αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα σε ποσοστό 58,5% και 47% αντίστοιχα, ενώ η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, ο κεντρικός πυρήνας της μεσαίας τάξης και οι άνδρες να θεωρούν πλειοψηφικά (72,4%, 64,5% και 65,7% αντίστοιχα) ότι πρέπει να είναι αρμοδιότητα του ιδιωτικού τομέα.

Απόψεις για την κρατική πολιτική και την οικονομική δικαιοσύνη

Οι παρακάτω απόψεις είναι ισχυρά πλειοψηφικές στην κοινωνία: Το φορολογικό βάρος το σηκώνουν κυρίως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι (87,1%), χρειάζεται αύξηση φόρων στους πλουσίους για να υπάρξει φορολογική δικαιοσύνη (86,5%), οι άνθρωποι που προσπαθούν περισσότερο πρέπει να ανταμείβονται περισσότερο (85,7%), ενώ χωρίς ισχυρά συνδικάτα και συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν μπορούν να υπάρξουν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας (71,3%). 

Πλειοψηφικές, αλλά σε μικρότερο ποσοστό, είναι οι απόψεις ότι 

  • Δεν είναι σωστό να πληρώνει η μεσαία τάξη τα επιδόματα αλληλεγγύης στους φτωχούς (61,2%) 
  • Όταν το κράτος δίνει πολλά επιδόματα μαθαίνει τους πολίτες να μην προσπαθούν (55,6%) 
  • Οι άνεργοι θα μπορούσαν να βρουν εργασία εάν το επιθυμούσαν πραγματικά (52,8%).

Αντίθετα, μειοψηφική αλλά ισχυρή στην κοινωνία είναι η άποψη ότι όσο περισσότερες επιχειρήσεις έχουν μεγάλα κέρδη τόσο περισσότερο θα ωφεληθεί η κοινωνία (43,6%). Μάλιστα, το ποσοστό αποδοχής της έχει μειωθεί σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2021 (48,8%).

Προτιμήσεις για τη φορολογική πολιτική

Στο ερώτημα ως προς την έμφαση που πρέπει να δοθεί στη φορολογική πολιτική, το 61,9% των πολιτών προτιμούν την υψηλότερη φορολογία στα μεγάλα εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο, με στόχο να βελτιωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες και το κοινωνικό κράτος και να μειωθούν οι ανισότητες. Τα υψηλότερα ποσοστά προτίμησης για την παραπάνω άποψη εμφανίζουν οι λαϊκές και η κατώτερη μεσαία τάξη, οι συνταξιούχοι και τα άτομα 55 ετών και άνω, και οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα, ενώ τα ποσοστά των γυναικών είναι αρκετά υψηλότερα από αυτά των ανδρών. 

Αντίθετα, το 35,2% των πολιτών προτιμούν τη μείωση φόρων στις επιχειρήσεις προκειμένου αυτές να αναπτυχθούν, να κάνουν προσλήψεις και να μειωθεί η ανεργία. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες, η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη και οι νέοι 17-34 ετών εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά υπέρ της μείωσης φόρων απ’ ότι ο γενικός πληθυσμός.

Προτιμήσεις για το ασφαλιστικό σύστημα

Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών δηλώνουν υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης για σύνταξη και υγεία έναντι της ιδιωτικής (78,4% έναντι 18,2%). Κι αυτό διότι η κοινωνική ασφάλιση επιτρέπει να αντιμετωπιστούν οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι συλλογικά, στη βάση της αλληλεγγύης, ενώ τα άτομα έχουν ίση μεταχείριση ως προς τις παροχές ανάλογα με τις προϋποθέσεις και την ανάγκη. Τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής έχει αυτή η άποψη στις λαϊκές τάξεις, στους συνταξιούχους και στα άτομα 55 ετών και άνω, ενώ τα χαμηλότερα στην ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη, στους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες και στους νέους 17-34 ετών,

Προτεραιότητες της στεγαστικής πολιτικής

Οι πολίτες προκρίνουν τα χαμηλότοκα δάνεια για την αγορά πρώτης κατοικίας, με επιδότηση από το κράτος του στεγαστικού δανείου, ως το καταλληλότερο μέτρο για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος στη χώρα (56,4%). Ως δεύτερο καταλληλότερο μέτρο θεωρούν το πλαφόν στην αύξηση ενοικίων (46,8%). Ακολουθούν η κατασκευή κοινωνικών κατοικιών (38,9%) και η ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας των πολιτών από τους servicers (35,4%). Στην πρώτη προτίμηση των νέων 17-34 ετών βρίσκεται το πλαφόν στα ενοίκια και των λαϊκών τάξεων η κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Κύρια αποτελέσματα. Η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ότι η κρατική παρέμβαση είναι ανεπαρκής, επιτρέποντας στον ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος, ενώ πιστεύει ότι η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική ασφάλιση, η ύδρευση και η ενέργεια, η μεταφορές με λεωφορεία, μετρό και τρένα και το τραπεζικό σύστημα πρέπει να είναι στην αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα. Δηλώνουν επίσης ότι χρειάζεται φορολογία στα μεγάλα εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο, όχι μόνο για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης αλλά για να βελτιωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες και το κοινωνικό κράτος και να μειωθούν οι ανισότητες. Στο πεδίο της στεγαστικής πολιτικής τα χαμηλότοκα δάνεια με επιδότηση επιτοκίου για αγορά πρώτης κατοικίας συγκεντρώνουν την ισχυρότερη προτίμηση. Για τα περισσότερα ζητήματα πολιτικής υπάρχουν πολύ μεγάλες ταξικές, έμφυλες και ηλικιακές διαφορές στις απόψεις και προτιμήσεις.

3.5 Ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα και προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης

Οι απόψεις των πολιτών για τη σχέση των ιδεολογικο-πολιτικών ρευμάτων με την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης καταγράφονται  μέσω των απαντήσεων σε δύο ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν και στο ερωτηματολόγιο της πρώτης έρευνας.

Σε ποιο ιδεολογικό ρεύμα έχετε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για να προωθήσει…;

Οι πολίτες δίνουν στην κεντροαριστερά/αριστερά έναντι της κεντροδεξιάς/ δεξιάς, τεράστιο προβάδισμα εμπιστοσύνης για τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων (48% έναντι 20%) και την επέκταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (48,8% έναντι 22%), μεγάλο προβάδισμα για την προώθηση ενός δίκαιου συνταξιοδοτικού συστήματος (40,2% έναντι 23,9%) και της φορολογικής δικαιοσύνης (40,4% έναντι 24%) και μικρό προβάδισμα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα (34,8% έναντι 31,2%). Αντίθετα, εμπιστεύονται πολύ περισσότερο την κεντροδεξιά/δεξιά έναντι της κεντροαριστεράς/αριστεράς για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές (42,9% έναντι 25,6%), ενώ της δίνουν ελαφρύ προβάδισμα εμπιστοσύνης για τη μείωση του δημόσιου χρέους (34% έναντι 32,4%) και τη στήριξη των νέων επιχειρήσεων (36,2% έναντι 34,1%).

Οι λαϊκές τάξεις έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κεντροαριστερά/αριστερά για την προώθηση όλων ανεξαιρέτως των θεμάτων, ενώ η κατώτερη μεσαία τάξη ομοίως, με εξαίρεση την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές. Στον αντίποδα, η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κεντροδεξιά/δεξιά για την προώθηση όλων των θεμάτων, με εξαίρεση τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ο κεντρικός πυρήνας της μεσαίας τάξης διχάζεται μεταξύ θεμάτων οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης: εμπιστεύεται περισσότερο την κεντροδεξιά/δεξιά σε όσα σχετίζονται με την προώθηση της ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και  την κεντροαριστερά/ αριστερά ως προς την προώθηση της φορολογικής δικαιοσύνης, ενός δίκαιου συνταξιοδοτικού συστήματος και των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Τέλος, οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά εμπιστοσύνης στην κεντροαριστερά/ αριστερά απ’ ότι οι άνδρες σε όλα τα θέματα ανεξαιρέτως. Όσον αφορά τους νέους 17-34 ετών, αυτοί εμπιστεύονται περισσότερο απ’ ότι οι υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες την κεντροαριστερά/αριστερά για τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και την προώθηση της φορολογικής δικαιοσύνης, και περισσότερο την κεντροδεξιά/δεξιά για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, μεταξύ της πρώτης και της παρούσας έρευνας, τα γενικά ποσοστά των πολιτών που εκφράζουν τις παραπάνω προτιμήσεις είτε προς την κεντροαριστερά/αριστερά είτε προς την κεντροδεξιά/δεξιά έχουν ενισχυθεί. Συνακόλουθα, ενώ το ποσοστό των πολιτών που δεν εμπιστεύονται κανένα εκ των δύο ιδεολογικο-πολιτικών ρευμάτων για την προώθηση των προαναφερθέντων θεμάτων παραμένει υψηλό (από 22,7% έως 28,5%) αυτό έχει μειωθεί σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2021. Μάλιστα, είναι περισσότερο οι μεγαλύτερες ηλικίες παρά οι νέοι 17-34 ετών που απαντούν ότι δεν εμπιστεύονται κανένα ρεύμα, διαψεύδοντας την αντίληψη περί αποϊδελογικοποίησης κυρίως της νέας γενιάς.

Ποια ιδεολογική προσέγγιση εγγυάται τον συνδυασμό ισχυρότερης και δικαιότερης ανάπτυξης;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας, όπως και αυτής του Δεκεμβρίου 2021, οι πολίτες εκφράζουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην σοσιαλδημοκρατία (20,6%) και στον σοσιαλισμό (18,9%) ως προς την ικανότητά τους να προωθήσουν τον συνδυασμό ισχυρότερης και δικαιότερης ανάπτυξης, παρά στον φιλελευθερισμό (16,6%), ενώ η ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση του εθνικισμού, του κομμουνισμού, του νεοφιλελευθερισμού, της οικολογίας και του συντηρητισμού συγκεντρώνουν πολύ μικρά ποσοστά εμπιστοσύνης. 

Ισχυρότερη προτίμηση για τον φιλελευθερισμό εκδηλώνουν η ανώτερη/ανώτερη μεσαία και ο κεντρικός πυρήνας της μεσαίας τάξης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες/ εργοδότες και οι συνταξιούχοι. Αλλά και σε αυτές τις κατηγορίες, το άθροισμα των προτιμήσεων είναι υπέρ της σοσιαλδημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Τόσο η σοσιαλδημοκρατία όσο και ο σοσιαλισμός συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά τους στα άτομα 55 ετών και άνω, στους συνταξιούχους και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι γυναίκες έχουν ελαφρά υψηλότερη προτίμηση στον στη σοσιαλδημοκρατία και τον σοσιαλισμό και χαμηλότερη στον φιλελευθερισμό απ’ ότι οι άνδρες. Ο κομμουνισμός εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά προτίμησης ως εγγυητής της ισχυρής και δίκαιης ανάπτυξης στους νέους 17-34 και στις λαϊκές τάξεις, αν και αυτά είναι χαμηλά (6,4% και 9,4% αντίστοιχα) και, πάντως, πολύ χαμηλότερα από αυτά της σοσιαλδημοκρατίας και του σοσιαλισμού στους νέους (18,1% και 15,8% αντίστοιχα) και στις λαϊκές τάξεις (16,1% και 18,2% αντίστοιχα).

Ένα πολύ σημαντικό ποσοστό πολιτών (21,4% αθροιστικά) δηλώνουν ότι είτε δεν εμπιστεύονται καμία ιδεολογική προσέγγιση είτε δεν γνωρίζουν ή/και δεν απαντούν. Ανέρχεται στο 46,2% στους ανέργους, στο 27,7% στις ηλικίες 35-54 ετών και στο 26,4% στους νέους 17-34 ετών και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, ενώ είναι υψηλό στις γυναίκες (25,5%) και χαμηλό στους άνδρες (17,1%). 

Το γενικό ποσοστό είναι μειωμένο σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2021 (25,9%) και οφείλεται σε μια τάση «ιδεολογικοποίησης» και «πολιτικοποίησης» της προσέγγισης των πολιτών για την ανάπτυξη στο διάστημα αυτό. Έτσι, η μείωση του ποσοστού τροφοδότησε την αύξηση των ποσοστών όλων των ιδεολογικών ρευμάτων, πλην νεοφιλελευθερισμού και οικολογίας, στις απόψεις των πολιτών για το ποιο από αυτά εγγυάται μια ισχυρότερη και δικαιότερη ανάπτυξη.

Κύρια αποτελέσματα. Η κεντροαριστερά/αριστερά συγκεντρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών κυρίως για την προώθηση της δικαιοσύνης, ενώ η κεντροδεξιά/δεξιά για την προώθηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας. Στα ζητήματα αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και μείωσης του δημόσιου χρέους η εμπιστοσύνη των πολιτών είναι περισσότερο μοιρασμένη. Ως προς τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που εγγυώνται τον συνδυασμό ισχυρότερης και δικαιότερης ανάπτυξης η σοσιαλδημοκρατία και ο σοσιαλισμός είναι κατά σειρά οι επικρατέστερες, με τον φιλελευθερισμό να ακολουθεί. Ωστόσο, το ποσοστό των πολιτών που δεν εμπιστεύονται κανένα ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα ή προσέγγιση παραμένει υψηλό, αν και έχει μειωθεί από τον Δεκέμβριο του 2021.

4. Γενικότερα σχόλια και συμπεράσματα

Σ’ αυτήν την τελευταία ενότητα απαντούμε στο κεντρικό ερώτημα της έρευνας και σχολιάζουμε τα αποτελέσματά της από μια ευρύτερη οπτική γωνία.

Όσον αφορά το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα, τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της τάσης ενίσχυσης των κρατικο-κεντρικών ιδεών. Αυτές είναι υπέρ της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία για τον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων και των κοινωνικών αδικιών, δεδομένου ότι το 80-90% της ελληνικής κοινωνίας θεωρεί ότι οι ταξικές ανισότητες είναι σημαντικές στη χώρα, ότι από την κατανομή του πλούτου επωφελείται το κεφάλαιο εις βάρος των εργαζόμενων και ότι οι αδικίες στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι όλες οι παραπάνω απόψεις εμφανίζονται ενισχυμένες σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2021 και ότι στο ερώτημα για το ταξικό πρόσημο της κρατικής πολιτικής, το 82% απάντησε ότι αυτή ευνοεί κυρίως τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων, τότε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων μεταξύ 2021 και 2026 δεν έχει αποσπάσει από τους πολίτες ευρεία αποδοχή. Αντίθετα, οι συνέπειες αυτής της πολιτικής έχουν ενισχύσει τις κρατικο-κεντρικές οικονομικές ιδέες και το προβάδισμα εμπιστοσύνης των πολιτών στις ιδεολογικο-πολιτικές προσεγγίσεις της σοσιαλδημοκρατίας και του σοσιαλισμού έναντι του οικονομικού φιλελευθερισμού, ως προς την ικανότητά τους να εγγυηθούν τον συνδυασμό ισχυρότερης και δικαιότερης ανάπτυξης. Μεταξύ Δεκεμβρίου 2021 και Απριλίου 2026, η σοσιαλδημοκρατία και ο σοσιαλισμός αύξησαν από κοινού το ποσοστό εμπιστοσύνης των πολιτών κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ ο οικονομικός φιλελευθερισμός κατά μία μονάδα, αντλώντας και τα τρία ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα από τη δεξαμενή αυτών που δήλωναν το 2021 ότι δεν είχαν εμπιστοσύνη σε καμία ιδεολογική προσέγγιση ή αγνοούσαν τις προτάσεις τους.

Δύο γενικότερα σχόλια μπορούν να εμπλουτίσουν τα παραπάνω συμπεράσματα. Καταρχήν, στα αποτελέσματα της έρευνας που αφορούν την επιθυμητή έκταση της κρατικής παρέμβασης και τα κατάλληλα είδη πολιτικής είναι πρόδηλη η ταξική διαφοροποίηση ως προς στις προτιμήσεις οικονομικά φιλελεύθερων και κρατικο-κεντρικών ιδεών, με την ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη και τους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες να εκφράζουν συστηματικά και σε υψηλά ποσοστά οικονομικά φιλελεύθερες ιδέες και τις λαϊκές τάξεις και την κατώτερη μεσαία τάξη συστηματικά και σε υψηλά ποσοστά κρατικο-κεντρικές. Προφανώς η ταξική διαφοροποίηση απόψεων έχει να κάνει με μακροχρόνιες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες 9, αλλά το ταξικό πρόσημο της κρατικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια και το ιδεολογικό της υπόβαθρο έχουν παίξει αναμφίβολα ρόλο.

Διαφοροποίηση στα ποσοστά αποδοχής των οικονομικά φιλελεύθερων και των κρατικο-κεντρικών απόψεων και προτάσεων πολιτικής παρατηρείται και μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι άνδρες εκφράζονται κατά κανόνα σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι οι γυναίκες υπέρ των πρώτων απόψεων και προτάσεων, ενώ οι γυναίκες υπέρ των δεύτερων, κάτι που συναρτάται με τις έμφυλες διακρίσεις στην αγορά εργασίας και την κατώτερη οικονομική και κοινωνική θέση των γυναικών έναντι των ανδρών. Από τα αποτελέσματα της έρευνας για τις έμφυλες διακρίσεις στην αγορά εργασίας προκύπτει, ότι ένα  πολύ μεγάλο μέρος των ανδρών και ένα πολύ μικρότερο μέρος των γυναικών δεν αναγνωρίζουν βασικές εκφάνσεις των έμφυλων διακρίσεων στην αγορά εργασίας, αν και φαίνονται πιο εξοικειωμένοι-ες και απορρίπτουν πλειοψηφικά όσες διακρίσεις κατά των γυναικών συνδέονται με την μητρότητα. Μια επόμενη έρευνα θα μπορούσε να εξετάσει την εξέλιξη των παραπάνω απόψεων καθώς και πιο σύνθετα ζητήματα στο συγκεκριμένο πεδίο.

Δεύτερο σχόλιο. Οι παραπάνω διαπιστώσεις αποτελούν τη μισή αλήθεια, διότι οι ιδέες, αξίες, αντιλήψεις, απόψεις και προτιμήσεις των ατόμων δεν υπάγονται σε ταξικό, έμφυλο, ηλικιακό ή άλλο ντετερμινισμό. Όπως και τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας, έτσι και αυτά της παρούσας αποκαλύπτουν ότι επικρατεί ένα μίγμα οικονομικά φιλελεύθερων και κρατικο-κεντρικών ιδεών, αντιλήψεων, απόψεων και προτιμήσεων όχι μόνο μεταξύ αλλά και εντός όλων των κοινωνικών κατηγοριών. Για παράδειγμα, η ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη και οι ελεύθεροι επαγγελματίες/εργοδότες είναι υπέρμαχοι οικονομικά φιλελεύθερων ιδεών και απόψεων.  Αυτό δεν τους εμποδίζει να θεωρούν, σε ποσοστά 80-95%, ότι η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση και η ύδρευση θα πρέπει να είναι αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα της οικονομίας, σε ποσοστά 70% και 78%, ότι είναι επιβεβλημένο να αυξηθούν οι φόροι στους πλούσιους για να υπάρχει φορολογική δικαιοσύνη και να ενισχυθούν οι πιο αδύναμοι και, σε ποσοστά 55% και 59%, ότι το κράτος δεν παρεμβαίνει αρκετά, αφήνοντας ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος.

Ιδεολογικό μίγμα και αντιφατικές απόψεις παρατηρούνται και στο εσωτερικό άλλων κοινωνικών κατηγοριών. Για παράδειγμα, παρόλο που οι μισθωτοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υποστηρίζουν κατά 89% και 86% αντίστοιχα, ότι στην κατανομή του πλούτου ευνοούνται οι επιχειρηματίες και αφήνουν ελάχιστα στους εργαζόμενους, ταυτόχρονα θεωρούν πλειοψηφικά ότι είναι κυρίως οι επιχειρηματίες παρά οι εργαζόμενοι που δημιουργούν τον πλούτο της κοινωνίας. Οι νέοι 17-34 ετών, ενώ εργάζονται στις πιο χαμηλόμισθες θέσεις στην οικονομία, είναι σε μεγαλύτερο ποσοστό ικανοποιημένοι από την προσωπική τους κατάσταση από τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας: 47% έναντι 34%. Επίσης, ενώ είναι πλειοψηφικά υπέρ ενός οικονομικού συστήματος που στηρίζεται στον κρατικό σχεδιασμό και την κρατική παρέμβαση στην οικονομία και στην πρώτη προτίμησή τους ως προς τα μέτρα στεγαστικής πολιτικής βρίσκεται το πλαφόν στα ενοίκια, παράλληλα εμφανίζουν πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο ποσοστό προτίμησης στη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και θεωρούν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι τα άτομα των μεγαλύτερων ηλικιών ότι το κράτος παρεμβαίνει υπερβολικά και εμποδίζει τον ιδιωτικό τομέα να παράγει πλούτο και θέσεις εργασίας.  

Τέλος, ως προς την εμπιστοσύνη των πολιτών στα ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τα κύρια συμπεράσματα με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας είναι τα εξής: Η κεντροαριστερά/αριστερά συγκεντρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών για την μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ η κεντροδεξιά/δεξιά την εμπιστοσύνη τους για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Όσον αφορά την ισχυρότερη και δικαιότερη ανάπτυξη, οι πολίτες εμπιστεύονται περισσότερο τη σοσιαλδημοκρατία και τον σοσιαλισμό παρά τον φιλελευθερισμό και τον νεοφιλελευθερισμό για να προωθήσουν τον συνδυασμό τους.

  1. Μοσχονάς, Γ. (2022). Μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και κράτους – Η αμφίρροπη ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας. https://eteron.org/metaxy-neofileleytherismoy-kai-kratoys-i-amfirropi-taytotita-tis-ellinikis-koinonias/[]
  2. Μοσχονάς, ό.π.[]
  3. Για την πλήρη επισκόπηση της συζήτησης βλ. Καραμεσίνη, Μ. (2019). Ανισότητες: η μεγάλη πρόκληση. Στο Καραμεσίνη, Μ. (Επιμ.) Ανισότητες, νεοφιλελευθερισμός και ευρωπαϊκή ενοποίηση. Προοδευτικές απαντήσεις (σελ. 17-63). Νήσος. https://poulantzas.gr/ekdoseis/anisotites-neofileleftherismos-ke-e/[]
  4. Karamessini, M. (2024). Social divergences and the erosion of social cohesion in the EU. Is the reform of EU fiscal rules and economic governance fit for purpose? EuroMemo Group. Discussion Paper Series No. 01/2024. https://euromemo.eu/wp-content/uploads/2024/02/Karamessini-Disc-Paper.pdf[]
  5. Η έννοια της «πολυκρίσης» έγινε διεθνώς γνωστή το 2023 από τον ιστορικό Adam Tooze, που την χρησιμοποίησε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Ο Tooze δανείστηκε τον όρο από τον Edgar Morin για να περιγράψει την αλληλεπίδραση διακριτών κρίσεων που συνυπάρχουν κάποια δεδομένη στιγμή και αλληλοτροφοδοτούνται, διογκώνοντας η μία την άλλη. Την εποχή εκείνη επρόκειτο για την αλληλεπίδραση της πανδημίας του Covid-19, της ενεργειακής κρίσης και της κρίσης του κόστους ζωής, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, με την κλιματική κρίση. Βλ. https://www.weforum.org/stories/2023/03/polycrisis-adam-tooze-historian-explains/[]
  6. Rawls, J. (2001). Justice as Fairness. A Restatement. President and Fellows of Harvard College (ελλ. μτφ. H δίκαιη κοινωνία. Η Δικαιοσύνη ως Ακριβοδικία. Μια Αναδιατύπωση. Εκδόσεις Πόλις, 2006).[]
  7. Sen, A. (1999). Development as Freedom. Oxford University Press.[]
  8. Μαρξ, Κ. (1875). Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Σύγχρονη Εποχή.[]
  9. Μαραντζίδης και Σιάκας, όπως αναφέρονται από τον Μοσχονά, ό.π.[]
Πολιτική Cookies