PROJECT: Youth - Voice On

PROJECT: Youth - Voice On

Κλείσιμο
Project: Youth - Voice On
  • Σχετικά με το project

    To project “Youth – Voice On” αποτελεί συνέχεια του “Gen Z – Voice On” διευρύνοντας το πεδίο αναφοράς της έρευνας και των πρωτοβουλιών μας σε ένα μεγαλύτερο ηλικιακό εύρος νέων 17 – 34 ετών.

    Στόχος του project είναι να σκιαγραφήσουμε το προφίλ της νέας γενιάς, καταγράφοντας, αναλύοντας και συζητώντας τις τοποθετήσεις των νέων σε μια σειρά από πολιτικά, αξιακά και ιδεολογικά ζητήματα, όπως: θεσμοί, δημοκρατία, οικονομία, μεταναστευτικό, έμφυλα ζητήματα και προσδοκίες για το μέλλον.

    Μέσα από έρευνα, δικτύωση και συμμετοχικές πρωτοβουλίες, στόχος μας είναι να ενδυναμώσουμε τις φωνές της νέας γενιάς και να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά και τις αντιλήψεις τους, τα συναισθήματα και την πολιτική τους συμμετοχή.

  • Ερευνητικό υλικό
  • Ταυτότητα

    Το project ξεκίνησε τον Μάιο του 2023.
    Επικοινωνία: costas.gousis@eteron.org

  • Συντελεστές/τριες
το παράδοξο της «νέας γενιάς»

Χαμηλές προσδοκίες, υψηλές απαιτήσεις: το παράδοξο της «νέας γενιάς»

Υπάρχει λοιπόν «γενιά των Τεμπών»; Μετά το πρόσφατο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα, ξανατέθηκε στη δημόσια συζήτηση το ερώτημα για τα χαρακτηριστικά, τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τις αξιακές επιλογές της διαρκώς ζητούμενης και μονίμως ανεύρετης «νέας γενιάς».

Τα νερά της παραμένουν αχαρτογράφητα, αλλά όχι όσο στο παρελθόν. Η επίπονη συγκυρία των Τεμπών επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα, που δεν είναι απλώς συγκυριακό. Διαθέτουμε πια όχι μόνο έναν όλο και πιο πλούσιο διάλογο αλλά και αυξανόμενα ερευνητικά δεδομένα για το τι είναι και τι μπορεί να θέλει αυτό που αποκαλούμε «νεολαία» στην Ελλάδα σήμερα – είτε στη γενική της πρόσληψη είτε όσον αφορά το προφίλ συγκεκριμένων γενεών, όπως οι millennials και η gen Z.

To project «Youth – Voice On» διευρύνει τη σκόπευση της προηγούμενης έρευνας «Gen Z – Voice On», διερευνώντας στάσεις και αντιλήψεις σε ένα μεγαλύτερο ηλικιακό φάσμα (17-34 ετών), σε μια ευρύτερη εννοιολόγηση της «νεολαίας». Το γεγονός ότι συνέπεσε σχεδόν με τις εκλογές του Μαΐου του προσδίδει προστιθέμενη αξία, καθώς μπορεί κανείς να συγκρίνει λ.χ. τα κυρίαρχα συναισθήματα σε σχέση με το δυστύχημα στα Τέμπη (οργή: 43,7%) με την πραγματική εκλογική συμπεριφορά των νεότερων, όπως αποτυπώθηκε τουλάχιστον στα exit polls. Δεν είναι το αντικείμενό μας εδώ, ωστόσο ας επιτραπεί μια προκαταβολική παρατήρηση που μπορεί να φωτίσει καλύτερα όσα θα υποστηρίξουμε στη συνέχεια.

Η οργή αυτή δεν φαίνεται να μεταφράστηκε αυτόματα σε μια αντικυβερνητική ψήφο, αφού η ΝΔ συγκράτησε ή ακόμη και ενίσχυσε τη διείσδυσή της σε νεανικά στρώματα (π.χ. στις ηλικίες 17-24), ενώ τις μεγαλύτερες απώλειες υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο οι γενιές αυτές θεωρούνταν, και όχι εντελώς άδικα, προνομιακό ακροατήριο. Μάλιστα, φαίνεται να ευνοήθηκε σχεδόν ολόκληρη η υπόλοιπη Αριστερά/Κεντροαριστερά (από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και το ΚΚΕ μέχρι το Μέρα25 και την πιο ακατάτακτη Πλεύση Ελευθερίας), ενώ τροφοδοτήθηκαν επίσης στα δεξιά η Ελληνική Λύση αλλά και η Νίκη.

Η στιγμιαία αυτή εκλογική εικόνα θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα. Σύμφωνοι, τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλεί ένα ηθικό σοκ δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολιτική ταυτότητα. Θα πει κανείς ότι χρειάζονται και οδοί πολιτικής διαμεσολάβησης, αναγκαίες και ικανές κοινωνικές συνθήκες που θα το επιτρέψουν. Ταυτόχρονα όμως, κάτι ακόμα φαίνεται να λείπει από την εικόνα. Όπως ξέρουμε, από τον Αντόνιο Γκράμσι, οι εκλογές είναι μια στιγμή η οποία ωστόσο συμπυκνώνει και αποκρυσταλλώνει τάσεις που αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Μήπως λοιπόν οι πιο μακρόσυρτες διαδικασίες σφυρηλάτησης ταυτότητας εξηγούν καλύτερα το τι είναι και τι θέλει η «νέα γενιά» απ’ ό,τι ορισμένα επεισόδια, όσο κι αν είναι δραματικά και φορτισμένα;

Αν θέσουμε έτσι το ερώτημα, και το σκεφτούμε πέρα από την εκλογική συγκυρία, η έρευνα του Eteron μας δίνει ορισμένα πολύ χρήσιμα στοιχεία ή έστω ενδείξεις. Ας το συνοψίσουμε εξαρχής κάπως προκλητικά: η εικόνα για τους νέους και νέες 17-34 ετών στην Ελλάδα σήμερα δείχνει στην κατεύθυνση μιας νεολαίας η οποία έχει χαμηλές προσδοκίες και μεγάλες ματαιώσεις, την ίδια στιγμή που είναι περισσότερο απαιτητική απ’ όσο καμιά φορά θεωρούν οι επίδοξοι πολιτικοί εκφραστές της. Μπορεί να ακούγεται παράδοξο, όμως δεν είναι.

***

Ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό στοιχείο αυτής της ακτινογραφίας των νέων, που πηγαίνει πέραν της άμεσης εκλογικής συγκυρίας, είναι η αποτύπωση των ιδεολογικών τους στάσεων. Από την ασταθή και υπό διαμόρφωση πολιτικοποίηση της πρώτης μετεφηβικής ηλικίας μέχρι την κατασταλαγμένη εν πολλοίς ταυτότητα των τριαντάρηδων, φαίνεται να επιβεβαιώνεται ότι η ελληνική «νεολαία» κινείται σε μια μάλλον προοδευτική παρά συντηρητική ιδεολογική τροχιά.

Πράγματι, οι κυρίαρχες ταυτίσεις με κάποιο ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα είναι με τη σοσιαλδημοκρατία (12,4%) και τον δημοκρατικό σοσιαλισμό (14,7%) και πολύ λιγότερο με τον νεοφιλελευθερισμό (4,3%) ή τον εθνικισμό (5,6%), αλλά και τις πιο «σκληρά» ιδεολογικές κατηγορίες του κομμουνισμού (5,1%) ή του αναρχισμού (3,4%). Το εύρημα αυτό μπορεί να διαβαστεί σε συνάρτηση με εκείνο της προηγούμενης έρευνας «Gen Z Voice On», στην οποία, όπως και σε άλλες έρευνες για τις νεότερες γενιές, είδαμε ότι η γενιά Ζ τείνει να τοποθετείται περισσότερο στα αριστερά του Κέντρου παρά στα δεξιά, με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στις θέσεις 4 (10,2%) και 5 (14,8%) της κλίμακας Αριστερά-Δεξιά.

Εδώ όμως χρειάζεται να τονιστεί και ένα ακόμη στοιχείο. Δεν είναι ασήμαντη η παρουσία της επιλογής «φιλελευθερισμός» (11,3%) και κυρίως μια μεγάλη μερίδα, πάνω από 1 στους 5, που δηλώνει «καμία ιδεολογία, πιστεύω στο άτομο». Αν υποθέσουμε ότι το πρώτο αναφέρεται σε μια φιλελεύθερη παράδοση που δίνει έμφαση στα ατομικά δικαιώματα και το δεύτερο σε ένα στοιχείο έντονης εξατομίκευσης, τότε θα πρέπει να συμπληρώσουμε την εικόνα. Η ελληνική νεολαία σήμερα δεν είναι «ατομικιστική»· είναι όμως, όπως είναι και οι νέοι/ες στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο εν γένει, έντονα εξατομικευμένη, δίνει ιδιαίτερη αξία στη δυνατότητα –ή την ελευθερία– να φιλοτεχνεί ο καθένας και η καθεμία την ατομική του/της βιογραφία, σε ένα πλαίσιο όπου τα ανθρώπινα και ατομικά δικαιώματα βαραίνουν. Συνεπώς, προοδευτική ταυτότητα, με δημοκρατία και δικαιώματα, ενάντια σε κάθε αυταρχισμό.

Η άλλη όψη της ίδιας εικόνας είναι η απόσταση, η καχυποψία απέναντι στους θεσμούς και την οργανωμένη πολιτική εκπροσώπηση. Δεν είναι φυσικά έκπληξη ότι το 88,5% δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα. Αυτό το πάγιο και εμπεδωμένο υπόστρωμα μη εμπιστοσύνης εκφράζεται και με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών: το 72,7% δηλώνει ότι το δυστύχημα επηρέασε την άποψή του για όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα. Ίσως εδώ να βρίσκεται μια πιο ικανοποιητική εξήγηση γιατί το τραγικό συμβάν δεν επηρέασε ιδιαίτερα την τελική επιλογή των νέων στην κάλπη: κανείς, τουλάχιστον από τους πολιτικούς φορείς που ενδιαφέρονται για τη διακυβέρνηση της χώρας, δεν είναι «θωρακισμένος» απέναντι στην καχυποψία των νέων. Και αυτό είναι μια μακρά και ριζωμένη τάση, με σαφείς πολιτικές συνέπειες.

Ακόμη περισσότερο, το δυστύχημα των Τεμπών ανέδειξε μια όχι συγκυριακή αλλά μάλλον μονιμότερη ματαίωση των νέων από το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας – ματαίωση η οποία δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι απλώς ήρθε στην επιφάνεια με το σιδηροδρομικό δυστύχημα αλλά έχει ρίζες τουλάχιστον στα γεγονότα της περασμένης δεκαετίας. Οι 8 στους 10 αμφισβητούν την αξιοπιστία του κράτους, αλλά και σχεδόν το ίδιο συντριπτικό ποσοστό (77,3%) είδε την άποψή του για το μέλλον της χώρας να επηρεάζεται, προφανώς επί τα χείρω. Λιγότεροι, αλλά και πάλι η πλειονότητα, επηρεάστηκαν ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις (64,2%), δηλαδή ένα μείζον κομμάτι δημόσιας πολιτικής για το οποίο τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια εθελούσια ή εξαναγκασμένη συναίνεση.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η άποψη πως το σιδηροδρομικό δίκτυο πρέπει να επανακρατικοποιηθεί πλειοψηφεί εν θερμώ μόνο σε μία από τις παραπάνω κρίσιμες ιδεολογικές στάσεις (52% σε όσους τοποθετούνται στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, αλλά 42,6% στη σοσιαλδημοκρατία, 26,5% στον φιλελευθερισμό και 29,7% σε όσους δηλώνουν «καμία ιδεολογία, πιστεύω στο ατομο») ενδέχεται να υποδεικνύει μια πεποίθηση ότι οι λύσεις σε σύνθετα προβλήματα είναι και αυτές σύνθετες.

Συνοψίζοντας: η λέξη-κλειδί είναι η ματαίωση των προσδοκιών από το πολιτικό σύστημα, το κράτος (δηλαδή τον μηχανισμό που κατά το κοινωνικό μας συμβόλαιο έχει αναλάβει να προσφέρει προστασία στους πολίτες και τη δυνατότητα να αναπτύσσουν τις επιδιώξεις τους σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και δικαιωμάτων), το ορατό μέλλον. Γι’ αυτό, στο ερώτημα «τι να κάνουμε» η απάντηση που δίνεται συντριπτικά είναι από τη μεριά της εξατομίκευσης: η ζωή μας μπορεί να βελτιωθεί πρωτίστως με την προσωπική προσπάθεια (66,2%) – όχι όμως από τη μεριά του ατομισμού, καθώς η αντίληψη ότι η ζωή αλλάζει με δικτυώσεις και καλές γνωριμίες συγκινεί μόνο το 24,1%. Ταυτόχρονα, βέβαια, δεν είναι ασήμαντη και η αμιγώς πολιτική διάσταση, αφού η ψήφος (35,5%) και η συλλογική δράση (33,2%) παραμένουν όχι ευκαταφρόνητες διαστάσεις της βελτίωσης των όρων ζωής.

***

Δίπλα στην εμφανή έννοια της ματαίωσης, ωστόσο, υπάρχει η πιο υπόρρητη έννοια της απαιτητικότητας. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τη ματαίωση (μόνο) ως παραίτηση. Ενδεχομένως, έχει και μια αντίστροφη επίδραση. Αυτή η εξατομικευμένη, φιλελεύθερη, προοδευτική εν πολλοίς νεολαία διαμόρφωσε την ταυτότητά της σε ένα περιβάλλον διαρκών κρίσεων (permacrisis), σε έναν ορίζοντα διεθνώς χαμηλών προσδοκιών για το μέλλον. Η ελληνική κατάσταση, μετά την αποπτώχευση της κρίσης (σε όρους όχι μόνο υλικούς αλλά και θεσμικούς, εργασιακούς, πολιτισμικούς), αλλά και τις ασύμμετρες κοινωνικές συνέπειες της γεωπολιτικής αστάθειας ή της πανδημίας, επιτείνει τις διαψεύσεις.

Την ίδια στιγμή όμως, μια γενιά που αξιοδοτεί υψηλά τη δημοκρατία, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, τη δυνατότητα να διαμορφώνει ο καθένας και η καθεμιά ένα προσωπικό μονοπάτι, είναι ταυτόχρονα μια γενιά απαιτητική, που εκφράζει το αίτημα για σοβαρή και συνεκτική πολιτική εκπροσώπηση αν είναι να εμπιστευθεί ξανά το πολιτικό σύστημα – και ειδικά τις προοδευτικές δυνάμεις που ανταποκρίνονται στο ιδεολογικό της προφίλ. Οι νέοι και οι νέες έχουν απαιτήσεις από την εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο, από την εργασιακή ζωή, από το πεδίο της κουλτούρας (ακόμη και από την ποιότητα των προεκλογικών σποτ στο Tik Tok, που μπορεί να τους κριντζάρουν αλλά εκτιμώνται όταν είναι ωραία και προσεγμένα).

Τα αιτήματα, δε, είναι καταγεγραμμένα: κλιματική κρίση, έμφυλες ταυτότητες, αξιοπρεπής εργασία, δημοκρατία και όχι αυταρχισμός. Ας επικαλεστούμε, επιπρόσθετα, τα στοιχεία από το Ευρωβαρόμετρο Flash 502 «Η νεολαία και η δημοκρατία στο Ευρωπαϊκό Έτος Νεολαίας», που διεξήχθη το 2022 σε ανθρώπους ηλικίας 15-30 ετών και αφορά το εθνικό και ταυτόχρονα το υπερεθνικό/ευρωπαϊκό πλαίσιο της συζήτησης. Στο ερώτημα «Τι προσδοκάς από την ΕΕ για τη γενιά σου;», ανάμεσα στις πολλές διαθέσιμες απαντήσεις οι τέσσερις κορυφαίες για τους νέους και νέες της Ελλάδας ήταν ειρήνη και διεθνής συνεργασία (42% έναντι 37% στον μέσο όρο ΕΕ), ευκαιρίες αξιοπρεπούς απασχόλησης (45% έναντι 33%), καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων (46% έναντι 33%) και της κλιματικής αλλαγής (34% έναντι 31%).

Το ερώτημα, εν τέλει, είναι πώς θα μπορέσει να διαμορφωθεί μια σχέση πολιτικής εκπροσώπησης αυτής της προοδευτικής, φιλελεύθερης, «δικαιωματικής», ματαιωμένης και συνάμα απαιτητικής γενιάς – ειδικά από εκείνους τους πολιτικούς παίκτες που βρίσκονται πιο κοντά της αλλά θα πρέπει να πάψουν να τη θεωρούν δεδομένη. Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, αφού οι άνθρωποι που διατυπώνουν το ερώτημα, το αίτημα δηλαδή, είναι πιο απαιτητικοί απ’ όσο συχνά θεωρείται. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί στο εξής να παρακάμψει αυτό το (όχι αποκλειστικά ελληνικό) παράδοξο.