Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο

«Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω»: μια χαρτογράφηση του κοινωνικού σώματος στην Ελλάδα

Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση της σκέψης των πολιτών για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Αξίζει τον κόπο να την διαβάσει κανείς με προσοχή καθώς πρόκειται για ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για όποιον ενδιαφέρεται για τον δημόσιο βίο. Το δικό μου σχόλιο είναι το αποτέλεσμα μιας πρώτης ανάγνωσης μέσα από την οπτική της κοινωνικής και πολιτικής ψυχολογίας. Σίγουρα πολλά πράγματα θα μπορούσαν να ειπωθούν πάνω στο πολύ πλούσιο υλικό. Εγώ θα εστιάσω εδώ σε κάποια σημεία που τράβηξαν την προσοχή μου.

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι το σώμα των συμμετεχόντων είναι σχεδόν μοιρασμένο όσον αφορά την ικανοποίηση από όσα συμβαίνουν στη ζωή τους. Σε μια περίοδο που η πανδημία εκτός των άλλων έχει ανατρέψει τον τρόπο που αντιμετωπίζαμε τη ζωή θα έλεγε κανείς ότι είναι μια αισιόδοξη εικόνα το ότι το 55.8% είναι μάλλον ή πολύ ικανοποιημένοι. Αξίζει όμως να δούμε με πιο προσοχή ποιοι είναι αυτοί που συμβάλλουν στην αισιόδοξη αυτή αντίληψη. Καταρχάς αυτοί που είναι πιο ικανοποιημένοι είναι οι νεότεροι (17-34) και οι μεγαλύτεροι (65+). Έχει ίσως μια σημασία ότι σε σχέση με την ηλικία οι πολίτες 45-54 ετών είναι οι λιγότερο ικανοποιημένοι (42.1%). Είναι μια ομάδα που νομίζω θα ήταν χρήσιμο να παρακολουθήσει κανείς με προσοχή.

Πιο ικανοποιημένοι είναι αυτοί που αυτοπροσδιορίζονται ως ανήκοντες στις ανώτερες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις, ενώ σε πολύ χειρότερη θέση από το μέσο όρο ικανοποίησης βρίσκονται εκείνοι που αυτοτοποθετούνται στα κατώτερα μεσαία στρώματα ή στις λαϊκές τάξεις (38.5 και 27.3% αντίστοιχα) και δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι το ίδιο κάνουν και οι άνεργοι (29.2%).

Τα ποσοστά ικανοποίησης αντιστρέφονται όταν ερωτώνται για την προσωπική οικονομική τους κατάσταση, όπου ικανοποιημένοι δηλώνουν το 42.2% έναντι 57.3 % των συμμετεχόντων. Εδώ και πάλι οι 45-54 ετών είναι οι λιγότερο ικανοποιημένοι (28.4%) καθώς και οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως κατώτερα μεσαία ή λαϊκά στρώματα, με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης (21.3% και 9.5% αντίστοιχα) όπως επίσης οι άνεργοι, οι αγρότες και όσοι-ες ασχολούνται με οικιακά. Αντίθετα οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως ανήκοντες στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα σε ποσοστό άνω του 80% είναι ικανοποιημένοι. Τα ποσοστά αυτά φαίνονται και ανάλογα με το μηνιαίο εισόδημα που δηλώνουν.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα αποτελέσματα αυτά είναι κοινότυπα. Νομίζω, εντούτοις, ότι έχουν μια σημασία γιατί αποτυπώνεται η ταξική εικόνα της Ελληνικής κοινωνίας χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό ότι υπάρχει και ταξική συνείδηση των πολιτών. Όσον αφορά στο θέμα της οικονομικής ανισότητας οι πολίτες είναι κατηγορηματικοί. Κατά 84.6% θεωρούν ότι οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα σήμερα είναι σημαντικές, κατά 62.5% ότι δεν συνδέονται με τη βαθύτερη φύση του ανθρώπου αλλά με το κοινωνικό σύστημα που τις προκαλεί, ότι μια από τις μεγαλύτερες αδικίες στη χώρα είναι πως υπάρχουν εργαζόμενοι με μισθούς που δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν αυτοί και η οικογένειά τους αξιοπρεπώς (41.3%), και κατά 84.5% ότι οι επιχειρηματίες ευνοούνται και αφήνουν ελάχιστα στους εργαζόμενους. Στην κοινωνιοψυχολογική γραμματεία υπάρχουν πρόσφατες έρευνες που δείχνουν ότι η πρόσληψη της ανισότητας είναι σημαντικός παράγοντας που επιδρά σε συναισθήματα αλλά και οδηγεί σε διαφορετικές συλλογικές δράσεις. Είναι λοιπόν αξιοσημείωτη αυτή η αίσθηση στο κοινωνικό σώμα.

Άδικη χώρα

Σε γενικές γραμμές οι συμμετέχοντες βρίσκουν τη χώρα άδικη για τους πολίτες της (74.5%), ότι οι αδικίες αυξάνονται (68.3%) ή παραμένουν σταθερές (22.2%) και πως είναι μεγαλύτερες (82.3%) από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η αίσθηση ότι η χώρα δεν είναι «φιλική» προς τους πολίτες της εμφανίζεται και στις απόψεις σχετικά με τη Δημοκρατία. Το 70.6% είναι δυσαρεστημένοι από τον τρόπο που λειτουργεί η Δημοκρατία και αυτό είναι ιδιαίτερα αισθητό στους νεότερους (17-24 ετών). Σημαντική επίσης νομίζω είναι η άποψη που υποστηρίζεται από πολλούς (81.7%) ότι «τα αιτήματα του λαού αγνοούνται συστηματικά για χάρη των συμφερόντων του κατεστημένου». Αυτό υποστηρίζεται ιδιαίτερα από τους νέους, τους φοιτητές, τους άνεργους τους φτωχότερους, τους αυτοπροσδιοριζόμενους στις λαϊκές τάξεις αλλά και μεταξύ των ηλικιών από τους 45-54 ετών που είναι όπως είδαμε λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους και κυρίως την οικονομική τους κατάσταση. Επίσης ένα σημαντικό ποσοστό (76.9%) θεωρεί ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα θα ήταν καλύτερη «αν συμμετείχαν περισσότερο οι πολίτες μέσα από λαϊκές συνελεύσεις και δημοψηφίσματα».

Αυτά τα ευρήματα μπορούν να συνδυαστούν με την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της Πολιτείας, τόσο αυτούς που αφορούν τη διακυβέρνηση όσο και τη ρύθμιση των σχέσεων των πολιτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένας από τους θεσμούς που προτάθηκαν δεν συνάντησε την εμπιστοσύνη ούτε του 50% του δείγματος. Τα ευρήματα αυτά είναι σχετικά ανησυχητικά με την έννοια ότι φαίνεται η απογοήτευση των πολιτών από την κοινωνική οργάνωση καθώς και η αίσθηση ότι ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί.

Κοινωνιοψυχολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι σε περιπτώσεις όπου οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην κοινότητά τους και στους θεσμούς που κρατούν ενεργό το κοινωνικό συμβόλαιο δεν γίνονται περισσότερο διεκδικητικοί αλλά με μια αίσθηση ματαίωσης και παράλυσης αποζητούν την επαναφορά της κοινωνικής τάξης που χάθηκε συχνά μέσα από αυταρχικές επιλογές. Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί η αστυνομία χαίρει μεγαλύτερης εμπιστοσύνης από τον θεσμό της κυβέρνησης, τους πρωθυπουργού, του κοινοβουλίου και της δικαιοσύνης. Ίσως οι πολίτες να επιθυμούν την επαναφορά μιας τάξης και κανόνων που συνδέουν το κοινωνικό σώμα έστω και με όρους πειθαρχίας. Ίσως, να νιώθουν «προδομένοι» από τους διαχειριστές του πολιτικού συστήματος συμπεριλαμβανομένων και των κομμάτων και των συνδικαλιστών. Αυτοί οι πολίτες, έδειξαν άλλες κοινωνιοψυχολογικές έρευνες, είναι πιο επιρρεπείς σε ακροδεξιά κελεύσματα και σε αποδοχή ακραίων απόψεων και συμπεριφορών αποκλεισμού. Σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι οι πολίτες που απάντησαν έχουν την αίσθηση ότι δεν απολαμβάνουν τις αμοιβές που θα άξιζαν στην εργατικότητα και το επάγγελμά τους ούτε τον σεβασμό που αρμόζει σε πολίτες ενός κράτους δικαίου δημιουργείται ίσως ένα εκρηκτικό πλαίσιο.

Η αίσθηση σχετικής αποστέρησης, δηλαδή η αίσθηση ότι «έχω λιγότερα από όσα αξίζω», είναι γενεσιουργός δύναμη για διεκδικήσεις. Όμως όταν έχει διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός και δεν υπάρχει σαφής οργάνωση των διεκδικήσεων και των τρόπων να ικανοποιηθούν, τότε αφενός μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη εξατομίκευση και αφετέρου τυφλή βία ή οργάνωση γύρω από ιδεώδη που στρέφονται κατά των πιο αδύναμων, σε μια προσπάθεια ανάκτησης ισχύος. Οι πιο νέοι, οι αυτοπροσδιοριζόμενοι στις λαϊκές τάξεις, οι μη έχοντες πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η ηλικιακή ομάδα των 45-54 φαίνεται σε αυτή την έρευνα να χρήζουν μιας ιδιαίτερης προσοχής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία έχει συντηρητικά ιδεολογικά αντανακλαστικά. Γενικότερα, η έρευνα δείχνει ότι οι πολίτες θεωρούν ακόμα σημαντικές διαστάσεις με ιδεολογικό πρόσημο, όπως η πρόοδος και η συντήρηση, και δεν αξιολογούν θετικά για παράδειγμα τον εθνικισμό ή την ακροδεξιά. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στο δημόσιο τομέα θεωρώντας ότι μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικός (74.6%) και ότι η παιδεία (90.2%), η υγεία (87.8%), οι συντάξεις (86.1%) και η ύδρευση (84.2%) οφείλουν να είναι στην αρμοδιότητα του δημοσίου τομέα.

Μάλιστα, ακόμα και αν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, θα επέλεγαν το δημόσιο σχολείο (δημοτικό 67.1 και γυμνάσιο/λύκειο (67.5%) και πανεπιστήμιο (72.8%) για τα παιδιά τους.

Σε γενικές γραμμές, τα δεδομένα της έρευνας μάς προσκαλούν να σκεφτούμε αν είναι η ιδεολογική τοποθέτηση σε συμβολικό επίπεδο ή η υλική θέση και ο αυτοπροσδιορισμός σε κοινωνικές ομάδες που γεννά συμπεριφορές. Η κοινωνιοψυχολογική έρευνα έχει αναδείξει τη σημασία της ταυτότητας για τη δράση και το γεγονός ότι οι ταυτότητες δεν είναι κενές νοήματος αλλά ενέχουν προτάγματα που δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς αυτές. Έχω την αίσθηση ότι τα ευρήματα αυτής της έρευνας δίνουν πολλή τροφή για σκέψη καθώς χαρτογραφούν ταυτότητες και γεννούν ερωτήματα που χρήζουν νέων απαντήσεων. Θα πρέπει λοιπόν κανείς να τα δει αναλυτικά και συνδυαστικά και σίγουρα με περισσότερη προσοχή από τη μικρή περιήγηση που εγώ έκανα.

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα κείμενα της έρευνας εδώ.

Δείτε επίσης