Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο

Οικονομικές ανισότητες και κοινή γνώμη στη Ελλάδα

Ένα από ελάχιστα σημεία σύγκλισης του πολιτικού φάσματος αποτελεί η ανάγκη προσαρμογής του οικονομικού μοντέλου της χώρας προς την κατεύθυνση παραγωγής νέου πλούτου και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Φυσικά, τα κόμματα έχουν υιοθετήσει διαφορετική ρητορεία και διαφορετικές ερμηνείες για τα αίτια της οικονομικής μας καχεξίας, όμως το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να αναζητηθούν οι όποιες λύσεις – το Ευρώ και οι κανόνες της Ευρωζώνης – δεν αμφισβητούνται από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας. Όλα τα κόμματα επίσης μιλούν για την κοινωνική συνοχή και τον περιορισμό των ανισοτήτων ως βασικό πυλώνα της οικονομικής τους στρατηγικής. Η έννοια της «κοινωνική συνοχής», όπως και αυτές της «οικολογίας» ή της «δικαιοσύνης», είναι πολιτικά αξεσουάρ παντός καιρού. Είναι όμως και πολιτικά προγράμματα που χρήζουν εννοιολογικής διευθέτησης και εξειδίκευσης στο επίπεδο των εφαρμοσμένων πολιτικών.

Η ανισότητα ως συνθήκη και ως παράσταση

Η οικονομική ανισότητα είναι ταυτόχρονα μία «αντικειμενική» συνθήκη, αλλά και μία παράσταση (perception). Οι δύο αυτές εκφάνσεις της δεν είναι πάντα ταυτόσημες. Όπως συμβαίνει και με το θέμα της ασφάλειας ή της μετανάστευσης, μπορεί ένας πολίτης να αισθάνεται πολύ περισσότερο ευάλωτος από ότι δικαιολογούν οι «αντικειμενικές» συνθήκες που βιώνει. Κάποιος δηλαδή που δεν έχει πέσει ο ίδιος θύμα εγκλήματος, μπορεί να θεωρεί ότι η κατάσταση είναι «ανεξέλεγκτη», με το ίδιο σκεπτικό που κάποιος που δεν έχει επισκεφθεί ποτέ σπίτι μετανάστη να θεωρεί ότι οι «ξένοι» είναι «βρωμιάρηδες». Υπάρχει φυσικά και το αντίστροφο. Κάποιος που ζει μέσα σε συνθήκες γενικευμένου εγκλήματος μπορεί να θεωρεί την συνθήκη αυτή φυσιολογική ή νομοτελειακή, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μην τον κινητοποιεί πολιτικά.

Η πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα του Eteron δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η παράσταση της οικονομικής ανισότητας στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλή. Περίπου τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι (μάλλον) άδικη απέναντι στους πολίτες της. Αυτή η αίσθηση αδικίας έχει και συγκριτικά και διαχρονικά χαρακτηριστικά. Τέσσερις στους πέντε θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι πιο άδικη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ περίπου το 70% πιστεύει ότι η αδικία αυξάνεται (μόνο 6,5% πιστεύει ότι μειώνεται). Τα πέντε βασικά αίτια που τροφοδοτούν την αδικία στη χώρα είναι, κατά τους ερωτηθέντες (με σειρά προτεραιότητας): το ύψος των μισθών, η έλλειψη αξιοκρατίας, η κομματοκρατία, οι ξένοι και το άδικο φορολογικό σύστημα.

Μεγαλώνουν οι ανισότητες στην Ελλάδα;

Αυτή η σχεδόν ενδημική απαισιοδοξία για το θέμα των ανισοτήτων στην Ελλάδα σχετίζεται φυσικά με τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, αν και όχι πλήρως. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2020,πάνω από το ένα τέταρτο (27,5%) των Ελλήνων είναι ευάλωτοι στον κίνδυνο της φτώχειας. Πρόκειται για την τρίτη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, πίσω μόνο από αυτή της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Η Ελλάδα το 2020 είχε επίσης την χειρότερη επίδοση στην ΕΕ στον τομέα της ανεργίας, της μακροχρόνιας ανεργίας και της ανεργίας των νέων.

Όσον αφορά τις εισοδηματικές ανισότητες, το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού στην Ελλάδα ήταν 5,15 φορές μεγαλύτερο από αυτό του φτωχότερου 20%. Η επίδοση αυτή είναι λίγο καλύτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ με την Ελλάδα να εμφανίζεται σε καλύτερη θέση από αυτή της Γερμανίας ή της Ισπανίας. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και με τον δείκτη ανισότητας Gini όπου η Ελλάδα να εμφανίζεται περίπου στο μέσο όρο της ΕΕ. Έχει επίσης πολύ ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες ανισοτήτων στην Ελλάδα μειώθηκαν (!) τα χρόνια των μνημονίων (όπως συνέβη και σε άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα), ενώ οι δείκτες της ανεργίας καλυτερεύουν σταθερά από το 2015. Φυσικά όλα αυτά τα στοιχεία χρειάζονται μια προσεκτική ανάγνωση υπό το βάρος των Ελληνικών «ιδιαιτεροτήτων», κυρίως της φοροδιαφυγής, της μαύρης εργασίας και της υποαπασχόλησης, αλλά και υπό το πρίσμα της γεωγραφικής κατανομής των ανισοτήτων μέσα στην Ελληνική επικράτεια.

Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει υπαρκτό πρόβλημα ανισοτήτων, πλην όμως στα μάτια της κοινής γνώμης το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμα μεγαλύτερο. Έχει σημασία αυτή η αναντιστοιχία;

Από την σκοπιά της κομματικής στρατηγικής, η απάντηση είναι προφανώς «ναι»! Αυτή η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια γεννά μία δεξαμενή δυνητικών ψηφοφόρων που είναι έτοιμοι να επιβραβεύσουν όσους υπόσχονται περισσότερη δικαιοσύνη. Όμως η δεξαμενή αυτή είναι και πολύ ευμετάβλητη. Αν η παράσταση των οικονομικών ανισοτήτων και της αδικίας δεν βελτιωθεί (γεγονός που δεν συμβαδίζει πάντα χρονικά με την εξέλιξη της πραγματικής οικονομίας), γρήγορα αίρει την υποστήριξη της από τα κυβερνητικά κόμματα και μεταφέρει τις προσδοκίες της αλλού.

Στο επίπεδο των εφαρμοσμένων πολιτικών η σύσταση της κοινής γνώμης επιφέρει άλλου τύπου περιπλοκές. Επισημαίνουμε εδώ τρία παράδοξα που αξίζει να ληφθούν υπόψη στο σχεδιασμό πολιτικών καταπολέμησης των ανισοτήτων.

Ποια ανταγωνιστικότητα;

Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας είναι η στάση των ερωτηθέντων απέναντι στην «ανταγωνιστικότητα» οι οποία συγκεντρώνει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό θετικών γνωμών (73%) μετά την «οικολογία». Πως όμως καταλαβαίνουν οι πολίτες την ανταγωνιστικότητα; Έχει ενδιαφέρον ότι οι θετικές γνώμες για την «ανταγωνιστικότητα» συνυπάρχουν με μεγάλο σκεπτικισμό απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση» και τον «καπιταλισμό» (28% και 24% θετικές γνώμες αντίστοιχα). Έντονη είναι επίσης και η υποστήριξη κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, με την πλειοψηφία να προτιμά κρατικό τραπεζικό σύστημα και να αντιστρατεύεται τις «ιδιωτικοποιήσεις». Το 70% των ερωτηθέντων θεωρούν υποχρέωση του κράτους να στηρίξει την μικρές και μεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ μόλις το 4% επιθυμεί βοήθεια προς τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις ώστε αυτές να διεθνοποιηθούν.

Ενώ λοιπόν η οικονομική ορθοδοξία επιτάσσει την μεγέθυνση της μέσης επιχείρησης ώστε αυτή να αποκτήσει οικονομίες κλίμακας και να ενσωματωθεί καλύτερα σε διεθνείς αλυσίδες αξίας , οι κοινή γνώμη στην Ελλάδα συνεχίζει να βλέπει με συμπάθεια πιο παραδοσιακές μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι η πλειοψηφία της κοινής γνώμης βλέπει τους χαμηλούς μισθούς ως τον βασικό λόγο για την αύξηση των ανισοτήτων στην Ελλάδα και όχι ως τροφοδότη οικονομικής ανάπτυξης και επενδύσεων.

Ποια αλληλεγγύη;

Ο «σοσιαλισμός» εμφανίζεται ως η πλέον δημοφιλής (59% θετικές γνώμες) πολιτική ιδεολογία στα μάτια των ερωτηθέντων. Έντονη είναι επίσης και η υποστήριξη των πολιτών στην «φορολόγηση των πλουσίων προκειμένου να ενισχυθούν οι πιο αδύνατοι» (83% θετικές γνώμες). Όταν όμως το θέμα της φορολόγησης εξειδικεύεται περισσότερο, οι αντιστάσεις της κοινής γνώμης αυξάνονται. Για παράδειγμα, μόνο το 34,8% θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει υψηλή φορολογία προκειμένου να υπάρχει ισχυρό κοινωνικό κράτος, ενώ το 43,7% θα προτιμούσε χαμηλότερη φορολογία ακόμα και με λιγότερη κρατική μέριμνα.

Σκεπτικισμός υπάρχει επίσης και για το ύψος της φορολογίας των μισθωτών, των συνταξιούχων και της «μεσαίας τάξης». Η πλειοψηφία (50,6%) των ερωτηθέντων θεωρούν ότι τα κρατικά επιδόματα «μαθαίνουν τους πολίτες να μην προσπαθούν», ενώ το 45,1% πιστεύει πως οι άνεργοι θα μπορούσαν να βρουν δουλειά «να το επιθυμούσαν πραγματικά». Χαμηλά είναι τέλος και τα επίπεδα εμπιστοσύνης σε όσους εμπλέκονται στην διανομή δημόσιών αγαθών (βλ. δημοσίους υπαλλήλους). Τα αίτια αυτής της αμφισημίας απέναντι στην φορολογία έχουν πολλές και διαφορετικές αφετηρίες: από την χαμηλή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την δυσπιστία έναντι της κρατικής διαμεσολάβησης, έως την ελλιπή διαπαιδαγώγηση σε θέματα συλλογικής ευθύνης και τις ιδεολογικές προσλαμβάνουσες του κάθε πολίτη. Σε κάθε περίπτωση, η γενικευμένη αίσθηση αδικίας δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο: αποδομεί την κρατική νομιμοποίηση, με αποτέλεσμα να υπονομεύει και τις προσπάθειες της όποιας κυβέρνησης να μειώσει τις οικονομικές ανισότητες μέσω της φορολογίας.

Ποια συναίνεση;

Η έρευνα αποτυπώνει επίσης καθαρά την μεταστροφή της κοινής γνώμης από την πόλωση της εποχής των Μνημονίων. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι όροι όπως το «κέντρο» (61,8%), ο «σοσιαλισμός» (59,1%), η «μετριοπάθεια» (53,8%) ή η «σοσιαλδημοκρατία» (52,1%) εμφανίζουν πολύ υψηλότερο ποσοστό θετικών γνωμών έναντι όρων με έντονη διεκδικητική χροιά όπως η «ριζοσπαστική Αριστερά» (20,3%), ο «κομμουνισμός» (19,2%), ο «εθνικισμός» (17,9%) ή η «άκρα Δεξιά» (4,2%). Χρειάζεται μεγαλύτερη μελέτη για να αποφανθεί κανείς αν τα ποσοστά αυτά αντικατοπτρίζουν μια μετατόπιση της κοινής γνώμης προς τα δεξιά, με δεδομένο επίσης ότι η διάκριση μεταξύ «προόδου» και «συντήρησης» εξακολουθεί να παραμένει σημαντική για τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων. Πέρα όμως την επίδραση της στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, η στροφή της κοινής γνώμης προς πιο συναινετικά πρότυπα έχει και ευρύτερες συνέπειες για την δημόσια πολιτική. Το μεγάλο παράδοξο που αναδύεται από την έρευνα είναι η σχεδόν συνολική απαξίωση όλων των θεσμών που θα μπορούσαν να παράξουν «συναίνεση». Τα πολιτικά κόμματα, τα συνδικάτα, οι εργοδοτικές οργανώσεις και οι ΜΚΟ εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης στα μάτια των πολιτών (μόνο τα ΜΜΕ βρίσκονται σε χειρότερη θέση). Οι βασικοί πυλώνες του ελληνικού τύπου κορπορατισμού που αναπτύχθηκε στην προ μνημονιακή εποχή εμφανίζεται εντελώς απαξιωμένο. Ποιος λοιπόν και με ποιον τρόπο θα καθορίσει το περιεχόμενο ενός νέου consensus που φαίνεται να επιζητεί η κοινωνία; Και πόσο πιθανό είναι το νέο σημείο ισορροπίας να συνυπολογίσει τα συμφέροντα των θυμάτων της ανισότητας;

Επίλογος

Η έρευνα του Eteron είναι πυκνή σε πληροφορίες που χρειάζονται ενδελεχή ανάλυση που ξεπερνούν μια πρώτη ανάγνωση που επιχειρείται σε αυτό το κείμενο. Στο θέμα των οικονομικών ανισοτήτων, οι απαντήσεις των ερωτηθέντων δεν δείχνουν μία σαφή τάση. Συχνά το πρόβλημα εστιάζεται μόνο σε μισθολογικά θέματα και στη σχέση των εργαζομένων με τις επιχειρήσεις. Όμως οι οικονομικές ανισότητες αφορούν επίσης (ίσως και ακόμα περισσότερο) αυτούς που δεν συμμετέχουν στην αγορά εργασίας οι οποίοι βασίζονται στην ανακατανομή πόρων μέσω της φορολογίας για να ανταπεξέλθουν. Στο θέμα της φορολογίας, όμως, οι πολίτες παρουσιάζονται πιο αμφίσημοι, ενώ το γενικευμένο αίσθημα αδικίας που του διακατέχει, τους κάνει δύσπιστους απέναντι στο κράτος, ως φορέα άμβλυνσης ανισοτήτων. Μεγάλη δυσπιστία εμφανίζεται ακόμα έναντι όλων των θεσμών παραγωγής συναίνεσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων (συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις), των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας των πολιτών. Από την σκοπιά της δημόσιας πολιτικής, αυτό το σύμπλεγμα γνωμών δημιουργεί ένα δυστοπικό τοπίο μέσα στο οποίο καλούνται να αναπτυχθούν στρατηγικές μείωσης των ανισοτήτων που θα έχουν απήχηση και «βάθος» στην κοινωνία.

Τέλος, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι η εμπειρία των τελευταίων δώδεκα χρόνων άλλαξε ριζικά την ελληνική πολιτική οικονομία. Θα ήταν λάθος να διαγνωστούν τα οικονομικά προβλήματα της χώρας (και φυσικά οι λύσεις τους) ως ένας λανθάνον τύπος νοτιοευρωπαικού μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης (Southern European Variety of Capitalism) που χρήζει αλλαγές μόνο στα άκρα. Η Ελλάδα σήμερα μοιάζει επίσης αρκετά με τις χώρες της Ανατολική Ευρώπης και την λεγόμενη «εξαρτημένη οικονομία της αγοράς» (Dependent Market Economy), με περιορισμένη δυνατότητα μόχλευσης εγχώριων κεφαλαίων και εξάρτηση από ξένες επενδύσεις για την επίτευξη οικονομικής μεγέθυνσης. Όμως η εμπειρία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης μας διδάσκει ότι η αύξηση των ξένων επενδύσεων δεν οδηγεί νομοτελειακά στην αύξηση των μισθών ούτε φυσικά στην άμβλυνση την οικονομικών ανισοτήτων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο σχεδιασμός της οικονομική μας πολιτικής έχει πολύ μικρά περιθώρια λάθους.

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα κείμενα της έρευνας εδώ.

Δείτε επίσης