PROJECT: Youth - Voice On

PROJECT: Youth - Voice On

Κλείσιμο
Project: Youth - Voice On
Η ψήφος των νεότερων ηλικιών στην Ελλάδα 1990-2023

Η ψήφος των νεότερων ηλικιών στην Ελλάδα 1990-2023

Executive Summary 

Από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η νεολαία είχε κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, ειδικά μετά την εκλογική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 και στον απόηχο της αριστερής ριζοσπαστικοποίησής της, η οποία είχε κορυφωθεί κατά την τελευταία περίοδο της δικτατορίας. Εντούτοις, η πολιτική αυτή διαπίστωση άρχισε να ανατρέπεται μέσα στη δεκαετία του 1980, με την αποτύπωση της σταδιακής συντηρητικοποίησης των νεότερων ηλικιών και την ανάδειξή τους σε βασικό παράγοντα για την αντιστροφή των εκλογικών συσχετισμών το 1990 και την επάνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία.

Έκτοτε άρχισε να επικρατεί η εντύπωση μιας περισσότερο αποστασιοποιημένης πολιτικά νέας γενιάς, η οποία συμβάδιζε με τις ανάλογες τάσεις στο δυτικό κόσμο εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, η κατεύθυνση των εκλογικών της επιλογών τα επόμενα χρόνια φάνηκε να αντιστρέφεται και πάλι, σε φορά μάλιστα αντίθετη από τους γενικούς εκλογικούς συσχετισμούς, γεγονός που έθεσε για καιρό τις νεότερες ηλικίες στο περιθώριο σχεδόν του καθορισμού των πολιτικών και κυρίως των εκλογικών εξελίξεων. 

Η γενίκευση ωστόσο στο σύνολο των ψηφοφόρων κάτω των 55 ετών της απομάκρυνσης από τις παραδοσιακές δυνάμεις του δικομματισμού, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 2000, αποτέλεσε ένα πρόδρομο δείγμα γενικότερης κρίσης του κατεστημένου τότε πολιτικού συστήματος, η οποία έμελλε να εκδηλωθεί στην κορύφωσή της με τον εκλογικό σεισμό του 2012, του οποίου η νεολαία αναδείχθηκε στον δυναμικότερο ίσως εκφραστή. Έκτοτε η πλειοψηφική σύνδεση των νεότερων ηλικιών (και ειδικά των γυναικών) με το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τις επανέφερε στο προσκήνιο του εκλογικού ανταγωνισμού, οδηγώντας σε εκείνη τη φάση σε ένα συνολικό εκλογικό realignment.

Ακόμα και η επιστροφή της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση το 2019, δεν φάνηκε καταρχάς να ανατρέπει τους εκλογικούς συσχετισμούς στις ηλικίες μέχρι 34 ετών, οι οποίες για πρώτη φορά έδειξαν να αυτονομούνται πλήρως εκλογικά από το υπόλοιπο εκλογικό σώμα, γεγονός το οποίο τις διατήρησε άλλωστε για τα επόμενα χρόνια στο επίκεντρο του εκλογικού ενδιαφέροντος. 

Οι εκλογές του 2023 επεφύλαξαν ωστόσο έναν καινούργιο «μικρό» σεισμό, αυτή τη φορά κυρίως εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, με την νεολαία ειδικά να ενισχύει καινούργια challenger parties, επιβεβαιώνοντας την αστάθεια που πολλές φορές χαρακτηρίζει την εκλογική συμπεριφορά της, παράλληλα όμως με τη διατήρηση κάποιων γενικότερων δομικών γνωρισμάτων της, όπως τη μειωμένη εκλογική συμμετοχή, την περισσότερο αναποφάσιστη ή αποϊδεολογικοποιημένη στάση και κυρίως τη χαμηλότερη κομματική ταύτιση. 

Άλλωστε ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο της μεταβλητότητας των τελικών προτιμήσεών τους, οι νεότεροι ψηφοφόροι δείχνουν για την ώρα να διατηρούν κάποιες σταθερές, όπως π.χ. την πιο περιορισμένη (παρότι πλειοψηφική πλέον και εν μέρει εξισορροπημένη σε σχέση με το παρελθόν) δυναμική απήχησης της Νέας Δημοκρατίας, παραμένοντας συγκριτικά το λιγότερο προνομιακό κοινό για το κυβερνών κόμμα. Οι ψηφοφόροι κάτω των 35 ετών λειτουργούν ενιαία και σε σημαντικό βαθμό διακριτά, ως γενιά που καθορίζεται από το βίωμα της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της. Εντούτοις, τα νεότερα αυτά εκλογικά κοινά δείχνουν να παραμένουν περισσότερο ευεπίφορα σε φαινομενικά καταρχήν απρόβλεπτες επιλογές, ειδικά σε μια εποχή που η μεταδημοκρατία δείχνει να κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Εισαγωγή 

Η σημασία της ανάλυσης της ψήφου κατά ηλικία βασίζεται στην υπόθεση ή τη διαπίστωση ότι το καθαυτό στάδιο της ζωής που διανύει κάθε ψηφοφόρος, αποτελεί μια κρίσιμη μεταβλητή που προσδιορίζει την πολιτική καταρχάς και εν συνεχεία την εκλογική συμπεριφορά του. Από τις απαρχές της ανάπτυξης του κλάδου της εκλογικής κοινωνιολογίας, διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες ή παρατηρήσεις, συχνά εν είδει στερεοτυπικών σχεδόν κανόνων για τη σχέση ηλικίας και ψήφου, όπως για παράδειγμα ότι οι νεότεροι ψηφοφόροι είθισται να είναι περισσότερο αριστερόστροφοι ή «προοδευτικοί» και οι μεγαλύτεροι, αντιστρόφως, πιο συντηρητικοί, αντίληψη που προφανώς ενισχύθηκε στον απόηχο της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας κατά τη δεκαετία του 1960. 

Η παρατήρηση αυτή, παρά τη σχετικά ανθεκτική επαληθευσιμότητά της μέσα στο χρόνο, έχει κατά καιρούς παρουσιάσει αρκετές διακυμάνσεις, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έφτασε μέχρι και να αμφισβητηθεί, ειδικά μετά τις δεκαετίες του 1980 και 1990.1 Έκτοτε η εκλογική συμπεριφορά των νέων (πάντα με τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της) συνδέθηκε πιο πολύ με χαρακτηριστικά πολιτικής αποστασιοποίησης, όπως τη μειωμένη εκλογική συμμετοχή, τα περισσότερο αποϊδεολογικοποιημένα ή ατομοκεντρικά («ορθολογικά») κριτήρια, τη χαμηλότερη κομματική ταύτιση κτλ., ενώ η όποια κατά περίπτωση κλίση της προς την Αριστερά κατευθύνεται πολλές φορές προς τις πιο εναλλακτικές εκφράσεις της.2

Οι μεταβολές αυτές σε σχέση με το παρελθόν αφορούν γενικότερα το σύνολο του εκλογικού σώματος, στην περίπτωση της νεολαίας όμως εκδηλώνονται με πολύ μεγαλύτερη ένταση, στοιχείο που την απομακρύνει από την παλαιότερη σύνδεσή της με τον πολιτικό χώρο της Αριστεράς και κυρίως από τις παραδοσιακές της αξίες.

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η όποια διακριτή συμπεριφορά των νεότερων ειδικά ψηφοφόρων συσχετίζεται άμεσα και με το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες ή το γενικότερο «κλίμα» της περιόδου πολιτικής κοινωνικοποίησής τους, που συχνά προσδιορίζεται από τη χρονική στιγμή της ενηλικίωσης και της απόκτησης εκλογικού δικαιώματος και θεωρείται ότι ασκεί μακροχρόνια επίδραση στις επιλογές τους, προσδίδοντας έτσι στο κάθε ξεχωριστό ηλικιακό κύμα χαρακτηριστικά «γενιάς».3

Φυσικά, η συγκεκριμένη οπτική προϋποθέτει μια σχετική σταθερότητα αυτών των επιλογών μέσα στον χρόνο, στοιχείο που δεν επαληθεύεται πάντα σε ό,τι αφορά τις νεότερες ηλικίες, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή της κοινωνικής τους ενσωμάτωσης. 

Εντούτοις ακόμα και σε αυτό το καθεστώς της αστάθειας, η έννοια της γενιάς και ειδικά της «νεολαίας» είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για να εξηγήσει μείζονες ανατροπές ή αναστοιχίσεις (realignments) στο εκλογικό τοπίο και στο ευρύτερο πολιτικό σύστημα,4 όταν αυτές προκύπτουν είτε απότομα στο πλαίσιο μιας και μόνο «κρίσιμης» εκλογικής αναμέτρησης (critical elections) που χαρακτηρίζεται από ριζική και δομική μεταβολή των μέχρι τότε εδραιωμένων διαιρετικών τομών του πολιτικού ανταγωνισμού, είτε σταδιακά μέσα από μια ακόμα και μακρόσυρτη σειρά εκλογικών διαδικασιών (secular realignment).5

Θεωρητικά τέτοιες ανατροπές μπορούν να εκδηλώνονται ή να ερμηνεύονται καταρχήν ως διαγενεακά χάσματα, με τις νεότερες ηλικίες να λειτουργούν ως προπομποί τους, από τη στιγμή που είναι λιγότερο «δεσμευμένες» από τις παραδοσιακές εκλογικές ταυτίσεις.6 Όταν μια ανάλογη συμπεριφορά υιοθετείται σε έναν βαθμό και από τις ενδιάμεσες ηλικίες, τότε μια συνολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού μπορεί να θεωρείται θέμα χρόνου, καθώς αναμένεται να επέλθει με τη σταδιακή ηλικιακή αντικατάσταση στο εκλογικό σώμα, δηλαδή με την έξοδο των μεγαλύτερων ηλικιών από αυτό και την αλλαγή της συνολικής σύστασής του.7

Ηλικιακές διαφοροποιήσεις της ψήφου στη μεταπολίτευση 

Στις έρευνες κοινής γνώμης, η συμπεριφορά και οι στάσεις της νεολαίας με την πιο «στενή» της έννοια, αξιολογούνται καταρχήν από τα δεδομένα για την ηλικιακή ομάδα των 17-24 ετών (δηλαδή στο όριο της εισόδου στην αγορά εργασίας). Πολύ συχνά ωστόσο η προσέγγιση αυτή διευρύνεται στο σύνολο της γενικότερης κατηγορίας των 17-34 ετών, γεγονός που άλλωστε αυξάνει και την αριθμητική σημασία της επί του συνολικού μεγέθους του ενήλικου πληθυσμού και συνακόλουθα του εκλογικού σώματος.

Βέβαια, τα τελευταία χρόνια η δεύτερη (διευρυμένη) προσέγγιση αποδεικνύεται όλο και πιο λειτουργική, ειδικά για το ελληνικό παράδειγμα, καθώς καλύπτει ένα συνολικότερο φάσμα ηλικιών που έχουν βιώσει τις συνέπειες της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε, ενώ οι επιμέρους εκλογικές διαφοροποιήσεις (άνω και κάτω των 25 ετών), τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την επιρροή των βασικών κομμάτων, γίνονται συστηματικά σχεδόν όλο και μικρότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες καταγραφές πριν το 2009.

Στην Ελλάδα, λόγω της καθυστερημένης ανάπτυξης των αναλυτικών πολιτικών ερευνών, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι όποιες ενδείξεις για την πολιτική ή εκλογική συμπεριφορά των νεότερων ηλικιών βασίζονταν κυρίως σε δευτερογενή δεδομένα (λ.χ. τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών) ή σε υποθέσεις με βάση το γενικότερο κλίμα της κάθε περιόδου. Για παράδειγμα ριζοσπαστική και αριστερόστροφη θεωρήθηκε η νεολαία της δεκαετίας του 1960 ή αργότερα η γενιά του Πολυτεχνείου, η πρώτη ουσιαστικά που βρέθηκε στο επίκεντρο του πολιτικού σκηνικού, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981.8

Εντούτοις, η εικόνα αυτή άρχισε να διαφοροποιείται έως και να ανατρέπεται μέσα στη δεκαετία του 1980, παράλληλα και με τις ευρύτερες πολιτικές μεταβολές στον διεθνή χώρο, όπως προέκυπτε και από τις πρώτες συστηματικές δημοσκοπήσεις εκείνης της εποχής. Αποκορύφωμα ήταν η καταγραφή στις εκλογές του 1989-1990 μιας σαφούς υπερεκπροσώπησης στη νεολαία  πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας και δευτερευόντως των Οικολόγων,9 εντάσσοντας έτσι την ελληνική περίπτωση στις εξαιρέσεις του στερεοτυπικού «κανόνα» περί αριστερόστροφης νεολαίας και παίζοντας τελικά στη συγκεκριμένη συγκυρία κρίσιμο ρόλο για την ανατροπή των συνολικών εκλογικών συσχετισμών.

Έκτοτε άρχισε να επικρατεί η εντύπωση μιας πιο συντηρητικής ή αποϊδεολογικοποιημένης νέας γενιάς, που συμβάδιζε με τις ανάλογες τάσεις στο δυτικό κόσμο εκείνη την εποχή. 10

Η περίοδος 1993-2009

Η εικόνα αυτή επαληθεύεται στη δεκαετία του 1990, με την εισαγωγή του exit poll στην ελληνική πολιτική ανάλυση ως βασικού εργαλείου ακτινογραφίας της ψήφου.11

Πράγματι, σε ό,τι αφορά τον εκλογικό ανταγωνισμό του δικομματισμού, η υπερεκπροσώπηση της Νέας Δημοκρατίας στις νεότερες ηλικίες (και ειδικά σε εκείνες των 18-24 ετών) αποτυπώνεται ήδη από τις εκλογές του 1993 (με βάση το exit poll των Ευρωεκλογών της επόμενης χρονιάς), παρά το γεγονός ότι η συγκριτικά πιο προνομιακή για αυτήν ηλικιακή κατηγορία παρέμεναν συνολικά οι ψηφοφόροι άνω των 55 ετών (Πίνακας 1). Χαρακτηριστικό που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά και ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια, τη στιγμή που η υπερεκπροσώπηση του ΠΑΣΟΚ εντοπιζόταν κυρίως στις ενδιάμεσες ηλικίες (35-54 ετών). 

Την ίδια όμως περίοδο φαίνεται ότι εκκινεί μια αντίθετη τάση. Η Νέα Δημοκρατία ναι μεν διατηρήθηκε στα κατεξοχήν νεανικά κοινά (18-24 ετών) σε ποσοστά ανώτερα ή ίσα του εθνικού της μέσου όρου μέχρι το 2000, αλλά με διαρκώς μειούμενη ένταση, καθώς στην ίδια ηλικιακή κατηγορία ενισχύονταν συνεχώς η επιρροή του ΠΑΣΟΚ, μετά τις δύο διαδοχικές αλλαγές ηγεσίας (1996 και 2004), αλλά και με τη σταδιακή είσοδο μιας νέας γενιάς στο εκλογικό σώμα κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκείνης περιόδου του στην εξουσία.

Αποτέλεσμα ήταν η οριστική μεταστροφή των εκλογικών συσχετισμών στη νεολαία από το 2004 και μετά, καθώς και η συνολικότερη αποκατάσταση της πλειοψηφικά αριστερόστροφης (ή «αντι-δεξιάς») τοποθέτησής της, αλλά όχι με την ίδια συγκριτικά ένταση του παρελθόντος, σε μια εποχή που άλλωστε ο καθαυτό χώρος της Αριστεράς (ΚΚΕ, Συνασπισμός) δεν παρουσίαζε πλέον αξιόλογη δυναμική στα νεανικά κοινά. 

Παρενθετικά εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η προαναφερθείσα εξέλιξη κινείται εντελώς αντίστροφα από την τελική έκβαση των εκλογικών αναμετρήσεων, φαινόμενο που αποτυπώνεται με ακόμα μεγαλύτερη ενάργεια στην ψήφο των φοιτητών/ριών (σύμφωνα με τη σχετική δήλωση επαγγελματικής ιδιότητας στο exit poll), μεταξύ των οποίων η Νέα Δημοκρατία υπερείχε σταθερά μέχρι το 2000, ενόσω βρισκόταν στην αντιπολίτευση, ενώ απώλεσε την πλειοψηφία αμέσως μετά την επάνοδό της στην εξουσία το 2004.

Σταθερά δηλαδή από το 1993 μέχρι το 2007, το κόμμα που επικρατούσε στη (φοιτητική) νεολαία ήταν τελικά εκείνο που έχανε τις εκλογές (Πίνακας 2 και Γράφημα), γεγονός που υποδεικνύει ότι η νεανική ψήφος δεν συμπίπτει πάντα με τους συνολικούς συσχετισμούς, ούτε είναι από μόνη της ικανή να οδηγήσει σε ευρύτερες πολιτικές μεταβολές, όταν εγγράφεται απλά ως εξαίρεση ή ως μεμονωμένη αντίδραση και δεν συνοδεύεται από ένα γενικότερο εκλογικό ρεύμα που να διαπερνά και άλλες (τις ενδιάμεσες συνήθως) ηλικιακές κατηγορίες. 

 

Παρόλα αυτά, οι εκλογές του 2004 έμελλε να αποτελέσουν συνολικότερα κομβικό σημείο για την ηλικιακή κατανομή της ψήφου και της αντίστοιχης φυσιογνωμίας των κομμάτων. Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας εκείνη τη χρονιά προήλθε πρωτίστως από την ενίσχυση των ποσοστών της κατά 5% (από 47% σε 52%, Πίνακας 1) στις μεγαλύτερες ηλικίες άνω των 55 ετών (και ειδικά κατά 7% στους άνω των 65), τη στιγμή που τα ποσοστά της στο σύνολο της νεολαίας παρέμειναν στα ίδια ακριβώς επίπεδα με εκείνα του 2000 (43%). Εμφανίζοντας δηλαδή ένα χάσμα περίπου 10 ποσοστιαίων μονάδων, με ηλικιακή τομή τα 55 έτη, το οποίο έμελλε να διατηρηθεί στην ίδια σχεδόν ένταση μέχρι το 2009. 

Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ, παρότι ηττημένο στις εκλογές του 2004, παρουσίασε προς στιγμή το συγκριτικά περισσότερο νεανικό προφίλ του ίσως από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, το οποίο ωστόσο δεν επρόκειτο να διατηρηθεί για πολύ. Οι απώλειες σχεδόν 3-7 μονάδων που κατέγραψε το 2007 αποκλειστικά και μόνο στις επιμέρους ηλικιακές ομάδες κάτω των 55 ετών, σε πολύ μικρό βαθμό αναπληρώθηκαν με την επιστροφή του στην εξουσία το 2009. Απεναντίας ο κύριος παράγοντας της τελευταίας εκείνης εκλογικής του νίκης ήταν μια ανάκαμψη των ποσοστών του, αυστηρά σχεδόν εντοπισμένη στους ψηφοφόρους άνω των 55 ετών, κατά 9% αθροιστικά σε σύγκριση με το 2004, γεγονός που αντέστρεφε πλήρως την πρόσκαιρη «νεανική» καταγραφή του 2004 και δημιουργούσε επίσης μια ηλικιακή διαφοροποίηση, ανάλογη με εκείνη της Νέας Δημοκρατίας.

Άλλωστε, εκείνη ακριβώς την περίοδο (2007-2009) ΚΚΕ και Συνασπισμός (καθώς και οι νεοεμφανιζόμενοι Οικολόγοι Πράσινοι) άρχισαν και πάλι να εμφανίζουν μια αξιόλογη δυναμική στις ηλικίες 18-24 ετών, όταν ταυτόχρονα σε εκείνες των 25-34 ετών σημαντική ήταν η υπερεκπροσώπηση του κόμματος του Γ. Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ).12

Τελική συνέπεια ήταν η δημιουργία ενός συνολικότερου και αριθμητικά πρωτοφανούς ηλικιακού χάσματος 13 μονάδων στα αθροιστικά ποσοστά του δικομματισμού μεταξύ των ψηφοφόρων άνω και κάτω των 55 ετών (73% έναντι 86% αντίστοιχα, Πίνακας 1). Στοιχείο το οποίο, μαζί με την παγιωμένη από το 2007 αντίστοιχη γεωγραφική διαφοροποίηση μεταξύ Αττικής και περιφέρειας,13 αποτέλεσαν ίσως τις δύο βασικότερες ρωγμές στη συνολικότερη φυσιογνωμία του ελληνικού εκλογικού σώματος κατά την περίοδο 2004-2009 και τις εναργέστερες πρόδρομες ενδείξεις της κρίσης που θα ακολουθούσε. 

Η περίοδος της κρίσης 2012-2019

Πράγματι το φαινόμενο προσέλαβε εκρηκτικές διαστάσεις αρχικά στον εκλογικό σεισμό του Μαΐου 2012, όπου η αθροιστική δύναμη των δύο βασικών κομμάτων της Μεταπολίτευσης κατακρημνίστηκε στο 20%-25% στις ηλικίες 18-54 ετών (με σχετικά μικρές επιμέρους διακυμάνσεις), έναντι 49% στους μεγαλύτερους ψηφοφόρους (και 58% στους άνω των 65 ετών), εγγράφοντας έτσι την ηλικιακή διαφοροποίηση της ψήφου, σε ένα από τα τρία βασικά ρήγματα (μαζί με το γεωγραφικό και το κοινωνικό) τα οποία ουσιαστικά διχοτομούσαν το εκλογικό σώμα σε επιμέρους υποσύνολα, σχεδόν ξένα μεταξύ τους. Η μαζική εγκατάλειψη των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας από τις νεότερες ηλικίες και η μεταστροφή των τελευταίων προς τα νέα ανερχόμενα (αντιμνημονιακά κυρίως) κόμματα της εποχής ήταν από τις πιο εναργείς αποτυπώσεις της αντίθεσης Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο, η οποία εν προκειμένω συμπυκνώνονταν στη διάκριση μεταξύ «παλαιού» και «νέου» πολιτικού συστήματος.14

Η εικόνα αυτή περίπου αναπαράχθηκε και στις αμέσως επόμενες εκλογές του Ιουνίου, στις οποίες όμως η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ ενίσχυσαν τα ποσοστά τους περίπου κατά 10%, γεγονός που οδήγησε στην ανάδειξη ενός νέου δικομματισμού, σταθεροποιώντας στα 55 έτη στο ηλικιακό όριο των επιμέρους πλειοψηφιών ανάμεσα στα δύο κόμματα (Πίνακας 3). 

 

Υπό αυτήν την έννοια, η νεολαία στη συγκεκριμένη συγκυρία, δεν εμφάνισε μια εντελώς διακριτή εκλογική συμπεριφορά, αλλά αποτέλεσε συμβολικά σχεδόν την «εμπροσθοφυλακή» ενός γενικότερου φαινόμενου για όλους τους ψηφοφόρους κάτω των 55 ετών, οδηγώντας σε ένα συνολικό εκλογικό realignment. Γεγονός το οποίο ωστόσο επρόκειτο τα επόμενα χρόνια να αναβαθμίσει γενικότερα τον εκλογικό της ρόλο, όχι απλά ως δεξαμενής ανανέωσης της εκλογικής βάσης των κομμάτων, αλλά ως βασικού και πάλι παράγοντα καθορισμού του εκλογικού ανταγωνισμού.

Παρόλα αυτά, στη συγκεκριμένη διπλή αναμέτρηση εντοπίζεται και η απαρχή της (εσφαλμένης καταρχήν) πρόσληψης του ΣΥΡΙΖΑ ως κυρίως «νεανικού» κόμματος, τη στιγμή που τα μεγαλύτερα καθαυτό ποσοστά του σημειώνονταν στις δυναμικές ηλικίες των 35-54 ετών, στις οποίες συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των απασχολουμένων, δηλαδή του βασικού πυλώνα της ανόδου του στην εξουσία το 2015. Πιθανότατα η σύγχυση οφείλεται όχι τόσο στα επίσης υψηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις ηλικίες κάτω των 34 ετών (έφτασε 30% στις εκλογές του Ιουνίου), αλλά κυρίως στο γεγονός ότι αυτά, όχι μόνο του εξασφάλιζαν μεγαλύτερη υπεροχή (λόγω της δραματικής υποχώρησης της Νέας Δημοκρατίας στα ίδια κοινά – 22%), αλλά υπερέβαιναν πλέον ακόμα και το αντίστοιχο άθροισμα του παλαιού δικομματισμού (28%).

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να τονιστεί ότι άλλα κόμματα που αναδείχθηκαν μέσα από τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, είχαν σαφώς «νεανικότερο» αποτύπωμα, με απόλυτη ηλικιακή διαβάθμιση των ποσοστών τους. Βασικότερο και διαχρονικότερο παράδειγμα, μέχρι και το 2019, τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής15 και δευτερευόντως, ειδικά για το 2012, εκείνα των ΑΝΕΛ και των Οικολόγων Πρασίνων, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσίαζαν το 2015 εκείνα της Ένωσης Κεντρώων και της ΛΑΕ. Η αντίστροφη ακριβώς κατανομή παγιώθηκε την ίδια περίοδο για την ψήφο του ΠΑΣΟΚ, τα ποσοστά του οποίου στην ηλικιακή ομάδα των 55 ετών και άνω ήταν σταθερά υπερδιπλάσια εκείνων στους ψηφοφόρους 18-34 ετών, προσδίδοντάς του εκλογικά τον χαρακτήρα του πιο «γερασμένου» κόμματος.16

Για τον ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε, ακόμα και στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, η βασική μεταβολή σε σύγκριση με το 2012 ήταν η τάση της δημογραφικής – και γεωγραφικής παράλληλα – ομογενοποίησης (η οποία είχε ήδη διαφανεί από τις ευρωεκλογές του 2014). Η επιρροή του αυξήθηκε κατακόρυφα, πρωτίστως στις ηλικίες 65+ (κατά 17%) και δευτερευόντως σε εκείνες των 55-64 (κατά 15%), σημειώνοντας όμως στις τελευταίες μία από τις υψηλότερες επιμέρους επιδόσεις του (39%), παίρνοντας το προβάδισμα από τη Νέα Δημοκρατία και ανεβάζοντας τελικά το ηλικιακό όριο του εκλογικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο κομμάτων στα 65 έτη, εξέλιξη η οποία εξασφάλισε στον ΣΥΡΙΖΑ την τελική επικράτηση στις εκλογές. 

Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ηλικιακής κατανομής ουσιαστικά επαναλήφθηκαν το Σεπτέμβριο του 2015, με την κυριότερη ωστόσο διαφοροποίηση να εντοπίζεται αυτή τη φορά στην περαιτέρω ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ (και την ταυτόχρονη υποχώρηση της Νέας Δημοκρατίας) στις ηλικίες 18-24 ετών, καταγράφοντας για πρώτη ως τότε φορά σε αυτές μακράν το ισχυρότερό του ποσοστό (42%), στον απόηχο και του Δημοψηφίσματος του Ιουλίου, όπου η συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία είχε δώσει τα υψηλότερα ποσοστά στο ΟΧΙ (ανώτερα του 75%).17

Η εικόνα αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, ως πράγματι «νεανικού» κόμματος πλέον, αποτυπώθηκε στη συνέχεια ακόμα πιο έντονα, στις εκλογές του 2019, οι οποίες σηματοδότησαν πολιτικά και το τέλος της περιόδου των μνημονίων. Τα ποσοστά του στις ηλικίες 17-34 ετών διατηρήθηκαν στα ίδια επίπεδα με το 2015 (37% συνολικά, παρά την ενδιάμεση υποχώρησή τους σε 22% στις Ευρωεκλογές του προηγούμενου μήνα). Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη επίδοση για τη ΝΔ ήταν 30%, ενώ πλησίαζε το 50% στους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών, εξισορροπημένη πάντως σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2015.

Η κρισιμότερη ωστόσο μεταβολή για την τελική έκβαση εκείνων των εκλογών πρέπει να θεωρείται η μείωση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ στις δυναμικές ηλικίες (35-54 ετών, κατά 7% συνολικά) και η αντιστρόφως αξιοσημείωτη ενίσχυση της ΝΔ (+14%), με τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο κόμματα να κατεβαίνει στα 35 έτη, αντανακλώντας την πλήρη ανατροπή των εκλογικών συσχετισμών στον κορμό της ελληνικής κοινωνίας.18

Ήταν ίσως η πρώτη φορά που η νεολαία παρουσιαζόταν συνολικά (στο εύρος μέχρι 34 ετών) ως μια αυτόνομη εκλογικά κοινωνική-δημογραφική ομάδα σε σύγκριση με το υπόλοιπο εκλογικό σώμα, γεγονός που ήταν λογικό να την φέρει στο επίκεντρο του εκλογικού ενδιαφέροντος, με τη σχετική συζήτηση να εντείνεται μάλιστα κατακόρυφα λίγο πριν τις τελευταίες εκλογές, μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών και τις μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των επόμενων ημερών. Δεδομένης άλλωστε και της χρονικής τοποθέτησης των εκλογών του 2023, όπως και εκείνων του 2019, στο τέλος της τετραετίας, που ισοδυναμούσε με την είσοδο στο εκλογικό σώμα 4 νεών ηλικιακών ετών (δηλαδή περισσότερων από 400.000 νέων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων) για δεύτερη συνεχόμενη φορά. 

Εντούτοις, για την ακριβή σημασία της ψήφου των νεότερων ηλικιών, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η συνεχής μείωση της αριθμητικής της βαρύτητας, λόγω της δημογραφικής γήρανσης (ίσως σε έναν βαθμό και του brain drain) των τελευταίων ετών.

Ενώ οι νεότερες ηλικίες (18-34 ετών) στην απογραφή του 2001 αναλογούσαν στο 32% του ενήλικου μόνιμου πληθυσμού της χώρας, το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε 27% το 2011 και υπολογίζεται περίπου σε 22% στην πρόσφατη απογραφή του 2021 (με την προσθήκη και του ηλικιακού έτους των 17 ετών), όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους ψηφοφόρους άνω των 55 ετών είναι περίπου διπλάσιο. Η δημογραφική αυτή εξέλιξη, η οποία σε γενικές γραμμές  επαληθεύεται και από τα σχετικά ποσοστά συμμετοχής της κάθε ηλικιακής ομάδας στα exit polls, καθιστά πολύ πιο κρίσιμη την υπεροχή ενός κόμματος, όπως της Νέας Δημοκρατίας, στις μεγάλες ηλικίες, καθώς το αντίπαλο κόμμα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, για να την αντισταθμίσει, χρειάζεται διπλάσιο προβάδισμα στις νεότερες.

Οι διπλές εκλογές του 2023

Όπως και σε άλλες βασικές διαστάσεις της ψήφου, την κοινωνική, τη γεωγραφική, έτσι και στην ηλικιακή, το κύριο χαρακτηριστικό των πρόσφατων διπλών εκλογών ήταν η επιβεβαίωση (σε κάποια σημεία και η επέκταση) της πλήρους κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας (40,8% και 40,6% στις δύο αναμετρήσεις) και από την άλλη πλευρά όχι μόνο η δραματική εκλογική συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η απόλυτη σχεδόν οριζοντιοποίηση της επιρροής του.

Πράγματι, όλα τα επιμέρους ποσοστά του ανά ηλικιακή κατηγορία κινούνται, με κάποιες αποκλίσεις, γύρω από τον εθνικό του μέσο όρο (στο 20,1% το Μάιο και στο 17,8% τον Ιούνιο), θυμίζοντας ελάχιστα την παλαιότερη ηλικιακή κατανομή της εκλογικής του βάσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι με μικρές διαφοροποιήσεις, τα συγκριτικά χαμηλότερα ποσοστά του και στις δύο αναμετρήσεις καταγράφηκαν στις ενδιάμεσες ηλικίες 35-54 ετών (Πίνακας 4), δηλαδή στα κρίσιμα και άλλοτε προνομιακά για αυτόν δυναμικά κοινά, στα οποία είχε υποστεί το κυριότερο πλήγμα στις εκλογές του 2019, ενώ παράλληλα στη νεολαία 17-34 ετών σημείωσε συνολικά μια απώλεια 17 ποσοστιαίων μονάδων, δηλαδή της μισής σχεδόν από την προηγούμενη εκλογική του δύναμη. Διαψεύδοντας όμως έτσι και τις όποιες προσδοκίες ότι θα μπορούσε να αποτελέσει «αντισυστημική» έκφραση της νεανικής διαμαρτυρίας μετά τα Τέμπη.

 

Από την άλλη πλευρά, η ηλικιακή κατανομή της εκλογικής επιρροής της Νέας Δημοκρατίας ουσιαστικά δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019, αναπαράγοντας ουσιαστικά την ίδια κλιμάκωση: περίπου 30% στις νεότερες ηλικίες (17-34 ετών), 35%-45% στις ενδιάμεσες (35-64 ετών) και 50% ή υψηλότερα στους μεγαλύτερους ψηφοφόρους (άνω των 65 ετών). Δεδομένα που δεν επαληθεύουν τη συχνά επικρατούσα αίσθηση για ενίσχυση της επιρροής της στη νεολαία, η οποία όμως δημιουργείται λόγω της υπεροχής που απέκτησε, ως αποτέλεσμα της πλήρους κατάρρευσης των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη πλευρά.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί η σχετική εξισορρόπηση της ηλικιακής διαφοροποίησης της ψήφου του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες εκλογές (συνολικά 10%-11% στους εκλογείς κάτω των 55 ετών, έναντι 13%-14% στους 55+), απαλείφοντας ουσιαστικά την εικόνα της γερασμένης εκλογικής βάσης που το χαρακτήριζε όλη την προηγούμενη δεκαετία. Έτσι ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, ειδικά στην ηλικιακή κατανομή της ψήφου, από δύο εικόνες εντελώς συμπληρωματικές που εμφάνιζαν μέχρι πρόσφατα, πλέον δίνουν μια εικόνα περισσότερο ανταγωνιστική μεταξύ τους, η οποία εντούτοις εξακολουθεί να φέρνει το ΠΑΣΟΚ σε μειονεκτική θέση. Σημαντική τέλος ήταν η άνοδος του ΚΚΕ, με την ηλικιακή ομάδα 17-34 ετών να αποτελεί συγκριτικά την ισχυρότερη για αυτό (8%-9%) και στις δύο αναμετρήσεις, γεγονός σχετικά ασυνήθιστο για τα δεδομένα του κόμματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά, που παραπέμπει όμως στις δύο συνεχόμενες πρωτιές της Πανσπουδαστικής στις φοιτητικές εκλογές τα τελευταία δύο χρόνια.

Αθροιστικά τα ποσοστά των τεσσάρων αυτών παραδοσιακών κοινοβουλευτικών κομμάτων, μεταξύ των τριών γενικών ηλικιακών κατηγοριών (17-34,35-54, 55+) ήταν 73%, 80%, 86% το Μάιο και 67%, 74%, 86% τον Ιούνιο, με τη διαβάθμιση των σχετικών ποσοστών να θυμίζει σε μία μικρογραφία τον εκλογικό σεισμό του 2012 ή τα πρόδρομά του συμπτώματα το 2007-2009. Εντούτοις, αυτή τη φορά η σχετική διαβάθμιση καθορίζεται αποκλειστικά σχεδόν από την αντίστοιχη κλιμάκωση των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας, αφού οι ανάλογες διακυμάνσεις για τα υπόλοιπα τρία κόμματα είναι πιο περιορισμένες.

Γίνεται έτσι φανερό ότι η όποια διαμαρτυρία ή η (συχνά κακώς λεγόμενη) «αντισυστημικότητα» της ψήφου των νέων εκφράστηκε κυρίως εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ και υπέρ των μικρότερων παικτών του εκλογικού ανταγωνισμού, δηλαδή των κομμάτων που διεκδίκησαν την είσοδό τους (ή την παραμονή τους) στο κοινοβούλιο, με τα αντίστοιχα αθροίσματα των ποσοστών τους να είναι 27%, 20%, 14% στις πρώτες εκλογές και 33%, 26%, 14% στις δεύτερες. Η συγκεκριμένη δηλαδή ψήφος στα νεότερα κοινά κυμάνθηκε σε επίπεδα διπλάσια από αυτά των μεγάλων ηλικιών στις εκλογές του Μαΐου και ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο τον Ιούνιο, συνυπολογιζομένης και της μείωσης της συμμετοχής κατά 800.000 ψήφους (ή κατά 700.000 έγκυρα).

Με διαφορά τη νεανικότερη κατ’ αναλογία ψήφο, εμφανίζει στις τελευταίες διπλές εκλογές (όπως και το 2019) το ΜέΡΑ 25, το ποσοστό του οποίου παρέμεινε περί το 6% στις νεότερες ηλικίες (έως 34 ετών), αλλά υποχώρησε ελαφρώς σε 2%-3% στις μεγαλύτερες, από 2%-4% αντίστοιχα το 2019. Μια μεταβολή, που όμως σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα δημογραφικά δεδομένα της εποχής, μάλλον του κόστισε την είσοδο στη Βουλή.

Παρόμοια, αλλά ελαφρώς πιο ισορροπημένη ήταν η κατανομή για την Πλεύση Ελευθερίας, η οποία επίσης στις νεότερες ηλικίες έλαβε 5% (και 6%-7% στους 17-24) και 2%-3% στις υπόλοιπες, αλλά με μια οριακή ενίσχυση στις δεύτερες εκλογές, που της αρκούσε όμως για να υπερβεί τελικά το φράγμα του 3%. Για τους δε Σπαρτιάτες, η καταγραφή της επιρροής τους τον Ιούνιο θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την παλιότερη νεανική ψήφο της Χρυσής Αυγής, αλλά με μια μεγαλύτερη ομοιομορφία σε όλες τις κατηγορίες κάτω των 45 ετών (8%), σαφώς όμως με υποδιπλάσια ποσοστά στις μεγαλύτερες (2%-4%).

Τέλος, αντίστοιχη νεανική κατανομή προδίδει η συνολική ψήφος των Λοιπών κομμάτων, παρά τη συρρίκνωσή της στην αναμέτρηση του Ιουνίου, ενώ κάτι ανάλογο δεν μαρτυρούν τα δεδομένα για την Ελληνική Λύση και τη Νίκη, που εμφανίζονται περισσότερο ισορροπημένη η πρώτη και με μεγαλύτερη έμφαση στις ενδιάμεσες ηλικίες η δεύτερη. 

Παράλληλα, είναι δυνατό να αναδειχθούν οι εσωτερικοί διαχωρισμοί της νεανικής ψήφου, από τη διασταύρωσή της με το φύλο και το επίπεδο σπουδών (Πίνακας 5), επιβεβαιώνοντας όμως σε γενικές γραμμές και πολλές φορές μεγεθύνοντας τις αντίστοιχες διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Συγκεκριμένα, η ανδρική ψήφος στις νεότερες ηλικίες (17-34) είναι σαφώς ισχυρότερη για την Ελληνική Λύση (5%-7% προς 3%-4%) και ακόμα περισσότερο για τους Σπαρτιάτες (12% προς 3%), για τους οποίους το συγκεκριμένο εύρημα αποτελεί ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κοινό στοιχείο με το παλαιότερο δημογραφικό προφίλ της Χρυσής Αυγής.

Από την άλλη πλευρά, η γυναικεία ψήφος ευνοεί την Πλεύση Ελευθερίας (4% προς 6%-7%), το ΠΑΣΟΚ (8% προς 12% τον Ιούνιο) και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την υποχώρηση του ποσοστού του στο 16% μεταξύ των νέων ανδρών τον Ιούνιο και με τις νέες γυναίκες να αποτελούν ίσως το μοναδικό υποσύνολο του εκλογικού σώματος στο οποίο τα ποσοστά του ήταν ισοδύναμα με εκείνα της ΝΔ. Αντίστιξη η οποία παραπέμπει ευθέως στην σταθερά διαπιστωμένη πιο αριστερόστροφη ψήφο των νέων γυναικών τα τελευταία χρόνια,19 κάτι το οποίο δεν επιβεβαιώνεται όμως στην περίπτωση του ΜέΡΑ 25 ιδιαίτερα στις δεύτερες εκλογές (7% στους νεαρούς άνδρες έναντι 4% στις γυναίκες). 

 

Όσο για τον διαχωρισμό με βάση το (ολοκληρωμένο) επίπεδο σπουδών, ανάμεσα σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια (που εφαρμόζεται μόνο για τις ηλικίες 25-34, για τις οποίες έχει στατιστικά νόημα), εκτός από τα παραδοσιακά κόμματα (και με την εξαίρεση του ΠΑΣΟΚ τον Μάιο), ισχυρότερα ποσοστά μεταξύ των νέων ανώτατης εκπαίδευσης συγκεντρώνουν η Πλεύση Ελευθερίας (τον Ιούνιο) και κυρίως το ΜέΡΑ 25 (όπως και το 2019). Εντελώς αντίστροφα, στους νέους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σαφώς υψηλότερα είναι τα ποσοστά της Ελληνικής Λύσης (8%-11% προς 2%-3%) και των Σπαρτιατών (13% προς 5%), δηλαδή των δύο βασικών κομμάτων που τοποθετούνται στα δεξιότερα σημεία του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα, στοιχείο το οποίο παραπέμπει στην πολιτισμική κυρίως βαρύτητα της μεταβλητής της εκπαίδευσης για τις νεότερες ηλικίες (δεδομένης της αρκετά υψηλής αναλογίας αποφοίτων ΑΕΙ/ΤΕΙ), σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες, όπου η σημασία της εξακολουθεί να ενέχει και χαρακτήρα κοινωνικού διαχωρισμού, ο οποίος όμως περιορίζεται πλέον κυρίως στους ψηφοφόρους άνω 65 ετών.

Αν τα τελευταία ευρήματα είναι μάλλον αναμενόμενα, στο σημείο αυτό εντούτοις ανακύπτουν δύο σημαντικές διαφοροποιήσεις των πρόσφατων εκλογών με εκείνες του «σεισμού» του 2012. Η διαφυγή μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων προς νεότερα challenger parties το 2012 ήταν περισσότερο φαινόμενο των στρωμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ αυτή τη φορά αφορούσε σε συγκριτικά μεγαλύτερο βαθμό εκλογείς χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, ειδικά σε ό,τι αφορά τις νεότερες ηλικίες.

Παρόλα αυτά, συνολικά η εκλογική συμπεριφορά των νεότερων ηλικιών παραμένει κατά πλειοψηφία αριστερόστροφη (ή ορθότερα “μη-δεξιά”), αν και με λιγότερη ένταση σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σε αντίθεση πλέον με τις υπόλοιπες ηλικιακές κατηγορίες, καθώς και με οποιαδήποτε άλλη δημογραφική-κοινωνική ομάδα του εκλογικού σώματος. Αυτή η ένδειξη προκύπτει εκ πρώτης όψεως με βάση το άθροισμα των «μη-δεξιών» δυνάμεων στα καθαυτό εκλογικά αποτελέσματα, που και στις δύο αναμετρήσεις κινείται κοντά στο 50%-52% (έναντι 41%-44% στο σύνολο των ηλικιών άνω των 35 ετών), εφόσον σε αυτές συνυπολογιστούν το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ και της (ιδεολογικά περισσότερο αμφιλεγόμενης τοποθέτησης) Πλεύσης Ελευθερίας. 

Σε παρόμοιο συμπέρασμα οδηγούν και οι απαντήσεις στο exit poll σχετικά με την ιδεολογική αυτοτοποθέτηση των ψηφοφόρων στην άξονα Αριστερά-Δεξιά. Ποσοτικοποιώντας τες και δίνοντας τιμές 1-7 στην σχετική κλίμακα (όπου 1=Άκρα Αριστερά, 7=Άκρα Δεξιά), ο μέσος όρος για τις ηλικίες 17-34 ετών είναι μικρότερος (κινείται αριστερότερα) από την κεντρική τιμή 4 (=Κέντρο) και στις δύο αναμετρήσεις του 2023 (3,82 και 3,96, παρά τη συνολική περαιτέρω μετατόπιση προς τα Δεξιά στις εκλογές του Ιουνίου, Πίνακας 6δ), με διακριτή μάλιστα απόσταση από τις ηλικιακές κατηγορίες 35-54 και 55+ ετών (οι οποίες τοποθετούνται δεξιότερα του Κέντρου, σε τιμές ανώτερες του 4), εμφανώς μεγαλύτερη από όσο είχε καταγραφεί σε ανάλογες μετρήσεις του παρελθόντος.20

Τα παραπάνω προκύπτουν από τις «έγκυρες» απαντήσεις, δηλαδή επί των πιο πολιτικοποιημένων ίσως ερωτώμενων. Ταυτόχρονα όμως, οι νεότερες ηλικίες παρουσιάζουν και πολύ υψηλότερα συνολικά ποσοστά άρνησης ή μη αναγνώρισης του ιδεολογικού άξονα («Τίποτα από τα παραπάνω»), σε επίπεδα 34%-36%, έναντι 26%-28% των μεσαίων ηλικιών (35-54 ετών) και 14%-16% των μεγαλύτερων (55+). Επιβεβαιώνοντας δηλαδή την γενική αντίληψη για την περισσότερο αποϊδεολογικοποιημένη συμπεριφορά της νεολαίας, η οποία σε έναν βαθμό υποκρύπτει και «αντι-πολιτικές», δυνάμει ακροδεξιές ή άλλες μη κοινωνικά «αποδεκτές» αντιλήψεις, οι οποίες συνυπάρχουν με την πιο αριστερόστροφη τοποθέτηση του φανερά πολιτικοποιημένου τμήματός της, αφήνοντας έτσι περιθώρια για μη αναμενόμενες εκλογικές επιλογές.

Οι ενδείξεις από την περαιτέρω επεξεργασία των στοιχείων του exit poll φαίνεται να επαληθεύουν και άλλα χαρακτηριστικά για την γενικότερη εκλογική συμπεριφορά των νεότερων ψηφοφόρων. Π.χ. αυτοί εμφανίζονται περισσότερο αναποφάσιστοι: σε αθροιστικό ποσοστό 42% αποφάσισαν την τελευταία εβδομάδα ή την ίδια μέρα στις εκλογές του Μαΐου, έναντι 30% και 16% για τις άλλες δύο ηλικιακές κατηγορίες (τον Ιούνιο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 20%, 16% και 8%).

Επίσης παρουσιάζουν αισθητά χαμηλότερη εγγύτητα προς το κόμμα που τελικά ψηφίζουν (42%-47% έναντι 55%-63% στο σύνολο του εκλογικού σώματος), δίνουν σε μικρότερο βαθμό θετική ψήφο «προτίμησης» προς αυτό (44% έναντι 49% και 62% στις άλλες δύο ηλικιακές ομάδες τον Μάιο). Τέλος, με βάση τα ποσοστά συμμετοχής της κάθε ηλικιακής ομάδας στα exit poll των δύο διαδοχικών εκλογών, η αυξημένη αποχή τον Ιούνιο φαίνεται ότι αφορούσε σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό τους νεότερους ψηφοφόρους, καθώς η προσέλευσή τους υπολογίζεται κατά 25% μειωμένη σε σχέση με τον Μάιο, όταν η αντίστοιχη μείωση για τους ψηφοφόρους 35-54 ετών είναι 17%, ενώ η συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών (55+) φαίνεται ότι παρέμεινε σχεδόν στα ίδια επίπεδα (-2%).

 

 

Εκλογικό ιστορικό ανά ηλικιακή ομάδα

Επιστρέφοντας τέλος στην έννοια της γενιάς, μπορεί να επιχειρηθεί μια διερεύνηση της διαχρονικότητας της εκλογικής συμπεριφοράς κάθε επιμέρους ηλικιακού υποσυνόλου του εκλογικού σώματος, ανάλογα με την ακριβή χρονιά εισόδου σε αυτό, σε βουλευτικές εκλογές (και λαμβάνοντας υπόψη τις τρεις ηλικιακές επεκτάσεις του εκλογικού δικαιώματος, το 1977, το 1984 και το 2016, με όριο τις ηλικίες 20, 18 και 17 ετών αντίστοιχα, από εκείνο των 21 ετών παλαιότερα). Κάτι τέτοιο καθίσταται δυνατό με τη χρήση των στοιχείων των πρόσφατων exit polls (από το 2012) και με βάση τις ηλικίες των ψηφοφόρων, όπως αυτές προκύπτουν από τον ακριβή χρόνο γέννησής τους (ερώτηση στην οποία συνήθως απαντά το 95%-97% του συνόλου των συμμετεχόντων).

Μεθοδολογικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα σε μια τέτοια προσέγγιση είναι ο επιμερισμός του συνολικού δείγματος σε πολύ μικρές ομάδες,21 με συνακόλουθη εκτίναξη του στατιστικού σφάλματος. Εντούτοις το συνολικό αριθμητικό μέγεθος του exit poll (δείγματα άνω των 5.000 ατόμων), πολύ μεγαλύτερο από όλες σχεδόν τις ανάλογες κοινωνικές ή πολιτικές έρευνες, εξασφαλίζει μια σχετική στατιστική αξιοπιστία (παρόμοια με εκείνη για τις μεγάλες ηλικιακές κατηγορίες στις συνήθεις πολιτικές δημοσκοπήσεις δείγματος 1.000 ή 2.000 ατόμων), ακόμα και για αυτά τα “στενά” ηλικιακά υποσύνολα, ειδικά ως προς την εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των μεγαλύτερων κομμάτων.

Με βάση τα παραπάνω, στον Πίνακα 7 παρουσιάζονται ενδεικτικά τα διαχρονικά ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας ανά ηλικιακή ομάδα την περίοδο από το 2012 μέχρι το Μάιο του 2023 (οι εκλογές του Ιουνίου δεν λαμβάνονται καταρχήν υπόψη, λόγω της διευρυμένης Αποχής, στην οποία εν μέρει οφείλονται και οι όποιες διαφοροποιήσεις).

 

Οι ομάδες με σημερινή ηλικία 17-36 ετών (των γεννηθέντων τα έτη 1987-2006, με μέσο δείγμα 244 άτομα το Μάιο του 2023), όσων δηλαδή απέκτησαν εκλογικό δικαίωμα μετά το 2005, συναποτελούν δηλαδή κατά βάση τη γενιά της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, η πολιτικοποίηση της οποίας ξεκινά μάλλον με τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλ. Γρηγορόπουλου ή και λίγο νωρίτερα. Αυτοί οι ψηφοφόροι μέχρι σήμερα εξακολουθούν να είναι συγκριτικά οι λιγότερο «φιλικά» διακείμενοι προς το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, καθώς ακόμα και στις εκλογές του 2019, τα ποσοστά της μετά βίας ξεπερνούσαν το όριο του 30% (μάλιστα το Σεπτέμβριο του 2015 ήταν αισθητά χαμηλότερα του 20%), κάτι το οποίο όμως συνέβη στις εκλογές του Μαΐου του 2023, έστω και προς στιγμή, αφού στο πλαίσιο της γενικευμένης Αποχής του Ιουνίου, τα ποσοστά της επανήλθαν χαμηλότερα.

Αντίθετα, όλες αυτές οι ηλικιακές κατηγορίες έδιναν σταθερά την πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και το 2019 (κατά κανόνα με ποσοστά 35%-40% στις δύο εκλογές του 2015), αφήνοντάς τον όμως στην δεύτερη θέση το 2023 (20%-25% ή και χαμηλότερα τον Ιούνιο).

Οι γεννηθέντες την περίοδο 1973-1986, με σημερινές ηλικίες 37-50 ετών (μέσο μέγεθος δείγματος ανά ομάδα 363 άτομα το Μάιο του 2023), αποτελούν την κατηγορία που απέκτησε εκλογικό δικαίωμα σε μια από τις περισσότερο αποϊδεολογικοποιημένες περιόδους της Μεταπολίτευσης (1993-2004), δεδομένης και της σύγκλισης ή συναίνεσης μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στα ζητήματα κυρίως της Ευρωπαϊκής στρατηγικής. Μεταξύ αυτών των ψηφοφόρων, η ΝΔ επίσης δεν υπερέβαινε το 28% μέχρι και το 2015, το 2019 όμως πέτυχε ίσως την εντυπωσιακότερη ενίσχυση των ποσοστών της (κατά 16%-20%), εμφανίζοντας συνολικά τη μεγαλύτερη εκλογική μεταβλητότητα στο εκλογικό σώμα.

Στις εκλογές του 2023 παρατηρήθηκε όμως ένας εσωτερικός διαχωρισμός σε αυτή την κατηγορία, καθώς στους μεγαλύτερους από αυτούς τους ψηφοφόρους (45-50 ετών σήμερα) οι επιδόσεις της ΝΔ αυξήθηκαν ελαφρώς περαιτέρω, ενώ στους νεότερους (37-44 ετών) παρουσίασαν μία κάμψη κατά 5% περίπου. Με τους δεύτερους δηλαδή να καταλήγουν πιο κοντά σε εκείνους της αμέσως νεότερης κατηγορίας και τους πρώτους σε εκείνους της μεγαλύτερης. Έτσι όμως διαμορφώθηκε, ίσως για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα, μια σαφής και κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ως προς την επιρροή της ΝΔ, με όριο τα 45 έτη, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία, αλλά για το σύνολο του εκλογικού σώματος (το μέσο ποσοστό της υπολογίζεται σε 46% σε όλους τους ψηφοφόρους άνω των 45 ετών και σε 32% σε εκείνους μέχρι 44 ετών).

Οι ψηφοφόροι ηλικίας 51-69 ετών (γεννηθέντες την περίοδο 1954-1972, μέσο δείγμα ανά ομάδα τα 481 άτομα στις εκλογές του Μαΐου), είναι εκείνοι που ενηλικιώθηκαν την εποχή της έντονης πολιτικοποίησης (1975-1990). Σε αυτούς η ΝΔ παρουσιάζει μια περισσότερο σταδιακή, αλλά συνεχή και πάλι, επέκταση της δύναμής της: από 25%-30% μετά τον Ιούνιο του 2012 και κατά βάση δεύτερο κόμμα, πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ, με μια πρόσκαιρη μάλιστα υποχώρηση κατά 5% τον Ιανουάριο του 2015, η επιρροή της ανήλθε σε 36%-39% το 2019, χωρίς σχεδόν ποτέ όμως να υπερβαίνει το εθνικό ποσοστό της. Εντούτοις, η νέα άνοδος που σημείωσε στο 42%-44% το 2023, εφόσον δεν αποδειχθεί συγκυριακή, ενδέχεται να διατηρήσει διευρυμένη την δυνητική εκλογική της βάση και τα επόμενα χρόνια. 

Αντιθέτως, η αμέσως μεγαλύτερη ηλικιακή κατηγορία, άνω των 70 ετών σήμερα (γεννηθέντες μέχρι το 1953, συνολικό δείγμα 835 άτομα τον Μάιο και με τυπική απόκτηση εκλογικού δικαιώματος μέχρι το 1974), στην πλειοψηφία της δεν θα είναι ενεργή στο εκλογικό σώμα στο τέλος αυτής της δεκαετίας. Πρόκειται για την κατηγορία στην οποία διαχρονικά καταγράφονται μακράν τα υψηλότερα ποσοστά της ΝΔ, με τη δύναμή της να είναι της τάξης του 40% (κατά μέσο όρο) από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και το 2015 (33% ακόμα και στον εκλογικό σεισμό του Μαΐου 2012), ενώ πλησίασε και εν συνεχεία υπερέβη το 50% το 2019 και το 2023.

Βεβαίως, η εν λόγω ηλικιακή ομάδα επιδέχεται επίσης ηλικιακών και ιστορικών διαχωρισμών, π.χ. ανάμεσα σε όσους ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (70-76 ετών σήμερα), ψηφίζοντας για πρώτη φορά το 1974 και στους μεγαλύτερους, όσους δηλαδή είχαν αποκτήσει εκλογικό δικαίωμα μέχρι και για τις εκλογές που δεν διεξήχθησαν το 1967. 

Από τα στοιχεία που παρατίθενται στον Πίνακα 7, προκύπτει ότι για την πρώτη ομάδα (τη «γενιά της δικτατορίας»), με όλες τις ιστορικές και πολιτικές της ιδιαιτερότητες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την απήχηση της ΝΔ, ενώ το 2012 τα ποσοστά της τοποθετούνταν πολύ πιο κοντά σε εκείνα των αμέσως νεότερων ηλικιών, σταδιακά μετά το 2015 (τον Ιανουάριο) η σχετική απόσταση από τις αμέσως μεγαλύτερες άρχισε διαρκώς να περιορίζεται. Πιθανή ίσως ένδειξη ότι μετά κάποιο ηλικιακό όριο (των 55 ή των 65 ετών), η καθαυτό ηλικία αποτελεί ίσως σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα της εκλογικής συμπεριφοράς από εκείνον της γενιάς.

Σε κάθε περίπτωση, η παραπάνω αποτύπωση αποτελεί ουσιαστικά μια πρωτόλεια προσέγγιση της διαχρονικότητας της ψήφου ανά γενιά, ανοιχτή σε πολλαπλές συμπληρώσεις ή διορθώσεις σε μελλοντικές εργασίες, υποδεικνύοντας ωστόσο μια τεχνική-μεθοδολογική δυνατότητα. Εντούτοις, αφενός καταδεικνύει ότι τα συνήθη διαστήματα των ηλικιακών κατηγοριών στις δημοσκοπήσεις είναι πιθανό σε ένα βαθμό να συσκοτίζουν την πραγματική εικόνα των ηλικιακών διαφοροποιήσεων της ψήφου, ενώ μια νέα ομαδοποίηση, μετά την αναλυτική παράθεση των επιμέρους δεδομένων, ίσως να ήταν περισσότερο διαφωτιστική. Στοιχείο που ευνοεί επιπλέον έναν τέτοιον χειρισμό συνιστά η παρατήρηση ότι οι διακυμάνσεις των ποσοστών ανάμεσα σε κοντινές ή διαδοχικές ηλικιακές ομάδες είναι σχετικά πιο περιορισμένες, δίνοντας συχνά την εικόνα μιας κάποιας ομοιογένειας. Όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τότε υποδεικνύονται οι ηλικιακές τομές στο εσωτερικό του εκλογικού σώματος.

Συμπερασματικά πάντως, για τα εδώ στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά τη μελέτη της επιρροής της ΝΔ στη συγκεκριμένη περίοδο, μπορεί να επισημανθεί ότι ενώ σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζεται μία συνολικότερη ομοιογένεια της ψήφου σε όλες σχεδόν τις ηλικίες κάτω των 55-65 ετών (βλ. Μάιο του 2012 και Ιανουάριο του 2015), σε άλλες γίνεται φανερή η ύπαρξη ενός γενικότερου εσωτερικού διαχωρισμού (άλλοτε ισχυρότερου και σαφέστερου, άλλοτε όχι) των πιο δυναμικών κοινών, με το σχετικό όριο να κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 35 και 45 ετών και με τη δυνατότητα ενδεχομένως για περισσότερες επιμέρους ομαδοποιήσεις.

Προφανώς η νεολαία, εννοώντας το σύνολο των σημερινών ψηφοφόρων κάτω των 35 ετών περίπου, εντάσσεται σε αυτές, ως μια διακριτή και σχετικά ενιαία πλέον ηλικιακή κατηγορία, εμφανιζόμενη σταθερά ως το λιγότερο ευνοϊκό κοινό για τη ΝΔ, από τον εκλογικό σεισμό του 2012 και μετά. Επιβεβαιώνοντας την εκλογική συμπεριφορά της με χαρακτηριστικά «γενιάς», με κοινό βίωμα την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της, αλλά πλέον και την πολιτική απαξίωση του δικομματισμού, σε οποιαδήποτε μορφή του. Ανάλογη διαχρονική ιστορικότητα ενδεχομένως είναι ανιχνεύσιμη και σε άλλες επιμέρους ηλικιακές κατηγορίες, όμως για την ενίσχυση τέτοιων συμπερασμάτων είναι απαραίτητη σε µελλοντική έρευνα η επέκταση της διαχρονικής επισκόπησης στην εκλογική επιρροή και των υπολοίπων κομμάτων. 

  1. Mayer, N., Perrineau, P., Boy, D. (2005). Εκλογική Συμπεριφορά: Ιστορικές διαδρομές και μοντέλα ανάλυσης, Αθήνα: Σαββάλας, σ. 95-98[]
  2. Mayer, N., Perrineau, P., Boy, D. (2005), σ. 71, 105-107 και Norris, P. (2011). Democratic deficit: Critical citizens revisited, Cambridge University Press και Dalton, R. J. (2009). The good citizen: How a younger generation is reshaping American politics, Washington DC: CQ Press.[]
  3. Παντελίδου-Μαλούτα, Μ. (1987). Πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα: Gutenberg , Jennings, M. K. & Niemi, R. G. (1974), The Political Character of Adolescence, Princeton: Princeton University Press και Jennings, M. K. & Niemi, R. G. (1981), Generations and Politics: A Panel Study of Young Adults and Their Parents, Princeton: Princeton University Press.[]
  4. Burnham, W. D. (1967). «Party Systems and the Political Process». Στο W. N. Chambers & W. D. Burnham (eds.), The American Party Systems: Stages of Political Development, New York: Oxford University Press, pp. 288-303.[]
  5. Key, V.O. (1955). “A Theory of Critical Elections”, Journal of Politics 17, pp. 3-18 και Key, V.O. (1959). “Secular Realignment and the Party System”, Journal of Politics 21 (2), pp. 198–210.[]
  6. Sundquist, J. L. (1973). Dynamics of the Party System: Alignment and Realignment of Political Parties in the United States, Washington, D.C.: The Brookings Institution, p. 35-41, 298-299.[]
  7. Abramson, P. R. (1975). Generational Change in American Politics, Lexington MA: Lexington Books και Beck, P. A. (1974). “A socialization theory of partisan realignment”. Στο R. G. Niemi (ed.), The Politics of Future Citizens, San Francisco: Jossey-Bass, pp. 199-219.[]
  8. Κατσάπης, Κ. (2013). Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη Μεταπολεμική Ελλάδα, 1964-1974, Αθήνα: Εκδόσεις Απρόβλεπτες, σ. 15 κ.ε.[]
  9. Αναστασάκος, Γ., Βούλγαρης, Γ., Καψής, Π., Νικολακόπουλος, Ηλ. (1990). Εκλογές 1989-1990, Αθήνα: ΤΑ ΝΕΑ, σ. 15 κ.ε. Κάτι ανάλογο επιβεβαιώνεται προκύπτει και από τη συμπεριφορά των νέων ψηφοφόρων που εισήλθαν για πρώτη φορά στο εκλογικό σώμα το 1989-1990, με την κατανομή των ψήφων τους τον Ιούνιο να εκτιμάται σε 51,5% για τη ΝΔ, σε 35,5% για το ΠΑΣΟΚ και σε 10,9% για τον Συνασπισμό (βλ. στο ίδιο, σ. 21) []
  10. Mayer, N., Perrineau, P., Boy, D. (2005), ό.π. και Παντελίδου-Μαλούτα, Μ. (2015). «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 43, σσ. 5-46. Για το παράδειγμα των ΗΠΑ, ενδεικτικά βλ. Norpoth, H. (1987). “Under way and here to stay. Party realignment in the 1980s?”, Public Opinion Quarterly 51 (3), pp. 376–391.[]
  11. Τα δεδομένα για την ανάλυση της ψήφου κατά ηλικία στο exit poll παρέχονται πρωτίστως από την δήλωση της χρονολογίας γέννησης του κάθε ερωτώμενου. Εντούτοις είναι δυνατόν να αντιπαραβληθούν και να ελεγχθούν με την «εκτίμηση του ερευνητή», ο οποίος κατατάσσει αυθορμήτως τους ερωτώμενους σε ηλικιακές κατηγορίες.[]
  12. Βλ. Κουστένης, Π. (2008). «ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ στο Λεκανοπέδιο: Δύο ξένοι στην ίδια πόλη;», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 31, σσ.100-118[]
  13. Κουστένης, Π. (2018). «Στο λυκόφως (;) του Πράσινου Ήλιου: Συγκρότηση και μετεξέλιξη της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ 1974-2015». Στο Β. Ασημακόπουλος, Χρ. Τάσσης (επιμ.), ΠΑΣΟΚ: 1974-2018, Πολιτική οργάνωση, ιδεολογικές μετατοπίσεις, κυβερνητικές πολιτικές. Αθήνα: Gutenberg, σσ. 290-320[]
  14. Κουστένης, Π. (2014). «Αποδόμηση και αναδόμηση των εκλογικών ταυτίσεων: η κοινωνιολογική ανίχνευση του λεκανοπεδίου». Στο Γ. Βούλγαρης & Ηλ. Νικολακόπουλος (επιμ.), 2012: Ο Διπλός Ελληνικός Σεισμός, Αθήνα: Θεμέλιο, σσ. 83-123[]
  15. Κουστένης, Π. (2014). «Π. Κουστένης, «Εκλογές 2014: ο εκλογικός κύκλος της Χρυσής Αυγής», Αρχειοτάξιο 16, σσ. 89-108[]
  16. Κουστένης, Π. (2018), ό.π.[]
  17. Κουστένης, Π. (2019). «Η εκλογική αναστοίχιση 2012-2015: Από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ». Στο Γ. Μπαλαμπανίδης (επιμ.), ΣΥΡΙΖΑ: ένα κόμμα εν κινήσει. Αθήνα: Θεμέλιο, σσ. 41-75.[]
  18. Κουστένης, Π. (2020). «Οι διπλές εκλογές του 2019: η συγκρότηση του νέου δικομματισμού». Στο Π. Ιωαννίδης & Ηλ. Τσαουσάκης (επιμ.), 2019 – Oι Πρώτες Εκλογές Μετά το Μνημόνιο: Η Ακτινογραφία της Ψήφου. Αθήνα: Παπαζήσης, σσ. 37-48.[]
  19. Παντελίδου-Μαλούτα, Μ. (2015). «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 43, σσ. 5-46.[]
  20. Ανάλογες ερωτήσεις ιδεολογικής αυτοτοποθέτησης περιλάμβαναν τα exit poll του 2009 και του Μαΐου 2012, αλλά με δυνατότητα μόνο 5 απαντήσεων (χωρίς την επιλογές Άκρα Αριστερά, Άκρα Δεξιά), γεγονός που δυσχεραίνει την απευθείας σύγκριση των απαντήσεων με τις σημερινές. Παρόλα αυτά, στην τότε αντίστοιχη κλίμακα 1-5, ο μέσος όρος των νέων ηλικιών ήταν πολύ κοντά σε εκείνον των 35-54 ετών και σε μικρότερη απόσταση από τον αντίστοιχο στις ηλικίες 55+.[]
  21. Η κάθε μία από αυτές περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία ηλικιακά έτη. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η ομάδα των ψηφοφόρων σημερινής ηλικίας 32-33 (γεννηθέντων τα έτη 1990-1991) που εισήλθε στο εκλογικό σώμα το 2009.[]
Πολιτική Cookies