PROJECT: Youth Precarity

PROJECT: Youth Precarity

Κλείσιμο
Project: Youth Precarity
  • Σχετικά με το project

    Το Youth Precarity είναι ερευνητικό πρόγραμμα του Eteron που συνεχίζει τη δουλειά του Ινστιτούτου σε ζητήματα νέας γενιάς και επικεντρώνεται στη θεματική της εργασιακής επισφάλειας.

    Θέτουμε στο επίκεντρο ερωτήματα όπως: Τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο “επισφάλεια” στην εργασία; Ποιες είναι οι διεθνείς τάσεις και ποια η κατάσταση των νέων ηλικίας 18 – 34 ετών στην ελληνική αγορά εργασίας; Ποιες είναι οι επιδράσεις των εμπειριών εργασιακής επισφάλειας στην ταυτότητα, τις απόψεις και τις προσδοκίες των νέων; Είναι ανίκητη η επισφάλεια;

    Το ερευνητικό πρόγραμμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ποσοτική έρευνα, report ανάλυσης των διαθέσιμων στοιχείων της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού, τη Vidcast σειρά εκπομπών “On Precarity”, προτάσεις πολιτικής & πρωτοβουλίες δικτύωσης, ευαισθητοποίησης και ανάδειξης συλλογικών αντιστάσεων απέναντι στην επισφάλεια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

    Το πρόγραμμα θα γίνει σε συνεργασία με το Εργαστήριο Κοινωνικής Θεωρίας και Εμπειρικής Έρευνας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ.

  • Ταυτότητα

    Το ερευνητικό πρόγραμμα ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2024. Επικοινωνία: costas.gousis@eteron.org

  • Συντελεστές/τριες

Οι εργάτ(ρι)ες της τέχνης: Επισφάλεια στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα  

19.03.2024

Οι εργάτ(ρι)ες της τέχνης: Μια συζήτηση με τη Χ. Καρακιουλάφη για την επισφάλεια στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα  

Με βάση ποια κριτήρια ορίζεται ο επαγγελματίας καλλιτέχνης; Γιατί περιγράφονται οι καλλιτέχνες ως αρχέτυπο ευέλικτα εργαζόμενου στο σύγχρονο καπιταλισμό; Τι αντίκτυπο έχει η εμπορευματοποίηση της τέχνης στη συγκρότηση της επαγγελματικής ταυτότητας των καλλιτεχνών; 

Ποιο εργασιακό τοπίο διαμορφώνεται για τους ηθοποιούς στην Ελλάδα μετά από τη δεκαετία της κρίσης και την πανδημία; Ποια είναι τα κύρια εμπόδια στη συνδικαλιστική δραστηριοποίηση των καλλιτεχνών και ποιες διεκδικήσεις και συλλογικές δράσεις ξεχώρισαν μέσα στην πανδημία; 

Τις απαντήσεις σε αυτά και άλλα ερωτήματα θα βρείτε στη συνέντευξη που παραχώρησε η Χριστίνα Καρακιουλάφη στον Κώστα Γούση στο τρίτο επεισόδιο της εκπομπής του Eteron “On Precarity”, μια vidcast σειρά συζητήσεων με συγγραφείς βιβλίων γύρω από την εργασιακή επισφάλεια. 

Η Χριστίνα Καρακιουλάφη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης στο γνωστικό αντικείμενο «Κοινωνιολογία των Εργασιακών Σχέσεων». Στην παρούσα φάση είναι επιστημονικά υπεύθυνη του ερευνητικού προγράμματος «Εργασιακή επισφάλεια και κοινωνική συνοχή: Η περίπτωση των πολιτιστικών και δημιουργικών βιομηχανιών». 

Η συνέντευξη έγινε με αφορμή το βιβλίο της με τίτλο «Οι εργάτες της τέχνης. Το επάγγελμα του ηθοποιού στην Ελλάδα σε καιρούς κρίσης», το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Παπαζήση το 2022.  

Ακολουθεί η γραπτή μορφή της συνέντευξης: 

Κώστας Γούσης: Κυρία Καρακιουλάφη, καλωσήρθατε και ευχαριστούμε που αποδεχτήκατε την πρόσκλησή μας. Ας ξεκινήσουμε με την πρώτη ερώτηση ακολουθώντας και τις θεματικές του βιβλίου σας. Λαμβάνοντας υπόψη τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ επαγγέλματος και τέχνης,  μπορούμε να διερευνήσουμε τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα με τα συνήθη εργαλεία ανάλυσης και ερμηνείας άλλων μορφών αμειβόμενης εργασίας; Με βάση ποια κριτήρια ορίζεται τελικά ο επαγγελματίας καλλιτέχνης; 

Χριστίνα Καρακιουλάφη: Πολύ ωραίο ερώτημα. Να ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος που έχει να κάνει με τον ορισμό του επαγγελματία καλλιτέχνη και τον προσδιορισμό ουσιαστικά της επαγγελματικής ταυτότητας. Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα στην περίπτωση των καλλιτεχνών διότι δεν υπάρχουν πάντοτε πολύ σαφή κριτήρια εισόδου σε ένα επάγγελμα και πιστοποίησης δεξιοτήτων και γνώσεων. Τα περισσότερα καλλιτεχνικά επαγγέλματα είναι ανοιχτές αγορές εργασίας όπου θεωρητικά ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να εισέλθει με βάση κάποια ελάχιστα προσόντα.  Άρα, δεν υπάρχει κάποια πιστοποίηση που για παράδειγμα  να λέει ότι εσύ είσαι ή δεν είσαι ηθοποιός, τραγουδιστής κτλ. Δεν υπάρχει κάποια επαγγελματική κατοχύρωση. Βεβαίως, αυτό είναι λογικό διότι σε πολλά από αυτά τα επαγγέλματα υπάρχει και μία πολυδραστηριότητα, όχι απαραίτητα εκτός του καλλιτεχνικού πεδίου αλλά κάποιος για παράδειγμα μπορεί να είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης ή τραγουδιστής και παράλληλα χορευτής. Άρα, εκ των πραγμάτων ενεργοποιεί διάφορες γνώσεις και δεξιότητες σε σχέση με την άσκηση του επαγγέλματος. Σε αυτό προστίθεται βέβαια και το γεγονός ότι υπάρχει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου εργασίας των καλλιτεχνών που είναι αόρατος και μη αμειβόμενος. Άρα, δεν μπορείς να αντιληφθείς την καλλιτεχνική εργασία με όρους μιας μισθωτής εργασίας οκταώρου για παράδειγμα, διότι ένα μεγάλο μέρος της προεργασίας για να βγει το καλλιτεχνικό έργο δεν αμείβεται και είναι αόρατο. Συνήθως, ένα κριτήριο χρήσιμο και βοηθητικό είναι αυτό του αυτοπροσδιορισμού. Και αυτό φαίνεται κυρίως μέσα από ποιοτικές συνεντεύξεις όταν ερωτώνται οι ίδιοι/ες πώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ή αν τον αντιλαμβάνονται ως χορευτή/τρια, μουσικό, ηθοποιό κοκ. Και εκεί δείχνουν μία διστακτικότητα στο να απαντήσουν γιατί και στα δικά τους τα μάτια κάνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Δεν είναι μόνο αυτό. Πάντως το κριτήριο του αυτοπροσδιορισμού βοηθάει, όπως βεβαίως βοηθάει και το κριτήριο της αναγνώρισης από ομότεχνους. Ο Μπέκερ, ο οποίος είναι ένας από τους γνωστούς μελετητές των καλλιτεχνικών επαγγελμάτων ουσιαστικά λέει ότι ακόμα κι αν δεν υπάρχουν αυστηρά κριτήρια εισόδου στο επάγγελμα, είναι η αγορά που ρυθμίζει τη διαδικασία. Αν δε σε θεωρούν ομότεχνο σε αποκλείουν, ενώ αν σε θεωρουν ομότεχνο παραμένεις εντός. 

Κώστας Γούσης: Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στους καλλιτέχνες ως “αρχέτυπο επισφαλώς εργαζόμενου στο σύγχρονο καπιταλισμό”. Με βάση αυτή την εκτίμηση, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν τις αγορές εργασίας των καλλιτεχνών και τι μαθαίνουμε από αυτά για την σύγχρονη τάση προς την ευέλικτη εργασία; 

Χριστίνα Καρακιουλάφη: Πρώτα από όλα, η καλλιτεχνική εργασία εκ των πραγμάτων φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της ευέλικτης εργασίας. Δηλαδή είναι λίγοι και λίγες εκείνοι και εκείνες που εργάζονται με μία σύμβαση αορίστου ή ακόμα και ορισμένου χρόνου στον ίδιο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκτός αν πάρεις ας πούμε μία μεγάλη σκηνή ή έναν μεγάλο οργανισμό. Άρα έχεις διαλείπουσα εργασία, βασιζόμενη σε project εργασία, εποχική απασχόληση. Επομένως, είναι μία ευέλικτη απασχόληση εκ των πραγμάτων και αυτό είναι εν μέρει αναπόφευκτο υπό την έννοια ότι κάθε καλλιτεχνικό προϊόν καλείται να είναι καινοτόμο και πρωτότυπο. Και για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει μία εναλλαγή εργασιακών χώρων και εργασιακών δραστηριοτήτων. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο.  

Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτή η τάση που υπάρχει να κυριαρχεί μία γκρίζα ζώνη στο καθεστώς απασχόλησης μεταξύ αμειβόμενης εργασίας και αυτοαπασχόλησης, αυτό που συνοψίζουμε με τον όρο freelancer. Δηλαδή οι περισσότεροι/ες δουλεύουν με ένα καθεστώς τύπου freelancing. Ένα ακόμα ζήτημα είναι αυτή η έμφαση την οποία βρίσκουμε και στους σύγχρονους εργασιακούς χώρους, η έμφαση στη δημιουργικότητα. Δηλαδή άμα σκεφτούμε ότι κάποιες από τις βασικές δεξιότητες που ζητούνται πλέον από τους εργαζόμενους είναι να είναι δημιουργικοί, να είναι καινοτόμοι, να παίρνουν πρωτοβουλίες, να παίρνουν ρίσκα, όλα αυτά είναι στοιχεία τα οποία βρίσκουμε στην περίπτωση των καλλιτεχνών διαχρονικά. Αν παρατηρήσετε τα τελευταία χρόνια, δεν ξέρω αν έχει τύχει να διαβάσετε την έκθεση που προκύπτει από τις βραβεύσεις κάποιων μεγάλων εταιρειών σε σχέση με το πώς διαχειρίζονται το ανθρώπινο δυναμικό. Η λέξη κλειδί που συναντάει κάνεις είναι ότι το «πάθος» και η «αγάπη για την εργασία». Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η τάση να προβάλλεται η εργασία ως ένας τρόπος εκδήλωσης πάθους, ως ένας τρόπος αυτοεκπλήρωσης. Ουσιαστικά αυτό το λεξιλόγιο είναι ένα λεξιλόγιο που δανειζόμαστε από τις καλλιτεχνικές αγορές εργασίας και ευρύτερα από τις πολιτιστικές δημιουργικές βιομηχανίες. 

Επιπλέον, η επισφάλεια έχει να κάνει με το γεγονός ότι μπορεί να εργαστείς μην ξέροντας αν θα αμειφθείς και πόσο Θα αμειφθείς. Μπορεί να δουλεύεις ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου και ακόμα ακανόνιστες ώρες ή αυτό που λέμε με παραδοσιακούς όρους στη μισθωτή εργασία ανθυγιεινές ώρες εργασίας. Άρα, πολλά από τα χαρακτηριστικά που συναντάμε στους δημιουργικούς εργαζόμενους τα συναντάμε και στην περίπτωση των ευέλικτα απασχολούμενων σήμερα. 

Κώστας Γούσης: Γίνεται συχνά στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, τον επιχειρηματικό μετασχηματισμό των τεχνών που εντείνεται ειδικά από τη δεκαετία του ‘90 και μετά. Στο βιβλίο σας περιγράφετε την ανάδυση της φιγούρας του «καλλιτέχνη – επιχειρηματία». Τι αντίκτυπο έχει στη συγκρότηση της επαγγελματικής ταυτότητας των καλλιτεχνών αυτή η έκθεση στους κανόνες της αγοράς και τις αρχές λειτουργίας του καπιταλισμού; 

Χριστίνα Καρακιουλάφη: Δημιουργεί συγκρούσεις, δημιουργεί συγκρούσεις εσωτερικές, ταυτοτικές συγκρούσεις επειδή ακριβώς θεωρείται ότι υπάρχει μία αντίφαση ανάμεσα σε μία δημιουργικότητα, η οποία πηγάζει από μέσα και είναι κυρίως ένα μέσο ικανοποίησης μιας προσωπικής ανάγκης, με τους κανόνες της αγοράς που επιβάλλουν να μπορείς να πουλήσεις τον εαυτό σου, δηλαδή να είσαι σε μία συνεχή διαδικασία self-marketing, να αναζητάς χορηγούς, να αναζητάς χρηματοδότες, να μπορείς να πουλήσεις την εικόνα σου ή το δημιουργικό σου έργο, να μπεις σε μία διαδικασία του να φτιάξεις ένα φάκελο για να βρεις χρηματοδοτήσεις.  Δηλαδή ακόμα και αυτή η διαδικασία του να αναζητήσω έναν χορηγό για την παράσταση την οποία κάνω δεν βιώνεται πολύ ευχάριστα. Άρα, υπάρχει μία μόνιμη συνθήκη εσωτερικής διαπραγμάτευσης μεταξύ μιας πιο εμπορικής και μιας πιο δημιουργικής ταυτότητας. Συνήθως, οι περισσότεροι καλλιτέχνες οι οποίοι αποφασίζουν να διατηρήσουν μόνον τη δημιουργική τους ταυτότητα, προτιμούν να εργαστούν σε μία επισφαλή δεύτερη απασχόληση που δεν έχει να κάνει καθόλου με το καλλιτεχνικό έργο παρά ουσιαστικά να μπούν σε αυτήν τη λογική εμπορευματοποίησης της δημιουργικότητάς τους. 

Κώστας Γούσης: Θα ήθελα τώρα να στραφούμε σε ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό επάγγελμα, εκείνο του ηθοποιού στην Ελλάδα και στα ευρήματα της ποιοτικής εμπειρικής έρευνας που πραγματοποιήσατε το φθινόπωρο του 2020 διεξάγοντας 37 συνεντεύξεις με ηθοποιούς και εκπροσώπους σωματείων και συλλογικοτήτων (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος, Support Art Workers). Ποιο είναι το εργασιακό τοπίο που διαμορφώνεται για τους ηθοποιούς στην Ελλάδα μετά από τη δεκαετία της κρίσης; 

Χριστίνα Καρακιουλάφη: Ουσιαστικά το κομβικό σημείο το οποίο διαμόρφωσε την αγορά εργασίας των ηθοποιών κατά την περίοδο της κρίσης ήταν η κατάρρευση της συλλογικής σύμβαση εργασίας. Βεβαίως και πριν τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα. Υπήρχε η επισφαλής εργασία, υπήρχε η ανασφάλιστη εργασία, υπήρχαν οι χαμηλές αμοιβές που απέκλιναν από όσα όριζε η συλλογική σύμβαση εργασίας. Απλώς με την κατάρρευση της συλλογικής σύμβασης διαλύθηκαν όλα. Το τοπίο έγινε πλήρως απορρυθμισμένο και περάσαμε σε μία συνθήκη όπου είχες συμβάσεις της μιας μέρας, συμβάσεις μόνο για τις ημέρες των παραστάσεων ή το πολύ τριμηνες συμβασεις και ανασφάλιστη εργασία. Τα ένσημα, δηλαδή, συνήθως δεν αρκούσαν προκειμένου οι ηθοποιοί στην προκειμένη περίπτωση να πάρουν σε περιόδους που δεν εργάζονταν το επίδομα το οποίο δικαιούνταν από τη νυν ΔΥΠΑ. Οι πρόβες έπαψαν να αμείβονται έστω και συμβολικά. Και έχουμε επίσης και ένα καινούργιο φαινόμενο που προέκυψε μέσα στην κρίση, την αμοιβή με βάση τα ποσοστά, το οποίο είναι μία ακραία μορφή εργασιακής επισφάλειας ως προς την αμοιβή διότι εκεί πέρα υπήρχαν έντονες ανισότητες, δηλαδή τα μεγάλα ονόματα παίρναν υψηλά ποσοστά ενώ οι δευτεραγωνιστές ή τέλος πάντων τα υπόλοιπα στελέχη σε μία θεατρική παράσταση, για παράδειγμα, αμείβονταν με πολύ μικρά ποσά. Αυτό το γεγονός, δυστυχώς, επιδεινώθηκε και από την αύξηση των ΑΜΚΕ κατά την περίοδο της κρίσης. Πολλοί δηλαδή ηθοποιοί στράφηκαν στη δημιουργία μιας μικρής ΑΜΚΕ προκειμένου να διεκδικήσουν επιδοτήσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά στην πραγματικότητα με αυτόν τον τρόπο, επειδή οι επιχορηγήσεις ήταν πολύ μικρές, αναπαρήγαγαν μία συνθήκη οικονομικής και εργασιακής επισφάλειας. 

Κώστας Γούσης: Παράλληλα, η περίοδος που πραγματοποιήσατε την έρευνα πεδίου ήταν η περίοδος της πανδημίας. Με βάση τα συμπεράσματά σας, ποιες ήταν οι επιπτώσεις της πανδημίας, των λοκνταουν και της κοινωνικής αποστασιοποίησης στις εργασιακές σχέσεις και τις ζωές των ηθοποιών και ευρύτερα των καλλιτεχνών; Ποιες διαφορές βλέπουμε ανάμεσα στις δύο κρίσεις, την οικονομική και την πανδημική, από τη σκοπιά των επιπτώσεών τους;  

Χριστίνα Καρακιουλάφη:  Ουσιαστικά, η πανδημική κρίση έφερε απλώς στο προσκήνιο όλα αυτά τα διαχρονικά προβλήματα. Και τα έφερε στο προσκήνιο διότι πολλοί ηθοποιοί δεν εργάζονταν με σύμβαση όταν ξεκίνησε το πρώτο λοκνταουν ή και το επόμενο λοκνταουν του Οκτωβρίου – Νοεμβρίου. Ήταν σε μη αμειβόμενες πρόβες και δεν υπήρχε καμία κατοχυρωμένη εργασιακή σχέση και κανενός είδους συμφωνητικό με τον εργοδότη. Και ως εκ τούτου πολλοί και πολλές δεν μπόρεσαν να πάρουν το επίδομα. Αυτή λοιπόν η κατάσταση σε συνδυασμό με την διαθεσιμότητα χρόνου που είχανε ξαφνικά, έκανε τους ηθοποιούς να σκύψουν ουσιαστικά πάνω στα προβλήματα που υπάρχουν, να αρχίσουν να τα βλέπουν με ένα άλλο μάτι. Γιατί ναι μεν πάντοτε ήτανε μία ευάλωτη εργασιακή κατηγορία, απλώς σε εκείνη την πανδημική φάση, αυτή η ευαλωτότητα έγινε ορατή ενώ ταυτόχρονα έχασαν και όλες τις άλλες συμπληρωματικές πηγές εισοδήματος που είχανε. Ας πούμε θεατρικό παιχνίδι ή απασχόληση στην εστίαση ή στη θεατρική εκπαίδευση. Άρα βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς εισοδήματα. 

Η διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη κρίση ήταν νομίζω η εξής. Έχοντας  κάνει συνεντεύξεις με εργαζόμενους ηθοποιούς που βγήκαν στην αγορά εργασίας με το που ξέσπασε η κρίση, αυτό που αποκόμισα ήταν ότι κάνανε πάρα πολλές προσπάθειες προκειμένου να επιβιώσουν κατά την περίοδο της κρίσης. Και εκεί που αισθάνονταν ότι άρχισαν κάπως να πατάνε στα πόδια τους, ότι κάπως αρχίζει και διαμορφώνεται μία ομαλή εργασιακή συνθήκη, βρέθηκαν ξανά μπροστά στην ίδια κατάσταση και έχοντας επιπροσθέτως την αβεβαιότητα ότι όταν επανέλθουν στην κανονικότητα, πιθανώς πολλοί και πολλές δεν θα είναι πια στην αγορά εργασίας των ηθοποιών. Δηλαδή νομίζω ότι αυτό που άλλαξε ήταν το βίωμα, η αβεβαιότητα δηλαδή σε σχέση με το μέλλον, σε σχέση με το αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμα αυτό επιστρέφοντας στην κανονικότητα. 

Κώστας Γούσης: Και μια τελευταία ερώτηση. Την περίοδο της πανδημίας έλαβαν χώρα εντυπωσιακές κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών. Θα ήθελα να μας σχολιάσετε τις μορφές πάλης και αγώνα καθώς και τις διεκδικήσεις που προέκυψαν μέσα στην πανδημία. Και αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την συνδικαλιστική δραστηριοποίηση των καλλιτεχνών όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς. Απ’ τη μια υπάρχουν πολλά εμπόδια στη συνδικαλιστική δράση και απ’ την άλλη βλέπουμε πολύ μαχητικές και επιδραστικές κινητοποιήσεις και συλλογικές δράσεις καλλιτεχνών μέσα και έξω από τα παραδοσιακά συνδικάτα. Βλέπετε κάποιες δυναμικές που μπορεί να μας φανούν χρήσιμες ευρύτερα για το συνδικαλισμό των επισφαλώς εργαζομένων; 

 

Χριστίνα Καρακιουλάφη: Το βασικό αίτημα που αναδύθηκε μέσα στην πανδημία δεν ήταν τόσο το επίδομα. Τουλάχιστον όπως το αντιλήφθηκα, το επίδομα ήταν κάτι το δευτερεύον. Η βασική διεκδίκηση ήταν το κράτος και η Πολιτεία να τους δει ως εργαζόμενους/ες, που πρέπει να έχουν κάποια ελάχιστα εργασιακά δικαιώματα, ως εργαζόμενους/ες που δικαιούνται αμοιβή για τη δουλειά τους. Άρα διεκδικούσαν μία ορατότητα ως εργαζόμενοι εργάτες της τέχνης. Γιατί το παράπονο τους, με δεδομένες κιόλας τις δηλώσεις που έκανε ανά τακτά χρονικά διαστήματα η Υπουργός Πολιτισμού, ήταν ότι τους αντιμετώπισε σαν ανθρώπους οι οποίοι κάνουν το χόμπι τους και απλώς ψυχαγωγούν τον κόσμο. Άρα, η βασική διεκδίκηση ήταν η ορατότητα. Τώρα, η κινητοποίηση ήταν ευχάριστα αιφνιδιαστική διότι στην περίπτωση των καλλιτεχνών υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που καθιστούν τη συνδικαλιστική τους δραστηριοποίηση δύσκολη. Το πρώτο και βασικό είναι ότι δεν εργάζονται σε έναν μεγάλο χώρο εργασίας όπως είχαμε παλιά στα εργοστάσια ή όπως έχουμε στην περίπτωση των ΔΕΚΟ για παράδειγμα. Άρα είναι δύσκολο να συσπειρώσεις, να συγκροτήσεις μία συλλογικότητα όταν οι άνθρωποι δουλεύουν διεσπαρμένοι, όταν δουλεύουν σε μία εργάσιμη μέρα σε πολλούς εργασιακούς χώρους ή όταν ανά τρίμηνο αλλάζουν και πάνε σε ένα διαφορετικό project. Άρα, υπάρχει αυτή η δομική να το πω αδυναμία. 

 

Η δεύτερη δυσκολία έχει να κάνει με το γεγονός ότι συχνά οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δεν αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως εργαζόμενους. Δηλαδή πολλές φορές στο όνομα του κάνω αυτό που αγαπώ, αυτό που ονομάζεται “labour of love”, ότι θέλω να αυτοεκφράζομαι, θέλω να διεκδικήσω την ατομική μου αυτοαναγνώριση, θέλω να χαράξω την εργασιακή μου διαδρομή με ατομικούς όρους, όλα αυτά λειτουργούν ανασταλτικά για την οποιαδήποτε συνδικαλιστική ενεργοποίηση. Άρα, η πρώτη βασική πρόκληση που είχαν να αντιμετωπίσουν τα συνδικάτα ήταν ακριβώς αυτή η νοοτροπία, η νοοτροπία του ότι είμαι καλλιτέχνης και δεν είμαι εργαζόμενος, η νοοτροπία της απλήρωτης εργασίας. Γιατί, δυστυχώς, υπάρχει μία βαθιά κουλτούρα απλήρωτης εργασίας στους καλλιτεχνικούς κλάδους. Είναι η νοοτροπία της αυτοεκμετάλλευσης, το ότι εντάξει αφού κάνω αυτό που αγαπώ δεν πειράζει και να μη με αμείψει, αφού κάνω αυτό που αγαπώ δεν έγινε και κάτι και να μη μου κολλήσει ένσημα. Και δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι την πανδημία οι περισσότεροι καλλιτέχνες, αυτό ίσχυε και στους μουσικούς και στους ηθοποιούς, είχαν αποστασιοποιηθεί από τα σωματεία τους. 

Άρα, η πανδημία φέροντας στο προσκήνιο αυτά τα προβλήματα και κυρίως διαμορφωνοντας συνθήκες χρονικής διαθεσιμότητας επέτρεψε τη συνδικαλιστική ενεργοποίηση και την επιστροφή στα σωματεία.  Καταλυτικός ήταν ο ρόλος του Support Art Workers παρά την κριτική που έχει δεχτεί ενίοτε ότι παίρνει τη μορφή ενός συνδικαλισμού του καναπέ ή ενός συνδικαλισμού όπου απλώς κλικάρω και βάζω φατσούλες. Λειτούργησε καταλυτικά γιατί έδωσε κυρίως φωνή σε μία νέα γενιά ηθοποιών καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν έβρισκαν διέξοδο και τρόπο έκφρασης μέσα από τα παραδοσιακά σωματεία. Και ο τρόπος με τον οποίο συσπειρώθηκαν οι καλλιτέχνες μέσα στην πανδημία δείχνει και τον δρόμο για την συσπείρωση και άλλων περιπτώσεων επισφαλώς εργαζομένων όπως για παράδειγμα οι εργαζόμενοι στις ψηφιακές πλατφόρμες. 

Πολιτική Cookies