Οικονομική Δικαιοσύνη

Κλείσιμο

Ενεργειακό Δίλημμα

Ο οικολογικός διχασμός δεν είναι θέμα που λύνεται σε μία βραδιά. Μετά από ένα καλοκαίρι ακραίων κλιματικών περιστατικών και μια καινούργια αναφορά του IPCC (Intergovernmental Panel on Climate Change / Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή) η οποία επιβεβαιώνει τις πιο ανησυχητικές τις προβλέψεις, πολλά μέρη του κόσμου πλήττονται πλέον από μια ενεργειακή κρίση που θα φέρει περαιτέρω οικονομικά προβλήματα στο μέλλον. Αυτή η συγκυρία δίνει τέλος στο όνειρο για αρμονική μετάβαση σε έναν κόσμο που δεν στηρίζεται στον άνθρακα, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο το ερώτημα της καπιταλιστικής οικολογικής κρίσης. Στο COP26 (2021 United Nations Climate Change Conference / Συνέδριο Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή το 2021), κυριαρχεί το αίσθημα της παραίτησης, με τις επικείμενες καταστροφές να έχουν καθηλώσει την ανθρωπότητα ανάμεσα στις άμεσες απαιτήσεις της συστημικής παραγωγής και της επιτάχυνσης των κλιματικών αναταραχών.

Εκ πρώτης όψεως, θα φανταζόταν κάποιος ότι έχουν παρθεί μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της καταστροφής. Περισσότερες από 50 χώρες – συν ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης – έχουν δεσμευτεί να φτάσουν τους στόχους μηδενικής εκπομπής οι οποίοι θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των παγκόσμιων ενεργειακών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) κατά 40% έως το 2050. Ωστόσο μια σοβαρή ανάγνωση των επιστημονικών δεδομένων δείχνει ότι η οικολογική μετάβαση δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο.

Η αδυναμία επίτευξης μηδενικής εκπομπής διεθνώς σημαίνει ότι οι θερμοκρασίες θα συνεχίσουν να αυξάνονται, ανεβάζοντας τη θερμοκρασία του πλανήτη πάνω από 2°C έως το 2100.

Σύμφωνα με το UNEP (United Nations Environment Programme / Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών), οι εθνικές συνεισφορές, τις οποίες οι χώρες έπρεπε να υποβάλλουν πριν το COP26, θα μείωναν τις εκτιμώμενες εκπομπές κατά 7.5% έως το 2030. Ωστόσο θα χρειαζόταν μείωση της τάξης του 30% για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας στους 2°C και 55% για να ανέβει 1.5°C.

Όπως προειδοποιούσε ένα πρόσφατο άρθρο του Nature, πολλές από αυτές τις χώρες έχουν δεσμευτεί για μηδενικές εκπομπές, χωρίς να έχουν κάποιο σαφές πλάνο για να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Σε ποιες εκπομπές θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες; Σε τι βαθμό βασίζεται η μηδενική εκπομπή σε αποτελεσματική μείωση αντί για αντισταθμιστικά μέτρα; Τα τελευταία έχουν γίνει ιδιαίτερα ελκυστικά για πλούσιες χώρες και ρυπαντικές εταιρείες, μια και δεν μειώνουν άμεσα τις εκπομπές τους, παρά σχετίζονται με τη μεταβίβαση της ευθύνης για τη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε χώρες χαμηλής ή μεσαίας εισοδηματικής τάξης (οι οποίες θα είναι κι οι πιο αρνητικά επηρεασμένες από την κλιματική κατάρρευση).

Πάνω σε αυτά τα κρίσιμα θέματα, απουσιάζουν πλήρως οι έγκυρες πληροφορίες και οι ξεκάθαρες δεσμεύσεις, καθιστώντας δύσκολη την πιθανότητα ύπαρξης μιας αξιόπιστης διεθνούς επιστημονικής επίβλεψης. Εν κατακλείδι: με βάση τις τωρινές διεθνείς κλιματικές πολιτικές – αυτές που είναι εν ισχύ και αυτές που έχουν προταθεί – ο πλανήτης βρίσκεται καθ’ οδόν προς μια καταστροφική αύξηση των εκπομπών κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.

Πάραυτα, ο καπιταλισμός έχει ήδη βιώσει το πρώτο μείζον οικονομικό σοκ που σχετίζεται με την απομάκρυνση από τον άνθρακα. Η εκτόξευση του κόστους της ενέργειας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου της άτσαλης ανάκαμψης από την πανδημία, των κακοσχεδιασμένων ενεργειακών αγορών στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση οι οποίες επιδεινώνουν την αστάθεια των τιμών, και η πρόθεση την Ρωσίας να διασφαλίσει μακροχρόνια τα ενεργειακά της εισοδήματα. Παρόλα αυτά, σε ένα πιο δομικό επίπεδο, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο αντίκτυπος των πρώτων προσπαθειών περιορισμού της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Οι περιορισμοί που βάζουν τα κράτη στις εξορύξεις άνθρακα, αλλά κι η αυξανόμενη διστακτικότητα των μετόχων να δεσμευτούν σε ένα εγχείρημα που ίσως να κριθεί παρωχημένο σε 30 χρόνια, έχουν οδηγήσει σε μείωση των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα.

Παρόλο που αυτός ο περιορισμός της προσφοράς δεν αρκεί για να σώσει το κλίμα, η καπιταλιστική ανάπτυξη δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει. Ο συνδυασμός διαφόρων πρόσφατων γεγονότων προϊδεάζει για μελλοντικές εξελίξεις. Στην περιοχή Παντζάμπ της Ινδίας, οι σοβαρές ελλείψεις σε άνθρακα έχουν προκαλέσει ξαφνικές διακοπές ρεύματος. Στην Κίνα, πάνω από τις μισές επαρχιακές διοικήσεις έχουν επιβάλλει αυστηρά περιοριστικά μέτρα διανομής ενέργειας. Πολλές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένου βασικών προμηθευτών της Apple, αναγκάστηκαν πρόσφατα να σταματήσουν ή να μειώσουν τις εργασίες τους στις εγκαταστάσεις της επαρχίας Τζιανγκσού ύστερα από περιορισμό του αποθέματος ηλεκτρισμού από τις τοπικές αρχές.

Αυτοί οι περιορισμοί έγιναν στην προσπάθεια συμμόρφωσης με τους εθνικούς στόχους μείωσης των εκπομπών μέσω του περιορισμού παραγωγής ενέργειας από άνθρακα, η οποία αποτελεί ακόμα τα δυο τρίτα του παραγόμενου ηλεκτρισμού στην Κίνα. Για να περιορίσουν τις επιπτώσεις αυτών των περιορισμών, οι Κινεζικές αρχές έχουν βάλει ένα προσωρινό φρένο στις κλιματικές τους φιλοδοξίες, διατάζοντας 72 ανθρακωρυχεία να αυξήσουν την παραγωγή τους τους και δρομολογώντας εκ νέου τις εισαγωγές άνθρακα από την Αυστραλία τις οποίες είχαν σταματήσει για μήνες λόγω διπλωματικών εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Στην Ευρώπη, η κρίση που διανύουμε τώρα προκλήθηκε από την εκτόξευση των τιμών της βενζίνης. Φοβούμενες δράσεις όπως η εξέγερση των κίτρινων γιλέκων (gilets jaunes) κατά του φόρου που επέβαλε ο Μακρόν στον άνθρακα, οι κυβερνήσεις έχουν παρέμβει με ενεργειακές επιδοτήσεις για τις εργατικές τάξεις. Ωστόσο, οι αυξήσεις στις τιμές καυσίμων έχουν επισπεύσει με απρόσμενο τρόπο αλυσιδωτές αντιδράσεις στον βιομηχανικό τομέα. Η περίπτωση των λιπασμάτων είναι ενδεικτική. Ένας αμερικανικός όμιλος, η CF, αποφάσισε να διακόψει την παραγωγή λιπασμάτων στις μονάδες του στο Ηνωμένο Βασίλειο οι οποίες δεν ήταν πια κερδοφόρες λόγω αυξήσεων των τιμών. Ως υποπροϊόν των διεργασιών της, η επιχείρηση προμήθευε το 45% των αναγκών της χώρας σε CO2 κατάλληλου για τρόφιμα – η απώλεια του οποίου προκάλεσε χάος στη βιομηχανία, επηρεάζοντας διάφορους τομείς από τις μπύρες και τα αναψυκτικά μέχρι συσκευασίες φαγητού και κρέατος.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εκτόξευση των τιμών καυσίμων επηρεάζει τον αγροτικό τομέα καθώς αυξάνονται οι τιμές των λιπασμάτων. Στην Ταϊλάνδη, το κόστος των λιπασμάτων ενδέχεται να διπλασιαστεί σε σχέση με το 2020, αυξάνοντας τα κόστη για πολλούς παραγωγούς ρυζιού και διακινδυνεύοντας την εποχή σποράς. Σε περίπτωση που αυτό συνεχιστεί, οι κυβερνήσεις μπορεί να αναγκαστούν να επέμβουν ώστε να εξασφαλίσουν την παροχή βασικών τροφίμων.

Οι παγκόσμιες κι εκτεταμένες συνέπειες των ενεργειακών ελλείψεων και των αυξήσεων των τιμών είναι ενδεικτικές του σύνθετου αντίκτυπου του απαραίτητου για την εξάλειψη των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δομικού μετασχηματισμού. Παρόλο που αυτήν τη στιγμή παρατηρείται μια μείωση στην προμήθεια υδρογονανθράκων, η ενίσχυση των πηγών βιώσιμης ενέργειας δεν είναι αρκετή για να καλυφθούν οι αυξανόμενες απαιτήσεις. Αυτό δημιουργεί μία ενεργειακή ανισότητα που θα μπορούσε να ανατρέψει ολοκληρωτικά τη μεταβολή.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι χώρες μπορούν είτε να επιστρέψουν στην πιο άμεσα προσβάσιμη πηγή ενέργειας – τον άνθρακα – είτε να προκαλέσουν μια οικονομική συστολή υποκινούμενη από την εκτόξευση των τιμών και των επιδράσεών τους στην αποδοτικότητα, τις τιμές κατανάλωσης και τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος. Βραχυπρόθεσμα, λοιπόν, υπάρχει ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους οικολογικούς στόχους και στην ανάγκη προαγωγής της ανάπτυξης. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το ενεργειακό δίλημμα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα; Θα κληθούμε να πάρουμε, ουσιαστικά, να διαλέξουμε ανάμεσα στο κλίμα και στην ανάπτυξη;

Μια επιτυχής μετάβαση από τον άνθρακα συνεπάγεται την αρμονική εξέλιξη δύο μεθόδων που είναι σύνθετα συνδεδεμένες σε υλικό, χρηματικό και οικονομικό επίπεδο. Αρχικά, πρέπει να λάβει χώρα μία διαδικασία διάλυσης. Οι πηγές του άνθρακα πρέπει να περιοριστούν δραστικά: κυρίως η εξαγωγή υδρογονανθράκων, η παραγωγή ηλεκτρικού από κάρβουνο και αέριο, συστήματα μεταφορών βασισμένα στα καύσιμα, ο κατασκευαστικός τομέας (λόγω των υψηλών επιπέδων εκπομπών που σχετίζονται με την παραγωγή τσιμέντου και ατσαλιού) και η βιομηχανία κρέατος. Σε αυτή την περίπτωση διακυβεύεται με άμεσο τρόπο η αποανάπτυξη: ο εξοπλισμός πρέπει να αποσυρθεί, τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων πρέπει να παραμείνουν στο υπέδαφος, η εκτροφή βοοειδών σε μεγάλη κλίμακα πρέπει να σταματήσει και μια σειρά σχετικών επαγγελμάτων και ικανοτήτων να καταστούν περιττές.

Με αμετάβλητα τα λοιπά στοιχεία, η κατάργηση κάποιων παραγωγικών δυνατοτήτων συνεπάγεται τον περιορισμό της προσφοράς, η οποία με τη σειρά της θα οδηγούσε σε εκτεταμένη πληθωριστική πίεση. Το γεγονός ότι οι τομείς που θα επηρεάζονταν περισσότερο βρίσκονται σε υψηλή ζήτηση στις σύγχρονες οικονομίες, κάνει ακόμα πιο βέβαιη την έκβαση που μόλις περιγράψαμε. Οι συνέπειες θα έφταναν υπό μορφή χιονοστιβάδας και σε άλλους τομείς: η κοστολογική πίεση θα επηρέαζε το περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων, το διεθνές κέρδος ή/και τη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, προκαλώντας σκληρές υφέσεις.

Επιπροσθέτως, η αποανάπτυξη της οικονομίας του άνθρακα αποτελεί ζημία από την άποψη της διατίμησης του οικονομικού κεφαλαίου: μεγάλες ποσότητες αχρείαστων πλέον περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να καταστραφούν καθώς τα υποκείμενα προσδοκώμενα κέρδη εξαλείφονται, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε μαζικά ξεπουλήματα και στη συνέχεια σε πλασματικά κεφάλαια. Αυτές οι συσχετισμένες δυναμικές θα τροφοδοτήσουν η μια την άλλη, καθώς υφεσιακές δυνάμεις θα αυξάνουν τις αδυναμίες πληρωμής χρέους ενώ η οικονομική κρίση παγώνει την πρόσβαση σε δάνεια.

Η άλλη όψη του νομίσματος της μεταβολής είναι μια τεράστια επενδυτική ώθηση ώστε να αποσοβηθεί το σοκ στο χώρο της προσφοράς που δημιουργήθηκε από την αποανάπτυξη του τομέα του άνθρακα. Παρόλο που η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες θα μπορούσε να επηρεάσει, ειδικά σε εύπορες χώρες, η δημιουργία καινούργιων δυνατοτήτων παραγωγής χωρίς άνθρακα, η βελτίωση στην αποδοτικότητα, ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών, τα βιομηχανικά και θερμαντικά συστήματα (μαζί με την ανάπτυξη της γεωλογική αποθήκευσης άνθρακα σε κάποιες περιπτώσεις) είναι επίσης αναγκαία για την αναπλήρωση της βαθμιαίας μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Από καπιταλιστικής πλευράς, αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν να παρουσιάσουν καινούργιες ευκαιρίες κέρδους, εφόσον τα κόστη παραγωγής δεν είναι απαγορευτικά συγκριτικά με τη διαθέσιμη ζήτηση. Αν αυτή η διατίμηση λειτουργήσει ως δέλεαρ, η «πράσινη» οικονομία θα μπορούσε να μπει στο χορό και να επιταχύνει αυτή τη μεταβολή, ξεκινώντας ένα καινούργιο κύμα συσσώρευσης ικανού να διατηρήσει θέσεις εργασίας και τις προδιαγραφές βιοτικού επιπέδου.

Ωστόσο, πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η χρονική συγκυρία είναι πολύ σημαντική: η πορεία προς τέτοιου τύπου προσαρμογές μέσα σε πενήντα χρόνια είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από την δραστική αποδέσμευση από τον άνθρακα μέσα σε μια δεκαετία. Και με βάση τα τωρινά δεδομένα, οι προοπτικές για μια ομαλή και επαρκή αλλαγή σε “πράσινη ενέργεια” είναι λιγοστές, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Ο περιορισμός του κλάδου του άνθρακα παραμένει αβέβαιος λόγω της έμφυτης απρόοπτης φύσης των πολιτικών διαδικασιών και της μόνιμης έλλειψης εμπλοκής από την πλευρά των κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πώς ένας και μόνο Γερουσιαστής, ο Τζο Μάντσιν Γ’ της Δ. Βιρτζίνια, μπόρεσε να εμποδίσει το πρόγραμμα των Αμερικανών Δημοκρατικών για την εύκολη μετάβαση από τις μονάδες που λειτουργούν με άνθρακα και αέριο άνθρακα.

Όπως δείχνουν και τα τωρινά εμπόδια, η έλλειψη άμεσα διαθέσιμων εναλλακτικών μπορεί να εμποδίσει την μείωση στη χρήση των ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με την IEA (International Energy Agency/ Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας): “Οι διαθέσιμοι πόροι για τη μετάβαση παραμένουν πολύ λιγότεροι από όσους χρειάζεται για να καλυφθεί η αυξανόμενη ανάγκη για ενεργειακές υπηρεσίες με έναν βιώσιμο τρόπο. Το έλλειμμα είναι φανερό σε όλους τους τομείς και τις περιοχές”. Στην πιο πρόσφατη του Ενεργειακή Αναφορά, το Bloomberg υπολογίζει ότι η αναπτυσσόμενη διεθνής οικονομία χρειάζεται επενδύσεις σε ενεργειακούς πόρους κι υποδομές αξίας $92 έως και $173 τρις μέσα στα επόμενα 30 χρόνια. Οι ετήσιες επενδύσεις θα χρειαστεί, το λιγότερο, να διπλασιαστούν, από περίπου $1.7 τρις ετησίως σήμερα, σε $3.1 έως και $5.8 τρις κατά μέσο όρο ετησίως. Το μέγεθος μιας τέτοιας μακροοικονομικής προσαρμογής θα ήταν πρωτοφανές.

Από την οπτική γωνία των συμβατικών οικονομικών, αυτή η προσαρμογή παραμένει ένα ζήτημα σωστής κοστολόγησης. Σε μια πρόσφατη οικονομική αναφορά του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, δυο κορυφαίοι οικονομολόγοι, ο Κρίστιαν Γκογιέ και η Μαρ Ρεγκάντ, υποστηρίζουν ότι «Η αξία του άνθρακα θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο σύγκρισης για όλες τις διαστάσεις της δημόσιας πολιτικής διαμόρφωσης».

Παρόλο που οι προδιαγραφές και οι κανονισμοί δεν θα πρέπει να αποκλειστούν, η «καλά διαμορφωμένη κοστολόγηση του άνθρακα» μέσω φορολόγησής του ή μέσω ενός μηχανισμού αγοραπωλησίας των δικαιωμάτων εκπομπής πρέπει να παίξει ηγετικό ρόλο.

Οι μηχανισμοί των αγορών θα απορροφήσουν τις αρνητικές εκδηλώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, επιτρέποντας έτσι μια ομαλή μετάβαση τόσο ως προς την προσφορά όσο κι ως προς τη ζήτηση. «Η κοστολόγηση του άνθρακα έχει το πλεονέκτημα της εστίασης στην αποδοτικότητα όσον αφορά το κόστος ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα (CO2), χωρίς την ανάγκη να ξέρουμε εξαρχής ποια μέτρα θα λειτουργήσουν». Με την χαρακτηριστική ευκαμψία προσαρμογής της αγοράς, μια κοστολόγηση του άνθρακα – «σε αντίθεση με πιο ρυθμιστικά μέτρα» – δημιουργεί την ευκαιρία για «πρωτότυπες λύσεις».

Αυτή η τεχνο-οπτιμιστική οπτική της ελεύθερης αγοράς εξασφαλίζει ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη και η κλιματική σταθεροποίηση είναι συμβατές. Ωστόσο, παρουσιάζει δύο ελλείψεις. Η πρώτη είναι ότι δεν υπολογίζει την προσέγγιση της κοστολόγησης του άνθρακα σε σχέση με τις μακροοικονομικές δυναμικές που σχετίζονται με την προσπάθεια μετάβασης. Μία πρόσφατη μελέτη του Ζαν Πιζάνι-Φέρρυ για το Peterson Institute for International Economics, εκτιμά πως υπάρχει πολύ μικρή πιθανότητα οποιασδήποτε ομαλής προσαρμογής καθορισμένης από τιμές αγοράς, ενώ καταρρίπτει ταυτόχρονα τις ελπίδες για ένα πράσινο “New Deal” που θα μπορούσε να ωφελήσει όλους τους εμπλεκόμενους.

Αφού σημειώσει ότι «Η κωλυσιεργία έχει μειώσει τις πιθανότητες σχεδιασμού μιας μεθοδικής μετάβασης», η μελέτη παρατηρεί ότι δεν υπάρχει «καμία εγγύηση ότι η μετάβαση σε ουδέτερες εκπομπές θα ωφελήσει την ανάπτυξη». Η διαδικασία είναι αρκετά απλή: 1) εφόσον η εξάλειψη του άνθρακα ως καύσιμο συνεπάγεται μια άμεση απαξίωση μερίδας του υφιστάμενου κεφαλαίου, η προσφορά θα μειωθεί, 2) εν τω μεταξύ, θα χρειαστούν μεγαλύτερες επενδύσεις. Τίθεται, λοιπόν, το φλέγον ερώτημα: υπάρχουν αρκετοί πόροι στην οικονομία ώστε να πραγματοποιηθούν περαιτέρω επενδύσεις, δεδομένης και της μειωμένης προσφοράς; Η απάντηση εξαρτάται από τα περιθώρια στην οικονομία – δηλαδή τη το αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό και την υπάρχουσα ανεργία.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της προσαρμογής που θα πρέπει να γίνει, καθώς και το περιορισμένο χρονικό περιθώριο, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο. Κατά την άποψη του Πισάνι Φέρι, «το αντίκτυπο στην ανάπτυξη θα είναι αμφίσημο, το αντίκτυπο στην κατανάλωση θα πρέπει να είναι αρνητικό. Η κλιματική δράση είναι σαν στρατιωτική κινητοποίηση όταν αντιμετωπίζουμε απειλή: Θετική για την ευημερία μας μακροπρόθεσμα, αλλά κακή για την ικανοποίηση των καταναλωτών». Η μετατόπιση των πόρων από την κατανάλωση στην επένδυση σημαίνει ότι, αναπόφευκτα, οι καταναλωτές θα υποστούν το κόστος της προσπάθειας.

Παρά την νεο-Κεϋνσιανή του οπτική, ο Πισάνι Φέρι ανοίγει μια εύστοχη συζήτηση πάνω στις πολιτικές συνθήκες  που θα επέτρεπαν τη πτώση του βιοτικού επιπέδου και έναν πράσινο ταξικό πόλεμο που θα είχε εισοδηματικά κριτήρια. Ωστόσο, λόγω της προσκόλλησής του στον κοστολογικό μηχανισμό, το επιχείρημά του δίνει μια παράλογη έμφαση στην αποτελεσματικότητα της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα με την προσέγγιση της προσαρμογής στην αγορά. Το δεύτερο μειονέκτημα της συνεισφοράς του Γκογιέ και της Ρεγκάντ γίνεται εμφανές όταν επικαλούνται ένα “συνδυασμό κλιματικών ενεργειών με το χαμηλότερο δυνατό κόστος αντιστοιχίας ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα που δεν εκπέμπεται”. Πράγματι, όπως αναγνωρίζουν και από μόνοι τους οι συγγραφείς, η ρύθμιση των τιμών του άνθρακα είναι αβέβαιη. Οι εκτιμήσεις μπορούν να κυμανθούν από $45 μέχρι $14,300 ανά τόνο, ανάλογα με το χρονικό ορίζοντα και τη στοχευμένη μείωση.

Με τόση διακύμανση, δεν υπάρχει λόγος προσπάθειας της βελτιστοποίησης του κόστους της μείωσης του άνθρακα ενδιάμεσα. Δεν έχει σημασία το κόστος προσαρμογής, αλλά η βεβαιότητα της σταθεροποίησης του κλίματος.

Σκιαγραφώντας τις λεπτομέρειες της Ιαπωνικής αναπτυξιακής κατάστασης, ο πολιτικός επιστήμονας Τσάλμερς Τζόνσον έκανε μια διαφοροποίηση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση: ένα ρυθμιστικό, ή προσανατολισμένο στις αγορές κράτος ασχολείται με τη μορφή και τις διαδικασίες – τους κανόνες, με άλλα λόγια – του οικονομικού ανταγωνισμού, αλλά όχι με ουσιώδη ζητήματα […]. Το αναπτυξιακό κράτος, ή ένα κράτος που αναζητά ένα εφαρμόσιμο πλάνο, αντιθέτως, έχει ως κυρίαρχο στοιχείο του τη ρύθμιση τέτοιων ακριβώς ουσιωδών κοινωνικών και οικονομικών στόχων.

Με άλλα λόγια, ενώ το πρώτο στοχεύει στην αποδοτικότητα – κάνοντας τις πιο οικονομικές χρήσεις  των πόρων – το δεύτερο αποζητά την αποτελεσματικότητα: με άλλα λόγια, με την ικανότητα επίτευξης ενός δεδομένου στόχου, είτε αυτός είναι πόλεμος είτε εκβιομηχάνιση.  Δεδομένης της υπαρξιακής απειλής που θέτει η κλιματική αλλαγή και το γεγονός ότι υπάρχει ένα απλό και αμετάβλητο μέτρο μείωσης της έκθεσής μας, θα έπρεπε να μας απασχολεί η αποτελεσματικότητα της μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου αντί για την αποδοτικότητα της προσπάθειας. Αντί για τη χρήση του κοστολογικού μηχανισμού που αφήνει την αγορά να αποφασίσει προς τα πού θα έπρεπε να στραφεί η προσπάθεια, είναι πολύ πιο λογικό να συνδυαστούν στόχοι σε κλαδικό και γεωγραφικό επίπεδο, και να δοθεί ένα αξιόπιστο πλάνο μείωσης που θα εξασφαλίσει την έγκαιρη επίτευξη του τελικού στόχου.

Ο Ρουτσίρ Σάρμα του Morgan Stanley, γράφοντας σχετικά με αυτή την ερώτηση στους Financial Times, παραθέτει ένα επιχείρημα το οποίο υπερασπίζεται εμμέσως τον οικολογικό προγραμματισμό. Παρατηρεί ότι η αναγκαία επενδυτική ώθηση για την κατάργηση του άνθρακα μας δημιουργεί ένα κοινότυπο υλικό πρόβλημα: από τη μια, ρυπογόνες ενέργειες – ειδικά στους τομείς της εξόρυξης και της παραγωγής μετάλλου – καθίστανται ασύμφορες λόγω των αυξημένων κανονισμών ή των υψηλών τιμών του άνθρακα. Από την άλλη, η επένδυση σε οικολογικές υποδομές χρειάζεται αυτούς τους πόρους για να την επέκταση των δυνατοτήτων. Η μείωση της προσφοράς σε συνδυασμό με την αύξηση της ζήτησης αποτελούν μια συνταγή για, όπως το θέτει, «οικολογικό πληθωρισμό» (“greenflation”). Ο Σάρμα, λοιπόν, υποστηρίζει ότι “ο αποκλεισμός καινούργιων ορυχείων και γεωτρύπανων δεν θα είναι απαραίτητα μια περιβαλλοντολογικά και κοινωνικά υπεύθυνη κίνηση.”

Ως εκπρόσωπος ενός ιδρύματος με συμφέροντα σε ρυπογόνες δραστηριότητες, ο Σάρμα δεν είναι σε καμία περίπτωση ουδέτερος σχολιαστής. Αλλά το πρόβλημα το οποίο διατυπώνει – το πώς να υπάρχουν επαρκείς ρυπαντικές ύλες για να χτιστεί μια πράσινη οικονομία – είναι υπαρκτό, και ταυτίζεται με ένα άλλο θέμα της μεταβολής της φερόμενης ως αγορακεντρικής οικονομίας: η κοστολόγηση του άνθρακα δεν επιτρέπει στην κοινωνία να κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε κίβδηλες χρήσεις του άνθρακα – όπως το να στέλνουμε δισεκατομμυριούχους στο διάστημα – και αναγκαίες χρήσεις όπως το χτίσιμο υποδομών για μια οικονομία που δεν βασίζεται στον άνθρακα. Σε μια επιτυχή μεταβολή, το πρώτο θα ήταν ανέφικτο, και το δεύτερο όσο πιο φτηνό γίνεται. Ως εκ τούτου, μία ενιαία κοστολόγηση του άνθρακα αποτελεί μονόδρομο για την αποτυχία.

Αυτό φέρνει στην επιφάνεια ένα παλιό αλλά καθοριστικό επιχείρημα: η ανοικοδόμηση της οικονομίας – σε αυτή την περίπτωση μίας που καταργεί σταδιακά τα ορυκτά καύσιμα – χρειάζεται την αναδιάρθρωση της αλυσίδας των σχέσεων ανάμεσα στα ποικίλα τμήματά της, που υποδηλώνει ότι η μοίρα της οικονομίας συνολικά εξαρτάται απ’το σημείο της μικρότερης αντίστασης. Όπως σημείωσε ο Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ αναφερόμενος στην ανέγερση της νεοσύστατης Σοβιετικής Ένωσης, «Λόγω αυτών των αλληλοεξαρτώμενων σχέσεων, η διαδικασία της μεγέθυνσης της οικονομίας συνολικά εξαρτάται πλήρως απ’τον νόμο του σημείου της μικρότερης αντίστασης». Αυτός ο τρόπος σκέψης αξιοποιήθηκε αργότερα από τον Βασίλι Λεόντιεφ στις συνεισφορές του στην ανάλυση εισροών-εκροών. Υποστηρίζει ότι προσαρμογές της αγοράς απλά δεν αντέχουν να υποστούν δομικό μετασχηματισμό.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό που χρειάζεται είναι ένας προσεκτικός και ευπροσάρμοστος προγραμματικός μηχανισμός που είναι ικανός να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει ένα εναλλασσόμενο τοπίο εμποδίων.

Λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες που επιφέρει ο ανασχηματισμός των οικονομιών ώστε να συμβαδίζουν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με τους στόχους για την σταθεροποίηση του κλίματος, η συζήτηση μπαίνει σε ένα νέο πλαίσιο. Η αποτελεσματικότητα πρέπει να προηγηθεί της αποδοτικότητας στη μείωση των εκπομπών. Αυτό σηματοδοτεί την εγκατάλειψη του φετίχ του κοστολογικού μηχανισμού ώστε να κανονιστεί πως θα αξιοποιηθούν οι υπολειπόμενοι ρυπαροί πόροι για να παραχθεί πράσινη υποδομή. Αυτός ο προγραμματισμός πρέπει να έχει διεθνή απήχηση, μια και οι μεγαλύτερες ευκαιρίες για ενέργεια δίχως άνθρακα εντοπίζονται στον Παγκόσμιο Νότο.

Επιπρόσθετα, μια και ο ανασχηματισμός από την πλευρά της προσφοράς δεν θα επαρκεί, οι ανασχηματισμοί από την πλευρά της ζήτησης θα είναι εξίσου σημαντικό να παραμείνουν εντός των πλανητικών ορίων. Οι ενεργειακές ανάγκες για την παροχή αξιοπρεπών βιοτικών επιπέδων στον παγκόσμιο πληθυσμό μπορούν να μειωθούν δραματικά, αλλά πέραν από τη χρήση των πιο αποδοτικών διαθέσιμων τεχνολογιών, αυτό συνεπάγεται ένα ριζικό ανασχηματισμό των καταναλωτικών μοτίβων, συμπεριλαμβανομένου πολιτικών διαδικασιών που θα έθεταν προτεραιότητες ανάμεσα σε ανταγωνιστικούς καταναλωτικούς ισχυρισμούς.

Λόγω του συνεχούς προβληματισμού του σε σχέση με τον προγραμματισμό και την κατανάλωση με κοινωνικό πρόσημο, ο διεθνής σοσιαλισμός είναι ο προφανής υποψήφιος για να αναλάβει αυτό το ιστορικό καθήκον. Αν και η αποδυνάμωση των κοινωνικών πολιτικών δεν εμπνέει ιδιαίτερη αισιοδοξία, οι καταστροφικές συγκυρίες που έρχονται – μαζί με την κοστολογική αστάθεια και τις συνεχείς εκρήξεις καπιταλιστικών κρίσεων – ενδεχομένως να αυξήσουν τη μεταβλητότητα της κατάστασης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Αριστερά πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να αδράξει κάθε πολιτική ευκαιρία που θα προωθήσει τον στόχο μιας δημοκρατικής οικολογικής μετάβασης.

Δείτε επίσης