Η Ελλάδα έκανε τα πρώτα της βήματα για την διαμόρφωση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) το 2021 με τη Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού (2020-2025), υπό την αιγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, για να καταγράψει τις παρεμβάσεις που χρειάζεται να πραγματοποιηθούν “στις τεχνολογικές υποδομές του κράτους, στην εκπαίδευση και κατάρτιση του πληθυσμού για την απόκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων καθώς και στον τρόπο που η χώρα μας αξιοποιεί την ψηφιακή τεχνολογία σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης”.
Πριν κλείσει το 2024, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε σημαντικά βήματα για το εγχώριο οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης, καθώς έγινε γνωστό ότι η χώρα θα φιλοξενήσει ένα από τα επτά νέα “AI Factories” που θα δημιουργηθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παρουσίασε και το στρατηγικό της σχέδιο με τίτλο “Blueprint for Greece’s AI Transformation”, στο οποίο καταγράφει τις προτεραιότητες και τις δράσεις για την ενσωμάτωση της ΤΝ στην οικονομία και την κοινωνία. Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν πιο επίκαιρο από ποτέ το διάλογο αναφορικά με το μέλλον της ΤΝ στην Ελλάδα.
Παράλληλα, η μελέτη «Generative AI Greece 2030», που εκπονήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών «Δημόκριτος», ήρθε πριν ένα χρόνο και προσφέρει πληροφορίες για τις τάσεις αναφορικά με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, παρέχοντας μια σειρά από προτάσεις πολιτικής. Με την ελληνική κυβέρνηση να έχει τονίσει επανειλημμένα τη δέσμευση, πως η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε σημαντικό παίκτη στο αναδυόμενο οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης, το Eteron με το project “Από την Τεχνητή στη Συλλογική Νοημοσύνη” επιχειρεί να ανιχνεύσει τις τάσεις και τις αντιλήψεις των πολιτών αναφορικά με την χρήση της TN.
Συγκεκριμένα φέρνει στο φως την πολύτιμη κοινωνική διάσταση ενός εν κινήσει τεχνολογικού και οικονομικού μετασχηματισμού. Μια διάσταση χωρίς την οποία, οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν αρκούν για να επιτευχθεί συλλογική ευημερία. Παράλληλα, θέτει επί τάπητος κρίσιμες μεταβλητές για την εφαρμογή και την επιτυχία Δημόσιων Πολιτικών που αφορούν την ΤΝ στην Ελλάδα.
Το ερευνητικό πρόγραμμα ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2024
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) έχει γίνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της εποχής μας, φέρνοντας επανάσταση σε τομείς από την ιατρική μέχρι τα logistics. Μαζί με αυτή την επανάσταση, όμως, έχουν εμφανιστεί έντονοι φόβοι για το μέλλον της εργασίας. Αυτή η ανησυχία, αν και εν μέρει βάσιμη, είναι συχνά υπερβολική. Η ιστορία της αυτοματοποίησης δείχνει ότι η τεχνολογία μπορεί να αντικαταστήσει κάποιες δουλειές, αλλά παράλληλα δημιουργεί και νέες. Γιατί, λοιπόν, η ΤΝ προκαλεί τόσο έντονη ανησυχία τώρα; Η απάντηση είναι στο ΠΟΙΟΙ φοβούνται αυτή τη φορά.
Γιατί ο μεγάλος φόβος για την ΤΝ;
Η αυτοματοποίηση, αν και δεν είναι νέο φαινόμενο, σήμερα φέρνει στο προσκήνιο μεγαλύτερες ανησυχίες. Και αυτό γιατί στο παρελθόν, η «κλασσική» αυτοματοποίηση επηρέασε κυρίως εργαζόμενους χαμηλών και μέσων απολαβών, π.χ. εργάτες βιομηχανιών και υπαλλήλους γραφείου. Οι ομάδες αυτές δεν διέθεταν την πολιτική δύναμη να αντισταθούν στις αλλαγές που προκάλεσε η τεχνολογία.
Η μοναδική τους ουσιαστική πολιτική αντιπροσώπευση ήταν τα συνδικάτα. Στις ΗΠΑ που η αντιπροσώπευση αυτή δεν είναι ισχυρή εδώ και δεκαετίες, η εισαγωγή βιομηχανικών ρομπότ μείωσε τις θέσεις εργασίας1. Από την άλλη αντίστοιχη μείωση δεν υπήρξε στη Γερμανία, ως ένα βαθμό λόγω της δύναμης των συνδικάτων στα εταιρικά συμβούλια, εκεί που προστάτεψαν τις θέσεις εργασίας με αντάλλαγμα μικρότερες αυξήσεις μισθών2. Ακόμα και αυτή η πολιτική αντιπροσώπευση μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, ειδικά στον τομέα των υπηρεσιών που διογκώνεται.
Σήμερα, όμως, η αυτοματοποίηση της ΤΝ αγγίζει επαγγέλματα υψηλών αποδοχών, όπως γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Αυτές οι επαγγελματικές ομάδες έχουν σημαντική πολιτική και θεσμική δύναμη, γεγονός που εξηγεί γιατί η συζήτηση γύρω από την ΤΝ έχει λάβει τέτοια έκταση.
Το καλό σενάριο για την ΤΝ
Σε προηγούμενο άρθρο ανέλυσα τα οικονομικά του καλού σεναρίου για την ΤΝ. Επιγραμματικά, στο παρελθόν, η αυτοματοποίηση οδήγησε στην πόλωση της αγοράς εργασίας. Μείωσε, δηλαδή, τις μεσαίες θέσεις εργασίας, δημιουργώντας περισσότερες υψηλόμισθες και χαμηλόμισθες δουλειές. Υπήρξαν, δηλαδή, κερδισμένοι και χαμένοι, παρόλο που συνολικά η οικονομία βγήκε κερδισμένη. Ωστόσο, η ΤΝ έχει τη δυνατότητα να αντιστρέψει αυτήν την πόλωση, δημιουργώντας περισσότερες ευκαιρίες για τη μεσαία τάξη.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Η ΤΝ διευκολύνει τη μεταφορά ορισμένων καθηκόντων από υψηλά εξειδικευμένους επαγγελματίες σε εργαζόμενους με λιγότερη εκπαίδευση. Πρώτο παράδειγμα, απλές διαγνώσεις, όπως η αξιολόγηση ακτινογραφιών, μπορούν να γίνουν από νοσηλευτές που χρησιμοποιούν εξειδικευμένα εργαλεία ΤΝ, αντί για γιατρούς. Δεύτερο παράδειγμα, νομικές διαδικασίες ρουτίνας, όπως η σύνταξη εγγράφων απλών δικογραφιών, μπορούν να διεκπεραιώνονται από βοηθούς με τη χρήση της ΤΝ.
Αποτέλεσμα αυτής της αποπόλωσης θα είναι η αύξηση των θέσεων εργασίας και των μισθών της μεσαίας τάξης, καθώς θα μπορούν, πλέον, να διεκπεραιώνουν καλά αμειβόμενες εργασίες. Αντίστοιχα μπορεί να μειωθούν, ή έστω να αυξηθούν λιγότερο, τα εισοδήματα των υψηλόμισθων επαγγελματιών. Αυτό το σενάριο μπορεί να μειώσει τις ανισότητες, δίνοντας σε περισσότερους ανθρώπους τη δυνατότητα να έχουν καλά αμειβόμενες δουλειές.
Η “μάχη της υπογραφής”
Παρά τις δυνατότητες της ΤΝ, η εφαρμογή της δεν θα γίνει χωρίς αντιστάσεις. Η “μάχη της υπογραφής” είναι μια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ υψηλά αμειβόμενων επαγγελματιών και βοηθητικού προσωπικού που επιθυμεί να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο χάρη στην ΤΝ.
Στην Ελλάδα, επαγγελματικές ομάδες με ισχυρή πολιτική αντιπροσώπευση, όπως οι γιατροί και οι μηχανικοί, έχουν θεσμοθετημένη εξουσία που βασίζεται στην αποκλειστικότητα της υπογραφής τους. Αυτή η αποκλειστικότητα τους δίνει τη δυνατότητα να ελέγχουν ποιος μπορεί να ασκεί συγκεκριμένα επαγγέλματα, διατηρώντας την ισχύ τους.
Υπάρχουν, όμως περιπτώσεις που η μάχη θα δοθεί και περιπτώσεις που τα κίνητρα θα είναι κοινά για τις δυο πλευρές. Σε ένα ιδιωτικό ιατρείο, π.χ., τα κίνητρα γιατρών και βοηθητικού προσωπικού είναι ευθυγραμμισμένα. Ο γιατρός μπορεί να χρησιμοποιήσει το βοηθητικό προσωπικό μαζί με εφαρμογές της ΤΝ για να εξυπηρετήσει περισσότερους ασθενείς. Αυτό κάνει και το βοηθητικό προσωπικό πιο απαραίτητο για τη λειτουργία του ιατρείου και, άρα, καλύτερα αμειβόμενο. Η ΤΝ επιτρέπει τη γρήγορη διεκπεραίωση απλών διαγνώσεων ή εξετάσεων, αφήνοντας στους γιατρούς περισσότερο χρόνο για τις πιο περίπλοκες περιπτώσεις. Έτσι, και οι δύο ομάδες επωφελούνται, καθώς αυξάνονται τα έσοδα και βελτιώνεται η αποδοτικότητα.
Από την άλλη, π.χ. στα νοσοκομεία, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Η διοίκηση ενός νοσοκομείου μπορεί να προτιμήσει να προσλάβει περισσότερους νοσηλευτές που χρησιμοποιούν εργαλεία ΤΝ, αντί για γιατρούς, λόγω χαμηλότερου κόστους. Σε αυτή την περίπτωση, η “μάχη της υπογραφής” γίνεται πιο έντονη. Οι γιατροί μπορεί να αντισταθούν στη χρήση της ΤΝ, φοβούμενοι ότι θα χάσουν την αποκλειστικότητά τους σε συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Ποιος θα κερδίσει τη μάχη;
Αυτό που περιγράφω, ουσιαστικά, είναι μια πολιτική σύγκρουση για τον έλεγχο της οικονομικής ισχύς της ΤΝ. Οι επαγγελματικές ομάδες με ισχυρή πολιτική επιρροή, όπως οι γιατροί και οι μηχανικοί, θα χρησιμοποιήσουν τα θεσμικά και νομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για να περιορίσουν τη χρήση της ΤΝ. Για παράδειγμα, μπορεί να υποστηρίξουν ότι μόνο επαγγελματίες με συγκεκριμένες άδειες ή πιστοποιήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν εργαλεία ΤΝ, περιορίζοντας την πρόσβαση του βοηθητικού προσωπικού.
Η μεσαία τάξη έχει δυο σενάρια με το μέρος της. Στο πρώτο, σε περιπτώσεις που η ΤΝ μπορεί να μειώσει το κόστος των υπηρεσιών σε μεγάλο βαθμό (π.χ. 30%, και όχι 5%) αυτό θα δημιουργήσει τεράστια κίνητρα για την υιοθέτησή της, παρά τις αντιστάσεις. Και αυτό γιατί θα γίνει ξεκάθαρο στην ευρύτερη κοινωνία ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της.
Στο δεύτερο, η χρήση ΤΝ από βοηθητικό προσωπικό μπορεί να γίνει αρχικά «πιλοτικά» σε περιοχές που οι ίδιοι οι υψηλόμισθοι δεν ενδιαφέρονται να καλύψουν. Σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως τα νησιά και τα ορεινά χωριά, η έλλειψη εργατικού δυναμικού μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για την εφαρμογή της ΤΝ. Εκεί, όπου οι γιατροί είναι λίγοι, η χρήση ΤΝ από νοσηλευτές μπορεί να γίνει αποδεκτή πιο εύκολα. Αν αυτές οι εφαρμογές αποδειχθούν επιτυχημένες, μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα για την ευρύτερη αποδοχή της ΤΝ.
Από την άλλη, αν τα οικονομικά κίνητρα είναι ασθενέστερα, οι επαγγελματικές ομάδες με ισχυρή πολιτική δύναμη μπορεί να καθυστερήσουν την πρόοδο στη χρήση της. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η ΤΝ θα τους προσφέρει νέες ευκαιρίες (π.χ. ακόμα πιο περίπλοκες εγχειρήσεις που δεν γίνονταν έως τώρα), ενισχύοντας ακόμα και τους ίδιους επαγγελματίες που αρχικά αντιστάθηκαν, οι οποίοι θα αφήσουν χώρο στο βοηθητικό προσωπικό για να τους δημιουργήσουν χρόνο να ασχοληθούν με τις νέες (και ακόμα πιο καλοπληρωμένες) εφαρμογές.
Για την κοινωνία γενικότερα, η αποπόλωση της αγοράς εργασίας έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τους μισθούς της μεσαίας τάξεις και να μειώσει το κόστος της υγείας, της παιδείας, και άλλων υπηρεσιών. Σε αντίθεση με την πόλωση που έφερε η αυτοματοποίηση τις προηγούμενες δεκαετίες, οι πιθανοί «χαμένοι» στο καλό σενάριο για την ΤΝ είναι τα υψηλότερα στρώματα. Μένει να φανεί αν τεχνολογικά θα υπερτερήσει το καλό αυτό σενάριο και αν πολιτικά θα επιτευχθεί η αποπόλωση, μειώνοντας τις οικονομικές ανισότητες.