PROJECT: Youth - Voice On

PROJECT: Youth - Voice On

Κλείσιμο
Project: Youth - Voice On
πένθος της νέας γενιάς

Η ενσώματη επιτέλεση του πένθους της νέας γενιάς: Μια μικρή ρωγμή στην κοινοτοπία της αδράνειας

Στις 7 Μαρτίου έγινε η πρεμιέρα της ταινίας μας «Πένθος – Αυτοί που μένουν» στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης χωρίς επιφωνήματα, ψιθύρους, συρσίματα. Τίποτα. Αβάσταχτη σιγή. Το μόνο που τη διασάλευε ήταν το συλλογικό ρουθούνισμα μιας υπόκωφης φόρτισης που δεν ξέρεις τι να την κάνεις, τη νιώθεις μέσα σου, εγκιβωτισμένη και εγκλωβισμένη, να αντηχεί στο δερματικό περίβλημα, να αναζητά εναγωνίως μια μικρή αέρινη δίοδο. Ένας στέρεος όγκος λύπης και θυμού. Η ύλη του τραύματος. Μας κατακρημνίζει, μας επανορίζει και μας συγκροτεί.

Όταν βγήκαμε έξω από την αίθουσα κάποιος μου έδειξε μια κοπέλα μ’ ένα κολάρο περασμένο στο λαιμό της. «Ήταν στο τρένο» μου είπε. Το τρένο με το οποίο έχουμε ταξιδέψει όλες και όλοι δεκάδες φορές, για να σπουδάσουμε, για να επισκεφτούμε φίλες/ους που σπουδάζουν, για να επισκεφτούμε οικογένειες, για να βρούμε δουλειά, για να φύγουμε από τη δουλειά, για να ερωτευτούμε ή να αποχαιρετιστούμε, για να δούμε ταινίες και εκθέσεις. Γιατί ήταν ο πιο φθηνός, ο πιο εύκολος, ο λιγότερο μοναχικός τρόπος να ταξιδέψεις. Μια αναλαμπή ηρεμίας στο γενικευμένο άγχος. Μπορούσες να μπεις μέσα και να μη σκέφτεσαι τίποτα, απλά να χαζεύεις διατρέχοντας πράσινες συστάδες, να κοιμάσαι ή να βυθίζεσαι στις σκέψεις σου χωρίς περισπασμούς και ζαλάδες. Το τρένο δεν είχε την ακριβή απρόσωπη σβελτάδα του αεροπλάνου, την κουραστική προσήλωση της οδήγησης, ούτε το ακούνητο κι ενοχλητικό μπούχτισμα του ΚΤΕΛ. Είχε κάτι γλυκό και οικείο. Γι’ αυτό αγαπήθηκε πολύ.

Όλα σε χρόνο παρελθοντικό. Ανάμεσα στο πριν και το μετά μεσολαβεί μια τομή συγκλονισμού. Κι εγώ είχα εκείνη τη στιγμή δίπλα μου, στα πέντε μέτρα, μια κοπέλα που αντί για μενταγιόν, φορούσε ένα κολάρο στο λαιμό της, που μάλλον πονούσε, που μάλλον θυμόταν και μάλλον δε θα ξεχάσει ποτέ. Μια παντελώς άγνωστη μου κοπέλα ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που δε γνώριζα αλλά είχαν υγρά μάτια, που μπορεί να ήταν φίλοι, συμφοιτήτριες, αδέρφια των νεκρών, των επιζωσών/ των επιζώντων από το δυστύχημα των Τεμπών, που μπορεί να μην ήταν και τίποτα από όλα αυτά αλλά να θρηνούσαν κάτι που έμοιαζε δικό τους και χάθηκε στα ίδια βαγόνια.

Μια ελπίδα επούλωσης για όσα έχουμε υποστεί στην ενήλικη ζωή μας που διαψεύστηκε. Μια ακόμα ματαίωση ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες. Θέλω να σου πω, πως το νήμα που μας ένωνε, κι ας μην είχαμε ανταλλάξει ούτε μια λέξη μέχρι πρότινος, υφαίνονταν αόρατα για πολλά χρόνια μέχρι που έγινε θηλιά. Είναι αυτό που περιγράφει η Τζούντιθ Μπάτλερ στην «Ευάλωτη ζωή» για την ενορατική και αναστοχαστική εμπειρία του τραύματος για «όλα αυτά που μας αποχωρίζουν από τον εαυτό, μας δένουν με άλλους, μας μετατοπίζουν, μας διαλύουν, μας εμπλέκουν σε ζωές που δεν είναι δικές μας, με τρόπο αμετάκλητο».

Το δυστύχημα των Τεμπών – απόρροια της εγκληματικής στρατηγικής υποβάθμισης του σιδηροδρομικού δικτύου και εν γένει θανατηφόρα αντανάκλαση της κρατικής αδιαφορίας για την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών, βιώθηκε από τη νέα γενιά, όπως εύστοχα περιγράφεται στην έρευνα του Eteron, ως «ηθικό σοκ». Ένα συμβάν βίαιης συνειδητοποίησης της καταστατικής αναλωσιμότητας, του πόσο απαξιωμένες, ευάλωτες και εν τέλει αναλώσιμες έχουν γίνει οι ζωές μας που μπορεί να συντριβούν σε μια στιγμή για το τίποτα, σε μια ρουτίνα που θεωρούνταν ευχάριστη και ακίνδυνη, σ’ ένα δρομολόγιο τρένου που δεν έφτασε στον προορισμό του.

Το αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας ευαλωτοποίησης, όχι από οντολογική σκοπιά αλλά με όρους σκληρής βιοπολιτικής, όπου στη βάση ταξικών, εθνοτικών, φυλετικών, έμφυλων, σεξουαλικών ιεραρχήσεων, υποκείμενα και ομάδες εκτίθενται διαρκώς σε συνθήκες στέρησης, ανισότητας, αδικίας, μεταπηδώντας στις παραλληλίες ενός συνεχούς κρισιακότητας, από την οικονομική κρίση, στην πολιτική, την υγειονομική, την ενεργειακή, τη στεγαστική, την κλιματική. «Το έλλειμμα φροντίδας είναι στο επίκεντρο των επάλληλων και αλληλένδετων κρίσεων και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που παράγει ο ύστερος καπιταλισμός κανονικοποιώντας καθημερινά, επίμονα και διάχυτα φαινόμενα κοινωνικής οδύνης και θεσπισμένης αμέλειας» σχολιάζει στον πρόλογο της η Αθηνά Αθανασίου στο «Μανιφέστο της Φροντίδας».

Η γενιά που πληγώθηκε περισσότερο από τα Τέμπη είναι η γενιά που ενηλικιώθηκε σ’ ένα καθημαγμένο από την οικονομική κρίση εργασιακό τοπίο, που βίωσε την άνοδο της ακροδεξιάς και τις αιματηρές τις επιπτώσεις, που δοκιμάστηκαν πάνω της κάθε είδους πειθαρχικές και κατασταλτικές πολιτικές, που τιμωρήθηκε με εγκλεισμό στην περίοδο της πανδημίας και είδε τους συγγενείς της να υποφέρουν στα τσακισμένα από τις περικοπές δημόσια νοσοκομεία, που δε μπορεί να εξασφαλίσει την οικονομική και στεγαστική της ανεξαρτησία, που δε μπορεί να πληρώσει τα υπέρογκα ενοίκια και εκτοπίζεται, παρακολουθώντας σε συνθήκες χαύνωσης και σαστίσματος μαζί το κέντρο της Αθήνας και τα νησιά να μετατρέπονται σε απόξενες γεωγραφίες μιας άναρχης και ανεξέλεγκτης τουριστικοποίησης, που υπονομεύεται το μέλλον της μέσω της εντεινόμενης περιβαλλοντικής καταστροφής, που αποκτά τη συντριπτική συνειδητότητα της έμφυλης, ομοφοβικής, τρανσφοβικής βίας.

Υπήρχε ήδη απογοήτευση κι όπως γνωρίζουμε πλέον από την κοινωνιοψυχολογία του τραύματος, κάθε καινούργια πληγή αναμοχλεύει και τις παλιές που έμειναν ανεπούλωτες και σκεπάστηκαν πρόχειρα για λόγους επιβίωσης. Μ’ αυτή την έννοια, το δυστύχημα προστέθηκε σε μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση συσσώρευσης πόνου και λειτούργησε σα θρυαλλίδα, εκλύοντας δίκαιη οργή.

Τα συναισθήματα που κατακλύζουν τη νεολαία είναι αρνητικά. Οργή, απελπισία, ντροπή και ανασφάλεια. Είναι εύλογο και σ’ ένα βαθμό αναπόφευκτο, καθώς το κοινωνικό συγκείμενο είναι ζοφερό και δεν αναδεικνύει ορατές και χειροπιαστές εναλλακτικές που να εμπνέουν αισιοδοξία. Ωστόσο, έχει καίρια σημασία ότι δεν έμειναν κλειδωμένα να κατατρώνε τα σπλάχνα μας με παραλυτική ισχύ. Εκφράστηκαν.

Οι νεκροί και οι νεκρές των Τεμπών πενθήθηκαν σ’ ένα δημόσιο και κοινοτικό πλαίσιο, σε αντιπαραβολή με το ατελές πένθος για τα θύματα της πανδημίας, για το οποίο με μεγάλη διαύγεια και ενάργεια έχει γράψει η Κατερίνα Μάτσα: «Οι νεωτερικές κοινωνίες έχουν ουσιαστικά εξορίσει το πένθος. Δεν θρηνούμε τον νεκρό, οι άνθρωποι συχνά πηγαίνουν στην κηδεία έχοντας πάρει ηρεμιστικά, που σημαίνει ότι δεν έχουν συνείδηση του πού βρίσκονται. Αποξενωμένοι από τους άλλους, άρα και από τον εαυτό τους, από τη δική τους ανθρώπινη κοινωνική φύση, κλεισμένοι στον εαυτό τους αδυνατούν να βιώσουν την απώλεια, να την επεξεργαστούν, να την ξεπεράσουν και να προχωρήσουν παρακάτω. Τον εξορισμό του πένθους τον ζήσαμε στην ακραία του μορφή κατά την πανδημία και πριν εισαχθούν τα εμβόλια στη ζωή μας. Οι νεκροί έπρεπε να ταφούν αμέσως, σε σφραγισμένα φέρετρα, οι συγγενείς δεν έβλεπαν τον δικό τους άνθρωπο και υπήρχε ο κίνδυνος, το αδύνατο πένθος να ενσωματωθεί στον ψυχισμό τους, να δημιουργήσει μια κρύπτη απώλειας, που είναι ταυτόχρονα και κρύπτη ντροπής, ενοχής».

Στην περίπτωση των Τεμπών η νέα γενιά συμμετείχε μαζικά σε σωματικές επιτελέσεις του πένθους με συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, εκδηλώσεις, καλλιτεχνικές δράσεις. Είναι μια διαδικασία εξωτερίκευσης, μοιράσματος αλλά και μετασχηματισμού του πένθους. Το έχουμε δει και με άλλα γεγονότα που προκάλεσαν ένα γερό τράνταγμα στην κοινωνία, όπως οι γυναικοκτονίες, όπου το εγχώριο φεμινιστικό κίνημα, αντλώντας και από την παράδοση των διεθνών φεμινιστικών πρακτικών, πένθησε τις δολοφονημένες γυναίκες στο δρόμο, μέσω τελετουργιών απόδοσης τιμής στις νεκρές και διαφύλαξης της μνήμης, ανασύροντας κάθε φορά τα ονόματα των δολοφονημένων σωμάτων, φτιάχνοντας και κουβαλώντας το αρχείο των θυμάτων της πατριαρχικής βίας, με κόκκινα πανιά, με πεταμένα παπούτσια, με στένσιλ και performances.

Παράλληλα σε αρκετές περιπτώσεις δημόσιου πένθους αναδύθηκαν μορφές κοινοτικής μνημειακότητας κόντρα στη μνημειακότητα της εξουσίας, η οποία συνηθέστερα αποτελεί τον μαρμάρινο ή μπρούτζινο καθρέφτη μιας λευκής, αρρενωπής, ετεροκανονιστικής, εθνικοχριστιανικής και προνομιούχας ελιτ. Το μνημείο για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, καθώς και η αναστήλωση του πέρσι στην οδό Μεσολογγίου, το γκράφιτι για τον Παύλο Φύσσα στο Κερατσίνι, η πινακίδα «Οδός Zackie Oh» που πεισματικά και αυθάδικα επαναχαράσσεται στη Γλάδστωνος κάθε φορά που την καταστρέφουν, είναι ορισμένες από τις εκδοχές της κοινοτικής μνημειακότητας. Αντιστοίχως, λοιπόν, είχαμε και τη δημιουργία μνημείου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο με πρωτοβουλία των φοιτητικών συλλόγων για τους/τις φοιτητές/τριες που χάθηκαν στο δυστύχημα.

«Μέσω της αισθητηριακής δεκτικότητας, τρωτότητας και σωματικής αλληλεπίδρασης μας διαμορφώνονται κοινότητες που αμφισβητούν τις κυρίαρχες νοηματοδοτήσεις του νόμιμου πένθους και της νομιμοποιημένης επιθυμίας. Ενάντια στην ευπρέπεια του κανονιστικού πένθους, δημόσιοι θρήνοι και συλλογικές πρακτικές μνημόνευσης διατηρούν μια ανοιχτότητα απέναντι σε ιστορίες απώλειας, που επανακαθορίζουν τα όρια του πολιτικού» σημείωνε η Ελενα Τζελέπη για τις κινητοποιήσεις που έγιναν μετά τη βάναυση δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Το γεγονός ότι το πένθος για τους/τις νεκρούς/ες των Τεμπών δεν έμεινε αθέατο, δεν ακολούθησε την επιταγή της απόσυρσης και της μοναχικής μελαγχολίας, αλλά διέρρηξε το πρωτόκολλο της εξουσίας για έναν ιδιωτικό θρήνο, δεν είναι τυχαίο ότι προκάλεσε την ανησυχία και το μένος της. Εξου και οι κάθε λογής νουθεσίες για το πώς επιτρέπετε να πενθούμε, φτάνοντας μέχρι και την προεκλογική επίθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη στα θρηνούντα υποκείμενα. Γιατί στην πραγματικότητα η υπεράσπιση της μνήμης των νεκρών ως διεκδίκηση δικαιοσύνης, η άρνηση του αφηγήματος της «κακής στιγμής» ή της ατομικής ευθύνης ενός και μόνο προσώπου, η διαρκής μνημόνευση του εγκλήματος, η επιμονή στη συλλογικοποίηση και μ’ αυτή την έννοια στην πολιτικοποίηση της οργής, συνιστούν μια μικρή ρωγμή στην κοινοτοπία της αδράνειας.

Θρυμματίζουν λίγο το μηχανισμό εξοικείωσης με τη φρίκη και της συνακόλουθης αναισθητοποίησης απέναντι στην οδύνη, έναν μηχανισμό που είναι απαραίτητος, όμως, για την περιφρούρηση της κυριαρχίας. Και το κάνουν ενσώματα, η σωματικότητα από πεδίο στο οποίο ασκούνται ηγεμονικές στρατηγικές, μετατρέπεται σε φορέα αντίστασης, σε αγωγό που μεταβολίζει το πένθος σε αγώνα ενάντια στη θανατοπολιτική.

Μοιάζει αξιοπρόσεκτο, στην έρευνα του Eteron, ότι παρά τη συμμετοχή σε μαζικές εκδηλώσεις, την αποδόμηση θεμελιωδών νεοφιλελεύθερων δοξασιών, τον αριστερόστροφο ιδεολογικό – πολιτικό προσανατολισμό, ότι στο αντίστοιχο ερώτημα, έρχεται πρώτη η απάντηση «καμία ιδεολογία – πιστεύω στο άτομο», όπως και μετά η «προσωπική προσπάθεια» εμφανίζεται ως η δημοφιλέστερη απάντηση στο ερώτημα «πως θα βελτιωθεί η ζωή σας».

Κατά τη γνώμη μου, εδώ αποτυπώνεται εν μέρει η ανθεκτικότητα της θεωρίας του ατομικισμού που μπορεί να βρίσκεται στον ιδεολογικό πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού αλλά πλασάρεται με ιδιαίτερη ζέση στην εποχή μας σε πιο εκλεπτυσμένες εκδοχές, για παράδειγμα με το μανδύα της «αυτοβελτίωσης» και της «αυτοφροντίδας», έννοιες οι οποίες διαπερνούν ευρύτερα πολιτισμικά περιβάλλοντα, βρίσκοντας ερείσματα ως υποσχέσεις ατομικής γαλήνης, ευδαιμονίας και φωτεινότητας στο ξεραμένο έδαφος της απουσίας θετικών συλλογικών οραμάτων. Για μια γενιά που δεν έχει ισχυρές αναπαραστάσεις ευφορίας και καταβροχθίζεται από τη δυστοπία, η προοπτική μέσω του ατομικού κόπου και της στροφής στον εαυτό, να φτάσει σε μια προσωπική αναγέννηση, φαντάζει δελεαστική.

Από την άλλη, οι διεργασίες που συντελέστηκαν στο επίπεδο της συλλογικής δράσης χρειάζονται χρόνο, τριβή, σταθερότητα και πολυτροπικότητα για να φύγουν από τη σφαίρα της αποφόρτισης, να παράξουν αντιηγεμονικούς λόγους και να εγκαταστήσουν νέες σχεσιακότητες. Η ιδέα της αυτονομίας, της αυτόφωτης προσωπικότητας που αντέχει, μοχθεί και τα καταφέρνει, σφυρηλατήθηκε και προωθήθηκε πολύ έντονα μέσα από διαφορετικά κανάλια επικοινωνίας, από τα social media και τη μαζική κουλτούρα έως τη βιομηχανία του self care και τα mainstream ψυχοθεραπευτικά ρεύματα, με αποτέλεσμα να καταστεί αρχέτυπο.

«Τις τελευταίες δεκαετίες πολλοί και πολλές από εμάς έχουμε βιώσει τη ζωή σ’ ένα επιταχυνόμενο κοινωνικό σύστημα οργανωμένης μοναξιάς» σχολιάζουν οι συγγραφείς του «Μανιφέστου της Φροντίδας» κι έχουν απόλυτο δίκιο. Πρόκειται για ένα καλλωπισμένο οικοδόμημα που κρύβει ερήμωση και σπαραγμό.

Η αντιφατικότητα στην επίδραση αντικρουόμενων ιδεολογικών χαρακτηριστικών, η αποσπασματικότητα των κοινωνικών αγώνων, οι εσωτερικές αντιθέσεις αυτού που κωδικοποιούμε ως «γενιά», η αδυναμία άρθρωσης θετικών και εμπνευστικών αφηγήσεων σε συνδυασμό με την υπόγεια συντηρητικοποίηση ενός μέρους της κοινωνίας, έτσι όπως αποτυπώθηκαν και στο εκλογικό αποτέλεσμα, επιφέροντας πρόσθετη και δυσβάσταχτη απόγνωση στους νέους ανθρώπους που συμμετείχαν το προηγούμενο διάστημα στις κινητοποιήσεις, σίγουρα αναχαιτίζουν ή επικαλύπτουν τις δυναμικές που αναπτύχθηκαν.

Χρειάζονται σοβαρές επεξεργασίες, διαλογικές αλληλεπιδράσεις, αναθεωρήσεις των διανοητικών παραδειγμάτων, επινοητικότητα και φροντιστικές παρεμβάσεις για να κατανοηθεί η καινούργια κατάσταση. Δεν ακυρώθηκε, όμως, ό,τι ζήσαμε και νιώσαμε, ακόμα κι αυτή τη στιγμή μοιάζει συρρικνωμένο και αδύναμο.

Περπατήσαμε μαζί, βάλαμε τα σώματα μας σε κίνηση το ένα δίπλα στο άλλο, κλάψαμε μαζί, σκουπίσαμε η μια τα δάκρυα της άλλης, φωνάξαμε μαζί για την αλήθεια, συλλαβίσαμε μαζί τα ονόματα των νεκρών και διαβάσαμε τις ιστορίες τους για να πάψουν να είναι νούμερα ενός απρόσωπου αφανισμού, φάγαμε μαζί δακρυγόνα και ξύλο, θυμώσαμε με την ύβρι της κυριαρχίας, απορρίψαμε μαζί την αλαζονεία και την αναλγησία ως πυξίδες τροχιοδρόμησης της ύπαρξης. Κι ήταν σπουδαίο. Κοινή αίσθηση μα και επίγνωση της κοινωνικής τρωτότητας και της αλληλεξάρτησης. Το διακύβευμα, πιο κρίσιμο ίσως από ποτέ, είναι πως αυτή η εμπειρία δε θα πάει χαμένη, πως, που και πότε θα βρεθούν τα υλικά για ένα κίνημα κατάφασης της ζωής.


 

Βιβλιογραφία

  • «Ευάλωτη Ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας», Τζούντιθ Μπάτλερ, εκδόσεις νήσος
  • «Το Μανιφέστο της Φροντίδας», Συλλογικό, εκδόσεις Ροπή
  • «Κουήρ Πολιτική/ Δημόσια Μνήμη», Συλλογικό, επιμέλεια: Αθηνά Αθανασία, Γρηγόρης Γκουγκούσης, Δημήτρης Παπανικολάου, Ίδρυμα Ρόζα Λουξεμπουργκ
  • «Νιόβη/ Το αδύνατο πένθος τον καιρό της πανδημίας», Κατερίνα Μάτσα, εκδόσεις Αγρα

 

Πολιτική Cookies