
Πριν τις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Ανχάλτη, το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel κυκλοφόρησε ένα τεύχος με εξώφυλλο μια φωτογραφία του κύριου υποψήφιου του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), Ulrich Siegmund, και την λεζάντα Der gefährlichste Mann Deutschlands. Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στη Γερμανία. Λίγες μέρες μετά, ο Siegmund εθεάθη να υπογράφει τα συγκεκριμένα εξώφυλλα στους θαυμαστές του σε ένα από τα προεκλογικά κέντρα του κόμματος.
Το παραπάνω στιγμιότυπο είναι αρκετά χαρακτηριστικό για την κατάσταση της ακροδεξιάς στη Γερμανία και την αντιμετώπισή της -ή μη- από το σύνολο του πολιτικού και μιντιακού mainstream. Είναι επίσης αναμενόμενο για όποιον παρακολουθεί την γερμανική πολιτική σκηνή και έχει γίνει μάρτυρας της ανόδου του AfD ήδη από την ίδρυση του: το κόμμα συνεχώς ριζοσπαστικοποιείται προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος, τεστάρει τις θεσμικές απαγορεύσεις του γερμανικού πολιτικού συστήματος, κανονικοποιείται και κανονικοποιεί τον ακροδεξιό λόγο. Βάση αυτών των παραμέτρων, το εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Ανχάλτη που έφερε πρώτο το κόμμα με 43.8% φαίνεται εκ πρώτης όψεως αρκετά σοκαριστικό, αλλά δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη για κανέναν, ενώ η έμφαση στο παράγοντα του σοκ μπορεί να μας οδηγήσει σε μια παροδική αντίληψη για τον κίνδυνο που ενέχει η εξάπλωση της ακροδεξιάς γύρω από εκλογικές αναμετρήσεις. Το AfD δεν «έρχεται», αλλά είναι ήδη εδώ και έχει καταφέρει να εδραιωθεί τόσο κοινωνικά όσο και ψηφιακά.
Η άνοδος του κόμματος και οι εκλογικές επιτυχίες που σημείωσε τόσο στη Σαξονία-Ανχάλτη, όσο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο (σημειώνοντας αρκετά θετικές επιδόσεις με 38.2% και 16,3% αντίστοιχα) δεν μπορούν να ερμηνευτούν μονοπρισματικά απο την ανάγνωση και ερμηνεία του εκλογικού ανταγωνισμού. Πράγματι, η επιτυχία και η απήχηση του AfD οφείλουν να ειδωθούν και απο το πλαίσιο της «πολυ-κρίσης» που χαρακτηρίζει τη Γερμανία τα τελευταία χρόνια (γεωπολιτική, ενεργειακή, κρίση παραγωγικού μοντέλου, ηθική και ταυτοτική κρίση με αφορμή τη γενοκτονία στη Γάζα), αλλά και από επιμέρους θεσμικούς παράγοντες, καθώς η μορφή που παίρνει το κόμμα, διαφέρει απο το αυστηρό πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού και κινείται με ιδιαίτερη ευελιξία τόσο στο θεσμικό όσο και στο μη-θεσμικό πεδίο της πολιτικής, τόσο στο πραγματικό όσο και στο ψηφιακό.
Αρχικά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως η ακροδεξιά ατζέντα του AfD αποκτά όλο και περισσότερα ηγεμονικά χαρακτηριστικά με υπεύθυνο όχι μόνο το ίδιο το κόμμα, αλλά και το σύνολο του πολιτικού και μιντιακού mainstream που, αφενός επισκιαζόμενοι απο την ιστορική βαρύτητα του όρου «φασισμός» στη Γερμανία και αφετέρου απο την προσπάθεια τους να ανακόψουν την ανοδική πορεία του κόμματος, επιδόθηκαν στο να χαρακτηρίζουν το AfD ως κατεξοχήν «λαϊκιστικό» κόμμα και να οικειοποιούνται την ατζέντα του. Από την αυστηροποίηση των συνοριακών ελέγχων του Σοσιαλδημοκράτη Καγκελάριου Olaf Scholz (SPD), τη δεξιά μετατόπιση των Πρασίνων, και την πρόθεση του Friedrich Merz (CDU) να συνεργαστεί με το AfD στη γερμανική Βουλή 1, οι ιδεολογικές και πολιτικές (policies) διαχωριστικές γραμμές μεταξύ του δημοκρατικού τόξου και της ακροδεξιάς γίνονται όλο και πιο θολές. Όπως έχουν δείξει τα παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών2 μια τέτοια κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ωφελεί την ίδια, και όχι τους μιμητές της, είτε στο επίπεδο υποστήριξης είτε στο επίπεδο του εκλογικού ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα όμως είναι ένα: αν η ακροδεξιά έχει τη πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις ακολουθούν, τότε η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται όλο και δεξιότερα.
Η διεύρυνση της απεύθυνσης του AfD και η εκλογική αποτίμηση της εκθέτει επίσης τα θεσμικά όρια του γερμανικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, τόσο η παράδοση της πολιτικής εκπαίδευσης (Politische Bildung) για την ενίσχυση της δημοκρατίας, όσο και το πολιτικό «τείχος προστασίας» (Brandmauer) απέναντι στην ακροδεξιά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, ενώ οι επίσημοι χαρακτηρισμοί του κόμματος ως «ακροδεξιού και εξτρεμιστικού» από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προστασίας του Συντάγματος (BfV) -ενός καθοριστικού μηχανισμού άμυνας- δεν έχουν καταφέρει να δράσουν ανασταλτικά στην επιρροή που έχει το κόμμα. Οι εκλογικές επιδόσεις του AfD επιβεβαιώνουν την περατότητα των θεσμικών μέτρων, όπως έχει ήδη επισημανθεί3
και καθιστούν τους ισχύοντες μηχανισμούς ανεπαρκείς.
Όμως είναι και το ίδιο το κόμμα που έχει αλλάξει στην προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί όσο το δυνατόν περισσότερο τη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στα εγκαθιδρυμένα κόμματα. Πέρα από τη σταδιακά δομημένη κοινωνική απήχηση που έχει δημιουργήσει σε όλη τη πορεία του4, το κόμμα έχει επενδύσει και στην ψηφιακή σφαίρα, διευρύνωντας συνεχώς την επιρροή του με διακίνηση βίντεο, συνθημάτων, ακόμη και με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία προπαγανδιστικών στιγμιοτύπων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης5, ξεπερνώντας κατα πολύ τη δραστηριότητα των υπολοίπων κομμάτων. Αυτή η ψηφιακή πρωτοκαθεδρία μετασχηματίστηκε σε μοχλό κινητοποίησης και κατ’ επέκταση σε εκλογικό αποτέλεσμα στις κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Εξίσου σημαντικός παράγοντας που ενισχύει την εικόνα του AfD είναι η δυνατότητα του να προτάξει ένα νέο πολιτικό όραμα, το οποίο παραμένει δυστοπικό στον πυρήνα του: στις εκλογές της Σαξονίας-Ανχάλτης το σύνθημα Alles ist möglich, (όλα είναι δυνατά), έγινε ένα είδος αντιστραμμένου ακροδεξιού Yes We can, που είχε χρησιμοποιήσει ο Μπαράκ Ομπάμα στις προεδρικές εκλογές του 2008. Αυτή η δυνατότητα, να προσφέρει, δηλαδή, ένα θετικό πολιτικό πρόταγμα στους υποστηρικτές του, δίνει στο AfD ένα πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων κομμάτων το οποίο μετασχηματίζεται σε πολιτική δυναμική σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Με τη σειρά τους, τα υπόλοιπα κόμματα αρχίζουν και αισθάνονται την πίεση του πλαισίου των «πολυ-κρίσεων» που έχει διαμορφωθεί στη Γερμανία, με τον πληθωρισμό και την ακρίβεια να αποτελούν κύριο πρόβλημα στην καθημερινότητα των πολιτών. Όπως γίνεται συνήθως σε εκλογικές αναμετρήσεις, είτε τοπικού είτε εθνικού χαρακτήρα, ο κυβερνητικός σχηματισμός είναι αυτός που πλήττεται πρώτος, καθώς η κυβέρνηση του Merz, κυβέρνηση συνεργασίας του CDU με το SPD και τους Πράσινους, μπορεί να θεωρηθεί ο μεγάλος ηττημένος των εκλογικών αναμετρήσεων. Αν και το SPD κατάφερε να σημειώσει στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ένα σημαντικό ποσοστό (35.5%), δείχνοντας το σημαντικό βαθμό υποστήριξης που έχει και δη σε ένα κρατίδιο της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (προνομιακό πεδίο του AfD), αυτό αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στο ομοσπονδιακό επίπεδο, όπου το κόμμα βλέπει τα ποσοστά του να συρρικνώνονται σταδιακά. Το έτερο Volkspartei6, το CDU, είναι σε αρκετά δυσχερέστερη κατάσταση μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις του Σεπτεμβρίου. Το τριπλό εκλογικό αποτέλεσμα ήρθε ως επιβεβαίωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στους χειρισμούς του Merz σε όλα τα επίπεδα, με τον ίδιο τον καγκελάριο να παραμένει αμετακίνητος και χωρίς αυτοκριτική στις βασικές του θέσεις, ούτε να παραιτείται παρά την έντονη εσωκομματική φημολογία. Ο κεντροδεξιός πόλος του μεταπολεμικού κομματικού συστήματος της Γερμανίας καταρρέει με αργούς ρυθμούς, παρόλες τις προσπάθειες του να κινηθεί όλο και δεξιότερα με στόχο την υπερφαλάγγιση του AfD, είτε στο επίπεδο της κυβερνητικής πολιτικής -υιοθετώντας μέρος της ακροδεξιάς ατζέντας, είτε στο επίπεδο της εκλογικής αντιπροσώπευσης. Τόσο η φιλοπολεμική εξωτερική πολιτική όσο και η αναποτελεσματική οικονομική πολιτική του Merz κρίθηκαν αρνητικά και στα τρία κρατίδια.
Παρόλα αυτά όμως, οι εκλογές του Βερολίνου7 πρόσφεραν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα σε όλα τα κόμματα: το SPD, το CDU και οι Πράσινοι σημείωσαν χαμηλότερα από τα συνηθισμένα, αλλά σε καμία περίπτωση αποκαρδιωτικά, ποσοστά, ενώ το AfD κατέγραψε ένα αξιοπρεπές ποσοστό, δεδομένου ότι το Βερολίνο δεν αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ακροδεξιά. Φυσικά, ο μεγάλος νικητής ήταν το Die Linke (25,7%), το οποίο παρόλο που δεν κατάφερε να κερδίσει την αυτοδυναμία, υπήρξε πηγή -και αποδέκτης- ενθουσιασμού για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αριστεράς που προσδοκά κάποια ένδειξη νίκης σε μια απο τις ζοφερότερες περιόδους της. Η πραγματικότητα που έχει να αντιμετωπίσει το Die Linke είναι πιο δύσκολη απ’ ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως και καθιστά οποιαδήποτε ρομαντικοποίηση της νίκης του αρκετά επιπόλαιη.
Αρχικά, η αδυναμία του κόμματος να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση στο Βερολίνο του στερεί τον πλήρη έλεγχο των πολιτικών πρωτοβουλιών που θα μπορούσε να λάβει και να προχωρήσει άφοβα στην πλήρη εφαρμογή της ατζέντας του. Αντ’ αυτού θα πρέπει να προχωρήσει σε συμβιβασμό των θέσεων του προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση πιθανότατα με το SPD και τους Πράσινους και να παραχωρήσει ορισμένα ανταλλάγματα. Ένα από αυτά ενδέχεται να είναι η απομάκρυνση του κόμματος από κάθε θέση υπέρ της Παλαιστίνης. Το ζήτημα αυτό έχει διχάσει και το ίδιο το κόμμα σε ομοσπονδιακό επίπεδο και έγινε αφορμή για μια εργαλειακή χρήση της κατηγορίας περί «αντισημιτισμού» απο τμήματα του πολιτικού και μιντιακού mainstream. Το πρόσφατο γεγονός με τον ράπερ Dahabflex και τις δηλώσεις του για το Ισραήλ έφεραν σε δύσκολη θέση το κόμμα, το οποίο κράτησε αποστάσεις από τον προσκεκλημένο της τοπικής εκδήλωσης του κόμματος στη συνοικία Neukölln του Βερολίνου. Αν το Die Linke αποφασίσει να θυσιάσει αυτήν τη στάση για χάρη ενός κυβερνητικού συνασπισμού τότε ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα για τον ευρύτερο πολιτικό του προσανατολισμό σε μια κρίσιμη συγκυρία για τη Γερμανία (πλέον το 80% της γερμανικής κοινωνίας τάσσεται ενάντια στη γενοκτονία της Γάζας), αλλά και για τις κοινωνικές συμμαχίες που θέλει να οικοδομήσει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δίλλημα του Die Linke: ανάμεσα στην κυβερνησιμότητα και στην αντιπροσωπευτικότητα του, ανάμεσα στην ανάληψη θέσεων ευθύνης με το αντίστοιχο κόστος και στη δυναμική του να σχηματίσει ευρείς κοινωνικούς συνασπισμούς με προοπτική σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η ιστορία παρόμοιων διλλημάτων μας έχει δείξει τις δυσκολίες που ενέχουν οι επιλογές ένθεν κακείθεν και προκειμένου να μπορέσει να τις απαντήσει το Die Linke πρέπει να αποφασίσει τι κόμμα θέλει να είναι, πως να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες περί «αντισημιτισμού» και «εξτρεμιστικής άκρας αριστεράς», αλλά και τη στάση που επιθυμεί να έχει σε μια σειρά απο κομβικά ζητήματα που ξεπερνούν το προνομιακό πεδίο του κόμματος (στέγαση, οικολογική συνείδηση, ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα κ.ο.κ.), όπως το θέμα της γενοκτονίας της Γάζας και το θέμα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Χωρίς να αποκτήσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα με διακριτό πολιτικό όραμα, τότε οι γνωστοί στίχοι του Leonard Cohen που ακούστηκαν αυτές τις μέρες θα ξεχαστούν πολύ σύντομα.
Η αποτίμηση των εκλογικών αναμετρήσεων δείχνει πως το άμεσο μέλλον της Γερμανίας παραμένει αβέβαιο με τη χώρα να αντιμετωπίζει τη σημαντικότερη κρίση της στα μεταπολεμικά χρονικά. Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς, η σταδιακή κατάρρευση των δύο μεγάλων κομμάτων και τα διλήμματα που έχει να αντιμετωπίσει η γερμανική αριστερά, δημιουργούν ένα πεδίο, όπου έννοιες, θεσμοί και πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται υπο ανανοηματοδότηση σε ένα περιβάλλον αντικρουόμενων συμφερόντων. Αν μη τι άλλο η γερμανική πολιτική σκηνή θα μας απασχολήσει αρκετά τα επόμενα χρόνια.