Κλείσιμο
ελίτ

Ο λαϊκισμός δεν πλήττει τις ελίτ, αλλά την εργατική τάξη

Social Europe

09.04.2026

Οι λαϊκιστές ηγέτες υπόσχονται να ενδυναμώσουν «τον λαό», αλλά συστηματικά παραγκωνίζουν τους θεσμούς μέσω των οποίων οι εργαζόμενοι ασκούν στην πραγματικότητα την εξουσία.

Η ευρωπαϊκή πολιτική είναι γεμάτη υποσχέσεις προς τους εργαζόμενους, με κεντρικό αφήγημα ότι θα «δώσει πίσω την εξουσία στον λαό». Οι λαϊκιστές ηγέτες παρουσιάζονται ως μια γρήγορη λύση προς τη δημοκρατία: ισχυρίζονται ότι θα διαπεράσουν τη γραφειοκρατία, θα παρακάμψουν τις ελίτ και θα αποκαταστήσουν τη λαϊκή κυριαρχία. Ωστόσο, έρευνες για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική οικονομία δείχνουν ότι η ρητορική αυτή έχει μια λιγότερο ορατή θεσμική διάσταση. Σε μια συγκριτική μελέτη πέντε χωρών – Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία – εξέτασα πώς η λαϊκιστική ρητορική αλληλεπιδρά με συστήματα εργασιακών σχέσεων και οικονομικής δημοκρατίας. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ένα κοινό μοτίβο: η λαϊκιστική πολιτική συχνά παρακάμπτει όχι μόνο τους τεχνοκράτες και τα κόμματα, αλλά και τη συλλογική εκπροσώπηση των εργαζομένων.

Τα συνδικάτα, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος δεν αποτελούν περιθωριακά χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Είναι συστατικά μέρη της δημοκρατικής του υποδομής. Μεσολαβούν στις συγκρούσεις, οργανώνουν τα εκάστοτε συμφέροντα και μετατρέπουν τα κοινωνικά αιτήματα σε διαπραγματεύσιμα αποτελέσματα. Καθιστούν τη δημοκρατία πλουραλιστική, όχι μονάχα πλειοψηφική. Όταν ο λαϊκισμός ερμηνεύει την πολιτική ως άμεση σχέση μεταξύ ενός ηγέτη και ενός λαού, χωρίς διακριτά χαρακτηριστικά, εξαφανίζει ουσιαστικά κάθε επίπεδο διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης που μεσολαβεί. 

Στις πέντε χώρες που αναλύθηκαν, τα συνδικάτα και οι κοινωνικοί εταίροι παρουσιάζονται ως “λείψανα” ενός κορπορατιστικού παρελθόντος ή γραφειοκρατικά εμπόδια στην ταχεία λήψη αποφάσεων. Αυτή η αντιπλουραλιστική λογική συγκλίνει με μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική που έχει γίνει ολοένα και πιο ορατή: την κατάρρευση της διαμεσολάβησης. Αντί δηλαδή να καταργήσει τους θεσμούς εντελώς, η διαδικασία υποβάθμισης της διαμεσολάβησης επιδιώκει να καταστήσει τους θεσμούς διαμεσολάβησης ως μηχανισμούς δευτερεύουσας σημασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, απομακρύνει τη νομιμότητα από τη διαπραγμάτευση, υποβιβάζει τη σημασία του συμβιβασμού και της συναίνεσης στο όνομα μιας αδιαμεσολάβητης επαφής ηγέτη-εργαζόμενων και τελικά ευνοεί την εξατομίκευση και τη μονομερή πρωτοβουλία.

Υπό αυτή την έννοια, αυτή η αδιαμεσολάβητη επαφή ηγέτη-λαού δεν είναι απλώς ένα στυλ επικοινωνίας που ενισχύεται από τα ψηφιακά μέσα, όσο μια λογική διακυβέρνησης που αντιμετωπίζει τη διαμεσολάβηση ως κόστος και ανταμείβει τους ηγέτες που παρουσιάζουν τις αποφάσεις τους ως άμεσες απαντήσεις στη λαϊκή απαίτηση. Το αποτέλεσμα, όπως υποδηλώνουν τα συγκριτικά στοιχεία της έρευνας, σπάνια οδηγεί σε θεσμική ρήξη. Πιο συχνά, αποτυπώνει μια σταδιακή αποδυνάμωση των δομών διαμεσολάβησης που επιτρέπουν στους εργαζόμενους να ασκούν οργανωμένο έλεγχο στην οικονομία.

Τρεις μηχανισμοί λαϊκιστικής επέκτασης

Η έρευνα εντοπίζει τρεις μηχανισμούς μέσω των οποίων ο λαϊκισμός στην πολιτική αναπλαισιώνει την οικονομική δημοκρατία σε διαφορετικά θεσμικά πλαίσια.

Ο πρώτος μηχανισμός είναι η απονομιμοποίηση. Στη Γαλλία και την Ιταλία, για παράδειγμα, τα συνδικάτα συχνά παρουσιάζονται στον πολιτικό λόγο ως υπερασπιστές των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών ή ως μέρος ενός κατεστημένου που αντιστέκεται στην αλλαγή. Στην Πολωνία, η απονομιμοποίηση μπορεί να συνδυαστεί με μια ευρύτερη πολιτικοποίηση, περιορίζοντας την αυτονομία των πλουραλιστικών φορέων. Ακόμα και στην Αυστρία, όπου η κοινωνική εταιρική σχέση παραμένει βαθιά ριζωμένη, η ρητορική πίεση αμφισβητεί τη σημασία των μηχανισμών διαμεσολάβησης. Το ζητούμενο για τον μηχανισμό απονομιμοποίησης δεν είναι πάντα η διάλυση των συνδικάτων, αλλά η υπονόμευση της κανονιστικής τους εξουσίας και λειτουργίας, και η ανα-κωδικοποίηση της διαμεσολάβησης ως αντιδημοκρατικής διαδικασίας.

Ο δεύτερος μηχανισμός είναι η παράκαμψη. Στην Ιταλία και την Ισπανία, όπου ο κατακερματισμός και η τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας δημιουργούν κενά εκπροσώπησης, οι κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα βασιστεί σε επιλεκτική εμπλοκή και ανάπτυξη σχέσεων με τους κοινωνικούς εταίρους. Η διαπραγμάτευση γίνεται σποραδική και όχι συστηματική, παύει δηλαδή  να αποτελεί στοιχείο της διακυβέρνησης. Στη Γαλλία, οι λεγόμενη “μεταρρυθμιστική πολιτική” συχνά στοχεύει στην αποδυνάμωση των συνδικάτων, μετατοπίζοντας την ισορροπία μεταξύ της διαπραγμάτευσης και της κρατικά καθοδηγούμενης αλλαγής. Και στην Αυστρία, παρότι οι θεσμοί όπως είπαμε είναι πιο ανθεκτικοί, επεισόδια μονομερών πρωτοβουλιών εκ μέρους της πολιτικής εξουσίας αποκαλύπτουν ότι ο κοινωνικός διάλογος δεν θεωρείται πλέον δεδομένος.

Ο τρίτος μηχανισμός είναι η περιθωριοποίηση. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι επίσημοι θεσμοί συνήθως επιβιώνουν, αλλά η αποτελεσματική τους επιρροή στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας περιορίζεται. Η διαβούλευση υποβαθμίζεται, κατακερματίζεται η διαδικασία των διαπραγματεύσεων και η πρόσβαση των κοινωνικών εταίρων σε βασικούς τομείς πολιτικής μπορεί να γίνει πιο περιοριστική.

Η σύγκριση μεταξύ των χωρών δείχνει ότι τα αποτελέσματα ποικίλλουν ανάλογα με την θεσμική ενσωμάτωση. Η Αυστρία παρουσιάζει ανθεκτικότητα: η ισχυρή κοινωνική εταιρική σχέση περιορίζει τη διαρκή παράκαμψη από την πολιτική εξουσία. Η Γαλλία είναι σε φάση αναδιάρθρωσης: οι θεσμοί αντιστέκονται και επιμένουν, ωστόσο αναδιαμορφώνονται από την πολιτική εξουσία. Η Ιταλία και η Ισπανία αποκαλύπτουν μια πιο εύθραυστη ισορροπία, που χαρακτηρίζεται από επιλεκτική ή επεισοδιακή διαμεσολάβηση. Η Πολωνία διατηρεί τον υψηλότερο κίνδυνο διάβρωσης, όπου η απονομιμοποίηση και η πολιτικοποίηση συγκλίνουν με τρόπους που μπορούν να αποδυναμώσουν τον πλουραλιστικό χώρο πιο ουσιαστικά. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, ωστόσο, είναι ότι η πλήρης αποδιάρθρωση είναι σπάνια. Η κυρίαρχη τροχιά είναι η αναδιάρθρωση, μια σταδιακή αποδυνάμωση δηλαδή της διαμεσολαβούμενης διακυβέρνησης.

Οι προκλήσεις είναι μεγάλες 

Οι επιπτώσεις αυτών των ευρημάτων ξεπερνούν κατά πολύ τον κόσμο των εργασιακών σχέσεων. Η οικονομική δημοκρατία δεν αφορά μόνο τον καθορισμό των μισθών ή το εργατικό δίκαιο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες βιώνουν την αλληλεπίδραση και την εξουσία στην καθημερινή οικονομική ζωή. Και στις πέντε χώρες που εξετάστηκαν, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και η εκπροσώπηση στον χώρο της εργασίας παραμένουν σε δράση εκεί όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να συμμετέχουν στη θέσπιση κανόνων και να αμφισβητήσουν την εξουσία με οργανωμένους τρόπους. Όταν αυτοί οι χώροι αποδυναμώνονται – είτε μέσω απονομιμοποίησης, είτε παράκαμψης ή περιθωριοποίησης (τους τρεις μηχανισμούς που αναλύσαμε παραπάνω) – η σύγκρουση γίνεται πιο εξατομικευμένη και οι ανισότητες διευρύνονται.

Η έρευνα υποδηλώνει ότι η λαϊκιστική πολιτική δεν καταργεί απαραίτητα τα συνδικάτα, αλλά μπορεί να υπονομεύσει τη δημοκρατική τους λειτουργία. Για το λαϊκιστικό μέτωπο, η εναλλακτική λύση στη διαμεσολάβηση με τους κοινωνικούς εταίρους δεν είναι τόσο η καθαρή λαϊκή κυριαρχία, όσο η εκτελεστική κυριαρχία και η εξατομικευμένη ηγεσία, στοιχεία δομικά ενός λαϊκιστικού μηχανισμού εξουσίας. Την ίδια στιγμή, η υπονόμευση των συνδικάτων μπορεί να φαίνεται πολιτικά ελκυστική επειδή υπόσχεται αμεσότητα. Ωστόσο, η δημοκρατία, ιδιαίτερα σε σύνθετες και αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, εξαρτάται από τον οργανωμένο πλουραλισμό στη λήψη αποφάσεων.

Συνολικά, οι περιπτώσεις που εξετάζονται δείχνουν ότι ο κεντρικός κίνδυνος για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν είναι η αυταρχική ρήξη, αλλά η σταδιακή απονομιμοποίηση των δημοκρατικών διαδικασιών στην οικονομική σφαίρα. Η υπεράσπιση της οικονομικής δημοκρατίας απαιτεί επομένως περισσότερα από την απλή διατήρηση των επίσημων θεσμών. Απαιτεί ανανέωση της συμπερίληψης και της νομιμότητας της συλλογικής εκπροσώπησης, ειδικά σε κατακερματισμένες αγορές εργασίας. Εάν η διαμεσολάβηση στην οικονομία συνεχίσει να χάνει έδαφος, η ίδια η δημοκρατία καθίσταται πιο αδύναμη και πιο εύθραυστη. Η μάχη για τον λαϊκισμό δεν είναι μόνο μια συνταγματική μάχη. Είναι επίσης ένας ανταγωνισμός για το εάν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνεχίζουν να ασκούν έλεγχο στην οικονομική εξουσία μέσω οργανωμένης, πλουραλιστικής διαμεσολάβησης ή μετατοπίζονται προς ολοένα και πιο εξατομικευμένες και μονομερείς μορφές διακυβέρνησης.

*Ο Φραντσέσκο Σεγκέζι είναι πρόεδρος του ερευνητικού ινστιτούτου ADAPT και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκαμο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην κοινωνιολογία της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, καθώς και στη σχέση μεταξύ εργασίας και τεχνολογικής καινοτομίας.

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.

Πολιτική Cookies