Κλείσιμο

Η υπόθεση της Δημοκρατίας στην πράξη

Social Europe

09.06.2026

Η ευθυγράμμιση δισεκατομμυριούχων της τεχνολογίας των ΗΠΑ με την αυταρχική πολιτική αντηχεί τη βιομηχανική συνεργασία της δεκαετίας του 1930.

Μια εικόνα από τον πρώτο χρόνο της δεύτερης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να μιλάει πιο δυνατά από χίλιες λέξεις: η ομάδα των δισεκατομμυριούχων της τεχνολογίας στην ορκωμοσία του. Εκεί κάθονταν οι τιτάνες της Σίλικον Βάλεϊ, οι αυτοανακηρυγμένοι πρωταθλητές της ελευθερίας του λόγου, η υποτιθέμενη πρωτοπορία της τεχνολογικής επανάστασης, χειροκροτώντας σαν υπάκουοι μαθητές για τον νέο τους ηγέτη. Για έναν ολόκληρο χρόνο, δεν έκαναν τίποτα άλλο: χειροκροτούσαν, έκαναν επισκέψεις ευγένειας και τον κατέκλυζαν με κομπλιμέντα.

Αυτό το θέαμα της εταιρικής “κατάληψης”, ή τουλάχιστον της συνεργασίας με τον πολιτικό αυταρχισμό, δεν είναι ούτε μοναδικό, ούτε καινούργιο. Η ιστορία έχει επανειλημμένα δείξει τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης εταιρικής εξουσίας που ευθυγραμμίζεται με την πολιτική εξουσία. Αλλά έχει επίσης αποκαλύψει και το αντίδοτο: τη συμμετοχή και τον έλεγχο από τους εργαζόμενους. Η δημοκρατία στον χώρο εργασίας δεν είναι απλώς ένα ιδανικό · είναι μια απαραίτητη προστασία ενάντια στις υπερβολές των ιδιοκτητών τεχνολογικών γιγάντων. Και τώρα, μια επίκαιρη έκθεση από την Ισπανία δείχνει πώς οι χώρες μπορούν να μετατρέψουν αυτό το όραμα σε πραγματικότητα.

Ιστορικά μαθήματα για την εταιρική κατάληψη

Πρέπει να αποφύγουμε κάθε παραλληλισμό με τη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ φυσικά, αλλά οι παραλληλισμοί με τη δεκαετία του 1930 είναι ανησυχητικοί. Τότε, η βιομηχανική ελίτ – μεγιστάνες του άνθρακα και του χάλυβα – υποτάχθηκαν στη θέληση ενός αυταρχικού ηγέτη. Ο φασισμός και η πολεμική του μηχανή ήκμασαν επειδή η βαριά βιομηχανία της Γερμανίας συνεργάστηκε με τον Γερμανό δικτάτορα. Οι τομείς που υποτίθεται ότι ήταν η ραχοκοκαλιά της οικονομίας, αποδείχθηκαν αδύναμοι υπό την πολιτική πίεση του Χίτλερ.

Αλλά η ιστορία προσφέρει μαθήματα, και τα πήραμε αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η λύση δεν προήλθε από τη δικαστική εξουσία, από ηθικούς κώδικες ή μαθήματα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Προήλθε από τους εργαζόμενους.

Ένας από τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής Γερμανίας ήταν ο Ότο Μπρένερ, ένας συνδικαλιστής που παρακολουθούσε με απογοήτευση τη βιομηχανία να απλώνεται μπροστά στους ναζί. Αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1946, οργάνωσε μια από τις πρώτες μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις στο Ανόβερο: την απεργία των Bode-Panzer. Μετά από 23 ημέρες, νίκησε. Πέρα από τις αυξήσεις μισθών, τα συνδικάτα εξασφάλισαν δομική επιρροή μέσω ισχυρών συμβουλίων εργαζομένων και εδρών στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών — εκεί γεννήθηκε και ο όρος Mitbestimmung, ή συναπόφαση δηλαδή στην λήψη αποφάσεων.

Η ισχυρή δημοκρατία στον χώρο εργασίας θα εμπόδιζε τις εταιρείες να ευθυγραμμιστούν με αντιδημοκρατικούς ηγέτες και πρακτικές. Οι εργαζόμενοι με λόγο στην εταιρική διακυβέρνηση θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια ολοκληρωτική ηθική κατάρρευση. Οι βρετανικές δυνάμεις στη Γερμανία είδαν την αξία αυτής της προσέγγισης και εισήγαγαν διαδικασίες συναπόφασης στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα το 1947, δίνοντας στους εργαζόμενους έως και τις μισές ψήφους στα εποπτικά συμβούλια. Λίγα χρόνια αργότερα, ένα λιγότερο ισχυρό σύστημα εφαρμόστηκε σε άλλους τομείς.

Ο χαλυβουργικός τομέας του τότε είναι η τεχνολογική βιομηχανία του σήμερα

Η σημερινή τεχνολογική βιομηχανία κατέχει τη θέση που κατείχε κάποτε η χαλυβουργία: απαραίτητη για την οικονομία, την κοινωνία και τον σύγχρονο πόλεμο. Οι εικόνες των τεχνολογικών μεγιστάνων που στέκονται δίπλα στον Τραμπ δείχνουν ότι η ιστορία κινδυνεύει να επαναληφθεί. Για άλλη μια φορά, η οικονομική ελίτ αποδεικνύεται ευάλωτη στις πολιτικές πιέσεις. Για άλλη μια φορά, οι εταιρικοί κολοσσοί πέφτουν στην παγίδα της αντι-δημοκρατίας. Και για άλλη μια φορά, δεν υπάρχει δημοκρατική διόρθωση.

Το χειρότερο; Είχαμε ήδη λάβει προειδοποίηση ότι η λύση ήταν εφικτή. Πριν από λίγα χρόνια, ξέσπασαν πρωτοφανείς διαμαρτυρίες στην Google και την Amazon. Οι εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν ενάντια σε αυτά που θεωρούσαν “ανήθικες συνθήκες εργασίας”, που προωθούσαν οι προϊστάμενοί τους. Απαίτησαν να έχουν λόγο και δημοκρατία στον χώρο εργασίας, το δικαίωμα να αμφισβητούν τους διευθύνοντες συμβούλους και να τους θεωρούν υπόλογους για τις συνέπειες προβληματικών και αντεργατικών αποφάσεων.

Οι κινητοποιήσεις δεν απέδωσαν. Οι τεχνολογικοί γίγαντες προχώρησαν χωρίς διαφωνία, χωρίς αντίθεση, χωρίς συμμετοχή ή δημοκρατικά εργαλεία – και κατέληξαν στη φωτογραφία του περασμένου έτους, κοιτάζοντας σαν παιδιά το κουκλοθέατρο του θεάματος Τραμπ. Αλλά το μάθημα είναι ξεκάθαρο: δημοκρατία στον χώρο εργασίας, συμμετοχή, διαφωνία, διαπραγμάτευση – αυτά δεν είναι κενά συνθήματα ή ενοχλητικά συνδικαλιστικά αιτήματα. Είναι ουσιώδεις πυλώνες της πολιτικής μιας δημοκρατίας και, επομένως, της ευημερίας εργαζόμενων και πολιτών.

Πως να προχωρήσουμε; Η Ισπανία δείχνει το δρόμο

«Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προωθούν διάφορες μορφές συμμετοχής σε εταιρείες και, μέσω κατάλληλης νομοθεσίας, να ενθαρρύνουν τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει επίσης να διευκολύνουν την πρόσβαση των εργαζομένων στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής».

Αυτό δεν είναι απόσπασμα από κάποιο επαναστατικό φυλλάδιο. Είναι το Άρθρο 129.2 του ισπανικού συντάγματος, που υιοθετήθηκε μετά την πτώση του καθεστώτος του Φράνκο το 1978. Θέτει μια σαφή εντολή για τις ισπανικές κυβερνήσεις: να προωθήσουν τη δημοκρατία στον χώρο εργασίας σε όλες τις μορφές της μέσω της συμμετοχής των εργαζομένων, των συνεταιρισμών και της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.

Δυστυχώς, μισό αιώνα αργότερα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι λίγες ισπανικές κυβερνήσεις έχουν πραγματικά αγκαλιάσει αυτό το έργο. Προς το παρόν, οι Ισπανοί εργαζόμενοι μπορούν να βασίζονται σε αρκετά συμβατικές μορφές συμμετοχής μέσω των εργατικών συμβουλίων και των συνδικάτων. Η υπουργός Εργασίας, Γιολάντα Ντίαζ, το γνωρίζει αυτό και έχει τη φιλοδοξία να το αλλάξει. Πριν από ένα χρόνο, συγκέντρωσε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων για να εξετάσει τη δημοκρατία στον χώρο εργασίας. Με επικεφαλής την Ιζαμπέλ Φερέρας, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Λουβέν στο Βέλγιο, η ομάδα δημοσίευσε τα ευρήματά της τον Φεβρουάριο του 2024.

Η Ντίαζ δεν θέλει να πειραματιστεί στο περιθώριο — θέλει να ξαναγράψει την αρχιτεκτονική του καπιταλισμού. Για να το πετύχει αυτό, στοχεύει να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες του 1978. Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων προτείνει διάφορους τρόπους: ισχυρότερα συμβούλια εργαζομένων, εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών, συμμετοχή των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο, ένα ταμείο πολιτών για την ενσωμάτωση των εταιρειών στις κοινότητές τους, διευκόλυνση των εξαγορών από τους εργαζόμενους σε σενάρια διαδοχής, προσαρμοσμένες εμπιστευτικές ευθύνες των μετόχων, εκπαίδευση των εργαζομένων, των συνδικάτων και των διευθυντών σχετικά με τη δημοκρατική εταιρική διακυβέρνηση και τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου για τη δημοκρατία στον χώρο εργασίας.

Μερικές από τις παραπάνω προτάσεις αξίζουν πιο προσεκτική εξέταση. Πρώτον, η εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια — ένα θέμα που συζητείται έντονα, ακόμη και μεταξύ των ισπανικών συνδικάτων. Οι εμπειρογνώμονες προτείνουν να διατεθούν μεταξύ του ενός τρίτου και του μισού των θέσεων στο διοικητικό συμβούλιο για τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας. Είναι ενδιαφέρον ότι οι εταιρείες και τα συνδικάτα μπορούν να αποφασίσουν πώς να εφαρμόσουν αυτό το πλαίσιο: είτε ζητώντας από τους εργαζομένους να διορίζουν εκπροσώπους ανεξάρτητα από το συμβούλιο εργαζομένων, είτε δίνοντας στο συμβούλιο εργαζομένων δικαίωμα ψήφου στο διοικητικό συμβούλιο χωρίς να παρίσταται σε συνεδριάσεις, είτε ζητώντας από το συμβούλιο εργαζομένων να διορίζει εκπροσώπους που συμμετέχουν και στα δύο όργανα.

Η συμμετοχή των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο είναι εξίσου πειστική. Οι ειδικοί προτείνουν τη μεταβίβαση του 2% των μετοχών στους εργαζομένους σε εταιρείες με τουλάχιστον 25 εργαζομένους, ποσοστό που αυξάνεται στο 10% σε εταιρείες με 1.000 ή περισσότερους εργαζομένους. Η έκθεση στοχεύει επίσης στην τόνωση των συνεταιρισμών, προσφέροντας μια δημιουργική πρόταση. Πολλές μικρές ισπανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μια δύσκολη επιλογή όταν ο ιδρυτής ή ο ιδιοκτήτης συνταξιοδοτείται: να συνεχίσουν ή να πουλήσουν σε – συχνά ξένες – εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων. Το ένα τρίτο των Ισπανών ιδιοκτητών επιχειρήσεων πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί την επόμενη δεκαετία και πάνω από το 70% δεν έχει σχέδιο διαδοχής. Χωρίς εναλλακτικές λύσεις, αυτό κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια μαζική πώληση των ισπανικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Οι εμπειρογνώμονες θέλουν να προσθέσουν μια τρίτη εναλλακτική: τη μεταβίβαση της επιχείρησης στους εργαζομένους. Προτείνουν να δοθούν κίνητρα σε εταιρείες χωρίς σχέδια διαδοχής να παραδώσουν την ιδιοκτησία στους εργαζομένους, μέσω φορολογικών πλεονεκτημάτων για εξαγορές από τους εργαζομένους ή μέσω της δημιουργίας ενός ταμείου πολιτών για την παροχή οικονομικής υποστήριξης. Ένα έγγραφο 400 σελίδων βρίσκεται τώρα στο τραπέζι των κοινωνικών εταίρων και της κυβέρνησης της Ισπανίας, περιμένοντας να υλοποιηθεί. Το μέλλον θα δείξει τι θα προκύψει από αυτό.

Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση είναι ξεκάθαρη. Η κατάσταση στις ΗΠΑ αποκαλύπτει την ευπάθεια της δημοκρατίας όταν η εταιρική εξουσία παραμένει ανεξέλεγκτη. Η ιστορία της Γερμανίας προσφέρει ένα συγκεκριμένο μονοπάτι απέναντι σε προβληματικές αποφάσεις και η έκθεση των Ισπανών εμπειρογνωμόνων παρέχει έναν πραγματικό οδικό χάρτη. Μένει να δούμε αν μπορούμε να αποφύγουμε την επανάληψη των ιστορικών λαθών – ή αντ’ αυτού να θέσουμε σε εφαρμογή τις απαραίτητες διασφαλίσεις κατά της πολιτικής αιχμαλωσίας των εταιρειών, μέσω της συμμετοχής των εργαζομένων στη λήψη αποφάσεων.

*Ο Σταν Ντε Σπίγκελαρ είναι διευθυντής πολιτικής και έρευνας στο UNI Europa και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης.

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.

Πολιτική Cookies