
Οι παραδοχές περί «ασφάλειας» βρίσκονται στο επίκεντρο του νέου Συμφώνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, με μεγάλο μέρος της συζήτησης να επικεντρώνεται στο αν οι χώρες που χαρακτηρίζονται ως «ασφαλείς» είναι πράγματι ασφαλείς.
Στις 12 Ιουνίου 2026, τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Η έννοια της ασφάλειας διατρέχει ολόκληρο το Σύμφωνο. Εισάγει έναν πανευρωπαϊκό κατάλογο «ασφαλών χωρών καταγωγής», επιτρέποντας ταχείες διαδικασίες ασύλου για αιτούντες από αυτές τις χώρες (επί του παρόντος στη λίστα περιλαμβάνονται οι εξής χώρες: Μπαγκλαντές, Κολομβία, Αίγυπτος, Ινδία, Κόσοβο, Μαρόκο, Τυνησία και οι υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Γεωργία, Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία, Σερβία και Τουρκία). Επίσης, το Σύμφωνο διευρύνει τον ρόλο των «ασφαλών» τρίτων χωρών στις διαδικασίες εξέτασης ασύλου και στις διευθετήσεις επιστροφών. Η ασφάλεια έχει καταστεί βασική οργανωτική αρχή του εξελισσόμενου ευρωπαϊκού καθεστώτος ασύλου.
Λίγες έννοιες φέρουν μεγαλύτερο κανονιστικό βάρος στις συζητήσεις για το άσυλο από ό,τι η ασφάλεια. Όπως και η «ένταξη», εμφανίζεται ως προφανώς επιθυμητή. Ποιος θα μπορούσε να αντιταχθεί στην ασφάλεια; Ωστόσο, ακριβώς λόγω της θετικής ηθικής της απήχησης, η έννοια αυτή συχνά διαφεύγει της κριτικής εξέτασης. Οι συζητήσεις γύρω από τις πολιτικές των ασφαλών χωρών συχνά προϋποθέτουν ότι η ασφάλεια είναι μια αντικειμενική κατάσταση που μπορεί να μετρηθεί και να επαληθευτεί. Όμως, η ασφάλεια είναι μια έννοια που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς, προκειμένου να διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη ορίζουν και κατανέμουν τις ευθύνες τους απέναντι στους πρόσφυγες.
Οι συζητήσεις σχετικά με τις πολιτικές για τις ασφαλείς χώρες συνήθως επικεντρώνονται στο αν οι χαρακτηρισμένες χώρες είναι όντως ασφαλείς ή αν τα μέτρα αυτά συνάδουν με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτές είναι σημαντικές ανησυχίες. Εντούτοις, μας λένε ελάχιστα για την ίδια την πολιτική της ασφάλειας. Για να κατανοήσουμε αυτή την πολιτική διάσταση, προτείνουμε να θέσουμε τρία ερωτήματα: Πότε επιστρατεύεται η ασφάλεια; Ποιος ορίζει την ασφάλεια (και ποιος την απολαμβάνει); Που παρέχεται η ασφάλεια;
Ιστορικά, η ασφάλεια στο πλαίσιο της προστασίας των προσφύγων αναφερόταν στην προστασία από τις διώξεις, στην πρόσβαση σε δίκαιες διαδικασίες ασύλου και στον σεβασμό της αρχής της μη επαναπροώθησης (non-refoulement). Η έμφαση δινόταν στο αν τα άτομα που αναζητούσαν καταφύγιο είχαν πράγματι πρόσβαση σε προστασία.
Σήμερα, ωστόσο, η ασφάλεια εξυπηρετεί όλο και περισσότερο έναν διαφορετικό σκοπό. Καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη απομακρύνονται από το εδαφικό άσυλο και κινούνται προς την εξωτερίκευση (externalisation), η ασφάλεια αφορά λιγότερο την προστασία των ατόμων που φτάνουν στην Ευρώπη και περισσότερο τον εντοπισμό κρατών εκτός Ευρώπης ως κατάλληλων τοποθεσιών για την παροχή προστασίας.
Αυτή η μετατόπιση αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό παράδοξο. Η ασφάλεια αποκτά ολοένα και πιο εξέχουσα θέση στη διακυβέρνηση του ασύλου, σε μια εποχή που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ταυτόχρονα δίνουν έμφαση στην παγκόσμια ανασφάλεια και αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Παρόλα αυτά, οι πολιτικές ασύλου παρουσιάζουν όλο και περισσότερο τον κόσμο ως έναν χώρο που περιλαμβάνει έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών ικανών να φιλοξενήσουν με ασφάλεια πρόσφυγες.
Το να αναρωτηθούμε πότε επιστρατεύεται η ασφάλεια βοηθά να αποκαλυφθεί και ο λόγος για τον οποίο επιστρατεύεται. Η γλώσσα της ασφάλειας γίνεται συχνά ιδιαίτερα σημαντική όταν οι κυβερνήσεις εισάγουν περιοριστικά μέτρα για τη μετανάστευση. Σε αυτά τα πλαίσια, η ασφάλεια λειτουργεί ως ένα ρητορικό μέσο που παρουσιάζει τη μετάθεση των ευθυνών ως προστασία. Όσο περισσότερο απομακρύνονται οι υποχρεώσεις προστασίας από την Ευρώπη, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να παρουσιάζονται αυτές οι διευθετήσεις ως ανθρωπιστικές, λογικές και νόμιμες. Η γλώσσα της ασφάλειας το καθιστά αυτό εφικτό.
Οι πολιτικές για τις ασφαλείς χώρες δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτό που αλλάζει είναι η πολιτική που τις περιβάλλει. Καθώς το άσυλο έχει μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά πολιτικοποιημένο πεδίο πολιτικής, οι αξιολογήσεις της ασφάλειας γίνονται όλο και περισσότερο πολιτικές αποφάσεις παρά πρωτίστως τεχνικές.
Αυτή η μετατόπιση εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την αυθεντία και την εμπειρογνωμοσύνη. Οι αξιολογήσεις ασφάλειας βασίζονταν παραδοσιακά σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σε νομικές αναλύσεις και σε εκτιμήσεις ειδικών. Ωστόσο, οι πολιτικοί δρώντες διεκδικούν όλο και περισσότερο τη δική τους εξουσία να καθορίζουν ποιες χώρες είναι ασφαλείς και ποιες όχι. Ως αποτέλεσμα, η ασφάλεια δεν αποτελεί πλέον απλώς μια περιγραφή των συνθηκών σε ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά μια πολιτική κρίση που διαμορφώνεται από ευρύτερους στόχους πολιτικής.
Ένα πρώτο βήμα για την κατανόηση της πολιτικής της ασφάλειας, επομένως, είναι να αναρωτηθούμε ποιος έχει το δικαίωμα να την ορίζει. Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα ποιος θεωρείται ότι δικαιούται να απολαμβάνει την προστασία. Οι αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια δεν επηρεάζουν όλες τις ομάδες με τον ίδιο τρόπο. Διαμορφώνουν το ποια αιτήματα προστασίας λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ποιες ευάλωτες πτυχές αναγνωρίζονται και σε ποια άτομα η πρόσβαση στο άσυλο περιορίζεται. Η πολιτική της ασφάλειας είναι, ως εκ τούτου, και μια πολιτική συμπερίληψης και αποκλεισμού.
Ίσως η πιο σημαντική μεταβολή αφορά τη γεωγραφία. Η προστασία νοούταν παραδοσιακά ως κάτι που παρέχεται εντός της επικράτειας ενός κράτους που είναι πρόθυμο και ικανό να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των προσφύγων. Όλο και περισσότερο, όμως, η προστασία μεταφέρεται κάπου αλλού: σε χώρες διέλευσης, σε γειτονικές περιοχές, σε τοποθεσίες διεκπεραίωσης εκτός επικράτειας (offshore) και σε άλλα κράτη που ορίζονται ως ασφαλείς εταίροι.
Από αυτή την οπτική γωνία, ο χαρακτηρισμός μιας χώρας ως ασφαλούς κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράφει απλώς ένα μέρος. Βοηθά στη δημιουργία μιας γεωγραφίας προστασίας και στον ανασχεδιασμό των συνόρων της ευθύνης. Η ασφάλεια μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι υποχρεώσεις μπορούν να μεταφερθούν πέρα από την ευρωπαϊκή επικράτεια.
Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις αναδεικνύουν αυτή την τάση. Υπό το νέο σύμφωνο, οι αιτούντες άσυλο ενδέχεται να μεταφέρονται σε χώρες εκτός ΕΕ, ακόμη και αν έχουν ελάχιστη ή καθόλου σύνδεση με αυτές. Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν έγκειται μόνο στις εμπλεκόμενες χώρες, αλλά και στον διευρυμένο ρόλο που παίζει η ασφάλεια στη νομιμοποίηση ολοένα και πιο απομακρυσμένων μορφών επιμερισμού και μετάθεσης ευθυνών.
Η ίδια η έννοια εμφανίζεται εξαιρετικά ελαστική. Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς αν μια συγκεκριμένη χώρα πληροί τα καθιερωμένα κριτήρια ασφάλειας. Αντίθετα, η ασφάλεια προσαρμόζεται όλο και περισσότερο για να υποστηρίξει νέες διευθετήσεις, μέσω των οποίων οι ευθύνες προστασίας μπορούν να μεταφερθούν αλλού.
Η ασφάλεια αρχίζει να μοιάζει με άλλες επιδραστικές έννοιες στη σύγχρονη διακυβέρνηση της μετανάστευσης. Διατηρεί μια ισχυρή κανονιστική απήχηση, ακόμη και όταν το πρακτικό της νόημα αλλάζει σε διαφορετικά πλαίσια πολιτικής. Η πολιτική της αποτελεσματικότητα πηγάζει εν μέρει από αυτή την ευελιξία.
Σήμερα, η ασφάλεια συνεχίζει να παραπέμπει στην ανθρωπιστική προστασία και στα δικαιώματα των προσφύγων. Ταυτόχρονα, επιστρατεύεται όλο και περισσότερο για να δικαιολογήσει πολιτικές που επικεντρώνονται στην αποτροπή, τον περιορισμό και την εξωτερίκευση. Η έννοια διατηρεί την ηθική της ισχύ, ακόμη και όταν το ουσιαστικό της περιεχόμενο γίνεται πιο διευρυμένο και αμφισβητούμενο.
Ο χαρακτηρισμός της ασφάλειας δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο. Βοηθά στη δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο η ευθύνη για την προστασία των προσφύγων μπορεί να μετατοπιστεί, συνεχίζοντας παράλληλα να εμφανίζεται ως ανθρωπιστική, ορθολογική και αναγκαία. Για τον λόγο αυτό, η πολιτική της ασφάλειας αξίζει εξίσου μεγάλη προσοχή με τα μέρη στα οποία εφαρμόζεται ο ίδιος ο χαρακτηρισμός.
*Η Μισέλ Πέις είναι καθηγήτρια, συνεργαζόμενη με το Κέντρο ESRC για την Κοινωνία και την Ψυχική Υγεία του King’s College και τη Σχολή Καλών Τεχνών του πανεπιστημίου της Μάλτας. Είναι επίσης ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο Deakin στην Αυστραλία.
Ο Φρόϊν Ράουσις είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου της Γενεύης.
**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Κέντρο Προσφυγικών Σπουδών (ΚΠΣ) του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά στο ιστολόγιο του ΚΠΣ με τίτλο «The politics of safety in Europe’s asylum regime», στις 16 Ιουλίου 2026.