Κλείσιμο
Γαλλία

Η μαθητική εξέγερση στη Γαλλία αποκαλύπτει ένα κράτος ανίκανο να προσφέρει, αλλά ικανό να καταστέλλει

Social Europe

03.11.2026

Περισσότερες από 5.000 συλλήψεις μέσα σε τρεις εβδομάδες φέρνουν στο φως μια αβασίλευτη Πολιτεία που σπεύδει ευκολότερα να πειθαρχήσει τους εφήβους παρά να τους μορφώσει.

Μια σχολική αίθουσα χωρίς καθηγητή συνιστά πολιτικό μάθημα. Και αυτό το μάθημα εμπεδώνεται πλέον σε ολόκληρη τη Γαλλία. Στις 21 Σεπτεμβρίου, στο λύκειο Saint-Exupéry στο Créteil, στα προάστια του Παρισιού, οι μαθητές ενώθηκαν με τους καθηγητές τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις κενές θέσεις εκπαιδευτικών, καθώς και για τις ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνικούς πόρους.

Η κινητοποίηση εξαπλώθηκε ραγδαία: έως τις 30 Σεπτεμβρίου, 356 λύκεια σε όλη τη χώρα είχαν μπει στο χορό των κινητοποιήσεων. Οι μαθητές διαμαρτύρονται για τα ετοιμόρροπα κτίρια, τις ελλείψεις προσωπικού, τα εξαντλητικά ωράρια και ένα σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που πολλοί βιώνουν ως έναν μηχανισμό ταξινόμησης του μέλλοντός τους, ο οποίος δεν προσφέρει ουσιαστικές ευκαιρίες. Στο πλευρό τους συντάχθηκαν εκπαιδευτικοί, γονείς και φοιτητές.

Οι διαδηλώσεις έχουν ήδη προσφέρει τις γνώριμες εικόνες των γαλλικών αναταραχών: οδοφράγματα, δακρυγόνα, αστυνομική βία και συλλήψεις. Ωστόσο, το να ερμηνεύσει κανείς αυτό το κίνημα μέσα από το παλιό στερεότυπο της γαλλικής εξέγερσης, θα συγκάλυπτε την πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για το φάντασμα του Μάη του ’68 που επιστρέφει σε εφηβική μορφή, αλλά αναμφίβολα για μια διάγνωση της κοινωνικής έντασης στη Γαλλία του 2026.

Η κοινωνική γεωγραφία του κινήματος εξηγεί ένα μέρος της εικόνας. Το κίνημα γεννήθηκε στα banlieues, τα προάστια όπου η εξαγγελία της ισότητας της γαλλικής δημοκρατίας δοκιμάζεται εδώ και καιρό απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα των κοινωνικών τάξεων. Η Γαλλία παραδοσιακά παρουσίαζε τη δημόσια εκπαίδευση ως έναν από τους θεσμούς μέσω των οποίων η καθολικότητα των δημοκρατικών αξιών γινόταν πράξη. Ένα παιδί μπορεί να γεννηθεί μέσα στην ανισότητα, όμως το σχολείο υποτίθεται πως αποδυναμώνει τα δεσμά της καταγωγής απέναντι στο πεπρωμένο του.

Για πολλούς νέους, αυτή η υπόσχεση είναι πλέον κενή περιεχομένου.

Η οργή για τις κενές θέσεις εκπαιδευτικών εντάθηκε από τον προϋπολογισμό του 2026, μέσω του οποίου η γαλλική κυβέρνηση κατήργησε 3.256 υφιστάμενες θέσεις εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία, ακόμη κι αν η μεταρρύθμιση στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών δημιούργησε περίπου 8.000 θέσεις ασκούμενων. Τα γαλλικά δημόσια σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξυπηρετούν περίπου 250.000 μαθητές περισσότερους σε σχέση με το 2008, απασχολώντας ωστόσο λιγότερους εκπαιδευτικούς. Τα πολυπληθή τμήματα έχουν γίνει καθημερινότητα, ενώ οι ελλείψεις είναι ιδιαίτερα οξυμένες στα φτωχότερα προάστια, όπου έρευνα συνδικάτου εκπαιδευτικών έδειξε ότι τα δύο τρίτα των σχολείων στο Seine-Saint-Denis είχαν ακάλυπτες θέσεις διδασκόντων.

Πρόκειται για διοικητικές αποτυχίες, οι οποίες όμως -το κυριότερο- διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην κοινωνία. Η ανισότητα γίνεται ορατή και χειροπιαστή στον απόντα καθηγητή, στην ασφυκτικά γεμάτη τάξη, στην οροφή που μπάζει νερά και στην αγωνία για το αν ο ταχυδρομικός κώδικας έχει ήδη προδιαγράψει και περιορίσει το μέλλον τους.

Ένα κράτος ανίκανο να προσφέρει, αλλά ικανό να καταστέλλει

Σε αυτό ακριβώς το σημείο μια εκπαιδευτική κρίση μετατρέπεται σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. Το γαλλικό κράτος παρουσιάζεται πλέον στα μάτια πολλών μαθητών με δύο ριζικά διαφορετικά πρόσωπα. Εντός των πυλών του σχολείου μοιάζει εξαντλημένο, ανίκανο να καλύψει κενά, να επισκευάσει κτίρια ή να εγγυηθεί ισότιμες συνθήκες από γειτονιά σε γειτονιά. Μόλις όμως η οργή περάσει αυτές τις πύλες και βγει στον δρόμο, το ίδιο κράτος επιδεικνύει αξιοσημείωτη ενεργητικότητα. Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, περισσότερες από 5.000 συλλήψεις έως τις 5 Οκτωβρίου, δακρυγόνα και όπλα καταστολής πλήθους μαρτυρούν τις δυνατότητες ενός κράτους που ξαφνικά μοιάζει πολύ λιγότερο περιορισμένο.

Μια κυβέρνηση μπορεί να καθίσταται λιγότερο ικανή να παρέχει ασφάλεια με την κοινωνική της έννοια, παραμένοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά ικανή να επιβάλλει την τάξη με μέσα καταναγκασμού. Οι νεαροί πολίτες αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση. Πολλοί τη βιώνουν προτού καν προλάβουν να ψηφίσουν, να πληρώσουν φόρους ή να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Η πρώτη τους ουσιαστική επαφή με την πολιτική διαμεσολαβείται έτσι μέσα από ένα ιδιόμορφο μάθημα: ένα μάθημα όπου μαθαίνουν με πικρία ότι το κράτος που πασχίζει να βρει πόρους για τους μαθητές του, βρίσκει περίσσεια δύναμη όταν πρόκειται να τους αστυνομεύσει.

Αυτή η εμπειρία συνιστά πολιτική κοινωνικοποίηση. Μια γενιά δεν διδάσκεται τη δημοκρατία μόνο από τα μαθήματα πολιτικής αγωγής, καθώς οι νέοι τη βιώνουν και μέσα από την επαφή τους με τους θεσμούς. Όταν τα σχολεία λειτουργούν, τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά και η κοινωνική κινητικότητα φαντάζει εφικτή, οι δημοκρατικές εξαγγελίες αποκτούν υπόσταση. Όταν όμως οι δημόσιοι θεσμοί υποχωρούν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί προελαύνουν, το συμπέρασμα είναι διαφορετικό. Το κράτος υιοθετεί μια επιλεκτική παρουσία: απόμακρο όταν του ζητούνται πόροι, άμεσα παρόν όταν απαιτείται υποταγή.

Η Γαλλία οφείλει να προβληματίσει την υπόλοιπη Ευρώπη

Γι’ αυτόν τον λόγο, η κατάσταση στη Γαλλία πρέπει να σημάνει συναγερμό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε όλη την ήπειρο, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με δημοσιονομικές πιέσεις, γήρανση των δημόσιων υποδομών, ελλείψεις εκπαιδευτικών, στεγαστική κρίση και αυξανόμενες απαιτήσεις στα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας. Οι νέοι Ευρωπαίοι ενηλικιώνονται στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της πανδημίας, του πολέμου στην ήπειρο, του πληθωρισμού και ύστερα από χρόνια διαβεβαιώσεων ότι τα δημόσια ταμεία αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για φιλοδοξίες. Τους ζητείται ξανά και ξανά να μετριάσουν τις προσδοκίες τους, την ώρα που ο πλούτος, η ιδιοκτησία και οι ευκαιρίες παραμένουν πεισματικά άνισα κατανεμημένες.

Οι δημοκρατίες αντέχουν τις διαμαρτυρίες -στην πραγματικότητα, τις έχουν ανάγκη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, βέβαια, γεννάται όταν οι νέοι πάψουν να πιστεύουν ότι η θεσμική άσκηση πολιτικής μπορεί να αλλάξει τις συνθήκες της ζωής τους. Τότε ο δρόμος παύει να είναι απλώς ένας χώρος διαμαρτυρίας. Υποδέχεται τους νέους ως μια διαφορετική αίθουσα πολιτικής αγωγής, όπου τα μαθήματα και τις μεθόδους τα ορίζουν οι ίδιοι.

Οι γαλλικές αρχές βρίσκονται, συνεπώς, μπροστά σε ένα δίλημμα πολύ ευρύτερο από το άνοιγμα των υπό κατάληψη σχολείων ή την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. Η αντιμετώπιση του κινήματος πρωτίστως ως προβλήματος ασφάλειας θα βάθαινε τη δυσπιστία που οδήγησε εξαρχής τους νέους στους δρόμους. Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει λύσεις στις προσλήψεις εκπαιδευτικών, στις υποβαθμισμένες υποδομές, στην άνιση παροχή παιδείας και στις πιέσεις γύρω από την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όμως τα κονδύλια από μόνα τους δεν μπορούν να αποκαταστήσουν την πολιτική εμπιστοσύνη. Οι μαθητές χρειάζονται επίσης αποδείξεις ότι το να υψώνουν τη φωνή τους, τούς αποφέρει κάτι περισσότερο από επιτήρηση, συλλήψεις ή απαξίωση.

Το κοινωνικό συμβόλαιο της Ευρώπης στηριζόταν ανέκαθεν σε κάτι βαθύτερο από τις κάλπες. Εμπεριέχει μια σιωπηρή συμφωνία: οι πολίτες αποδέχονται την εξουσία των δημοκρατικών θεσμών επειδή οι θεσμοί αυτοί προσφέρουν ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την ασφάλεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την κοινωνική πρόοδο. Η δημόσια εκπαίδευση κατέχει κεντρική θέση σε αυτή τη συμφωνία, καθώς μετουσιώνει την αφηρημένη έννοια της ισότητας σε καθημερινό βίωμα.

Όταν τα σχολεία αδυνατούν να επιτελέσουν αυτόν τον ρόλο, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τους τοίχους τους. Οι έφηβοι που διαδηλώνουν σε όλη τη Γαλλία ζητούν καθηγητές, μικρότερα τμήματα, λειτουργικά κτίρια και ένα καλύτερο μέλλον. Πίσω από αυτά τα αιτήματα υποβόσκει ένα βαθύτερο ερώτημα για την ίδια την ιδιότητα του πολίτη: προτίθεται, άραγε, η Πολιτεία να τηρήσει το δικό της μέρος της συμφωνίας, κάνοντας την ισότητα απτή πραγματικότητα στις ζωές εκείνων που μεγαλώνουν στους κόλπους της;

Η Ευρώπη οφείλει να αφουγκραστεί κι εκείνη τους μαθητές της Γαλλίας. Τα κοινωνικά συμβόλαια σπάνια καταρρέουν μονομιάς. Διαβρώνονται όταν τα δίκαια αιτήματα μένουν αναπάντητα, μέχρις ότου μια ολόκληρη γενιά μάθει -με απογοήτευση και μέσα από την κινητοποίηση στους δρόμους- ότι το κράτος μπορεί να λάμπει δια της απουσίας του όταν απαιτείται στήριξη, αλλά να είναι εκκωφαντικά παρόν μόλις εκδηλωθεί η κοινωνική αμφισβήτηση.

*Ο Μπάρις Τσαϊλί Μεσίνα είναι αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Lincoln, αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού International Social Science Journal (UNESCO/Wiley) και συντάκτης του Sociology Compass. Είναι μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Ιστορίας (Royal Historical Society) του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι επίσης συγγραφέας και στα βιβλία του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το Violence and Militants (2019), το A Slow Revolution (2027) και το The Autocrat’s Playbook (2027) και Queer under Siege (2027).

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.

Πολιτική Cookies