
Social Europe
Η αντίδραση της Ευρώπης στις επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν αποκαλύπτει μια ήπειρο που αγωνίζεται να βρει τη φωνή της.
Η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη έχει καταρρεύσει και το κενό γεμίζει ένας ολοένα και πιο βίαιος, άνομος αντιφιλελευθερισμός που θέλει να επιβάλλει σκληρή ιεραρχία και βία. Η κεντροδεξιά – και η κεντρική ευρωπαϊκή της έκφραση, ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς – συχνά παρουσιάζεται ως το κύριο αντίβαρο στην αντιφιλελεύθερη κινητοποίηση.
Ωστόσο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο Μερτς αποκάλυψε για άλλη μια φορά ότι αποτελεί τον πιο πιστό εταίρο του Τραμπ, ανακοινώνοντας ότι δεν θα «κάνει διάλεξη» στους συμμάχους για τις στρατιωτικές τους ενέργειες. Αργότερα, πρόσθεσε ότι το διεθνές δίκαιο δεν ισχύει σε αυτόν τον πόλεμο. Τον περασμένο Ιούνιο, ο Μερτς είχε ήδη προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, αποκαλώντας τις επιθέσεις του Ισραήλ στο Ιράν «βρώμικη δουλειά» της Δύσης. Αυτή η realpolitik είναι ο συντομότερος δρόμος προς μια Ευρώπη χωρίς βαρύτητα, χωρίς φωνή σε έναν ολοένα και πιο άνομο κόσμο.
Το να προσκολλάσαι στον Ατλαντισμό ενώ η αντιφατική αλλά βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη πραγμάτων διαλύεται βίαια από την Ουάσινγκτον, δεν είναι σκληρός ρεαλισμός. Είναι ένα στρατηγικό λάθος: είναι η πίστη σε μια δομή που δεν υπάρχει πλέον, που κατευθύνεται προς έναν δρώντα και εταίρο (τις ΗΠΑ) που έχει δηλώσει ανοιχτά ότι τα ευρωπαϊκά συμφέροντα είναι υποδεέστερα των αμερικανικών. Ο Εμανουέλ Μακρόν σταμάτησε πολύ πριν προβάλει μια αντιπολίτευση αρχών. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δίστασε αρχικά πριν επιτρέψει τελικά την πρόσβαση των αμερικανικών δυνάμεων στις βρετανικές βάσεις εντός 24 ωρών.
Η εξάρτηση της Ευρώπης
Ο πόλεμος Ισραήλ-ΗΠΑ κατά του Ιράν ξεκίνησε με πλήρη έλλειψη σύμπνοιας από τον υπόλοιπο κόσμο. Το 2003, η κυβέρνηση Μπους επένδυσε σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο στη συγκρότηση ενός συνασπισμού για την επίθεση στο Ιράκ. Τότε, είχε σημασία – τουλάχιστον σε επίπεδο εικόνας – τι πίστευε η Ευρώπη. Ο «Συνασπισμός των Προθύμων» (Coalition of the Willing ήταν ο αγγλικός όρος που είχε αποδοθεί τότε) ήταν τόσο μια άσκηση νομιμοποίησης, όσο και μια ονομασία στρατιωτικής επιχείρησης. Ο Τραμπ δεν μπήκε καν στον κόπο να προσπαθήσει να φέρει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στο προσκήνιο. Η Ευρώπη δεν ήταν ούτε εταίρος, ούτε ακροατήριο. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν ένα λογιστικό υπόβαθρο.
Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς απόρροια της προσωπικότητας του Τραμπ. Αντανακλά μια βαθύτερη δομική μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική εξουσία υπό τον αντιφιλελευθερισμό. Η βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη ήταν πάντα ένα μέσο νομιμοποίησης για την αμερικανική ηγεμονία, αλλά και ένα μέσο που απαιτούσε την ευρωπαϊκή αποδοχή – και αυτή η αποδοχή έδωσε στην Ευρώπη πραγματική δύναμη. Ο Τραμπ έχει εγκαταλείψει εντελώς τον μηχανισμό νομιμοποίησης των εταίρων του. Δεν χρειάζεται την ηθική έγκριση της Ευρώπης επειδή έχει απαλλαγεί εντελώς από την ανάγκη για νομιμοποίηση. Η εξουσία είναι η ίδια της η αιτιολόγηση της πράξης. Αυτό ακριβώς κάνει την πρόθυμη συμμόρφωση του ευρωπαϊκού κατεστημένου τόσο αυτοκαταστροφική.
Παρά τις πρόσφατες ανακοινώσεις, η Ευρώπη έχει μικρή στρατηγική αυτονομία. Η στρατιωτική ικανότητα έχει ανατεθεί στην Ουάσινγκτον, οι τεχνολογικές πλατφόρμες είναι αμερικανικές, η ενεργειακή εξάρτηση έχει μετατοπιστεί από το ρωσικό φυσικό αέριο στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και ο ρόλος του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος αφήνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες εκτεθειμένες σε αποφάσεις που λαμβάνονται στον Λευκό Οίκο. Η Ευρώπη δεν δημιούργησε ποτέ την πολιτική αρχιτεκτονική για να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε από αυτά. Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πρόκειται για οικονομική ολοκλήρωση για τη διαχείριση μιας ενιαίας αγοράς ή για πολιτική ολοκλήρωση με πραγματική συλλογική δράση; Δεκαετίες αναβολής αυτής της απάντησης έχουν αφήσει την Ευρώπη διχασμένη, εξαρτημένη από τρίτους και στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων και αποφάσεων.
Οι πραγματικοί «Ενήλικες στο Δωμάτιο»
Αυτές οι εξαρτήσεις, σε συνδυασμό με μια συγκεχυμένη εικόνα για τον σκοπό της Ευρώπης, καθιστούν ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός ότι το Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο δεν εκφράζουν το σύνολο της Ευρώπης. Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιούνας Γκαρ Στόρε, δήλωσε ότι οι επιθέσεις είναι ασύμβατες με το διεθνές δίκαιο, επισημαίνοντας ότι μια προληπτική επίθεση απαιτεί μια άμεση απειλή – μια απειλή που δεν αποδείχθηκε ποτέ. Η θέση του Στόρε ενισχύθηκε από μια κρίσιμη λεπτομέρεια: λίγες μέρες πριν πέσουν οι βόμβες στο Ιράν, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν είχε ανακοινώσει μια διπλωματική πρόοδο, με το Ιράν να συμφωνεί σε μηδενική αποθήκευση εμπλουτισμένου υλικού, κάτι το οποίο έχει επιβεβαιώσει και ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ).
Και μετά υπάρχει η Ισπανία – μια χώρα που έχει αναδειχθεί ως η πιο ξεκάθαρη ηθική πυξίδα της Ευρώπης σε αυτή την κρίση. Ο Πέδρο Σάντσεθ καταδίκασε τις επιθέσεις στο Ιράν ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αρνήθηκε να επιτρέψει στις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις την πρόσβαση σε ισπανικό έδαφος για να υποστηρίξουν την επιχείρηση και απάντησε στην απειλή του Τραμπ να διακόψει όλους τους εμπορικούς δεσμούς με τη Μαδρίτη. Η θέση του, που εκφωνήθηκε σε τηλεοπτικό διάγγελμα, ήταν σαφής: «Όχι στον πόλεμο». Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον υποστήριξαν, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τουλάχιστον ένα μέρος της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς είναι πρόθυμο να τοποθετηθεί.
Ο Σάντσεθ ωθεί την κεντροαριστερά της Ευρώπης προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, στην πολυμερή εξωτερική πολιτική και στην κατανόηση ότι η διεθνής τάξη ανοικοδομείται μέσω αρχών που εφαρμόζονται με συνέπεια και όχι επιλεκτικά. Αυτό που κάνει την αλλαγή αυτή αξιοσημείωτη είναι ότι επιχειρήματα που για καιρό απορρίπτονταν ως υπερβολικά ριζοσπαστικά, προέρχονται τώρα από κυβερνώντα κόμματα.
Οι βόμβες δύσκολα οδηγούν σε ειρήνη
Οι πολιτικοί ηγέτες στη Νορβηγία και την Ισπανία κατανοούν ότι, όσο φρικτό και αν είναι το ιρανικό καθεστώς, τα στρατηγικά επιχειρήματα για αυτόν τον πόλεμο δεν στέκουν. Οι επιθέσεις είναι πιο πιθανό να επιταχύνουν τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν παρά να τις εκμηδενίσουν, πιο πιθανό να εμβαθύνουν τους κύκλους βίας παρά να τους περιορίσουν. Οι βομβαρδισμοί σπάνια παράγουν τη σταθερή τάξη πραγμάτων που υπόσχονται οι εμπνευστές τους. Αυτό που παράγουν είναι κατεστραμμένες υποδομές, θύματα αμάχους – όπως η επίθεση σε ένα σχολείο θηλέων στο Μινάμπ που σκότωσε πάνω από 160 παιδιά – και η αφήγηση πολιορκίας που χρειάζεται το καθεστώς για να καταστείλει τη διαφωνία στο εσωτερικό.
Οι μαζικές διαμαρτυρίες που συγκλόνισαν το Ιράν στα τέλη του 2025 προκλήθηκαν από την οικονομική κατάρρευση, ένα αποδεκατισμένο νόμισμα και δεκαετίες καταστολής. Αυτό είναι το οργανικό υλικό από το οποίο χτίζεται ο γνήσιος πολιτικός μετασχηματισμός. Η συνεχιζόμενη μετάβαση στην ηγεσία θα μπορούσε να είχε δώσει την ευκαιρία να ενισχυθούν οι δημοκρατικές φωνές και η κοινωνία των πολιτών από μέσα. Η διαρκής αλλαγή απαιτεί κοινωνικούς συνασπισμούς ικανούς να διατηρήσουν θεσμούς χωρίς αποκλεισμούς. Δεν μπορεί κάτι τέτοιο προκύψει από εξωτερική στρατιωτική επέμβαση.
Βέβαια, μια εξωτερική πολιτική με αρχές δεν σημαίνει να κλείνει τα μάτια στην καταστολή ή προσποιείται ότι το ιρανικό καθεστώς δεν φέρει καμία ευθύνη για τη βία στη Μέση Ανατολή ή για την καταπίεση του ίδιου του λαού του. Σημαίνει να τηρούνται σταθερά οι ίδιες αρχές ανεξάρτητα από το ποιος κάνει τους βομβαρδισμούς · σημαίνει να επιμένει κανείς στο διεθνές δίκαιο ως περιορισμό για τους ισχυρούς και να κατανοεί ότι η διαρκής ασφάλεια βασίζεται στη νομιμότητα και όχι στα ερείπια αποτυχημένων στρατιωτικών επεμβάσεων.
Η παγίδα του «εκπολιτισμού»
Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη παγίδα που πρέπει να αποφευχθεί, μια παγίδα που παραλύει την πολιτική εδώ και χρόνια. Πολλοί πλαισιώνουν τον πόλεμο στο Ιράν – κύκλοι στην Ουάσινγκτον, την Ιερουσαλήμ και το Βερολίνο – μέσα από ένα πολιτισμικό πρίσμα: η φωτισμένη Δύση αμύνεται ενάντια στη βαρβαρότητα. Αυτή η αφήγηση έχει γίνει η ιδεολογική κόλλα της παγκόσμιας ακροδεξιάς και είναι τόσο επικίνδυνη όσο και ιδιοτελής. Παράγει ηθικές ιεραρχίες που επιτρέπουν τη βία: μερικές ζωές έχουν μεγαλύτερη σημασία, μερικά κράτη αξίζουν λιγότερη κυριαρχία, μερικές βόμβες είναι πιο νόμιμες από άλλες.
Αυτός ο ακροδεξιός πολιτισμός μπορεί να ικανοποιήσει όσους τρέφουν ένα μετα-αποικιακό δυτικό hangover – την ανάγκη να νιώσουν ότι η ιστορία έχει μια πολιτισμένη πλευρά και μια βάρβαρη. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές που συγκρατούν τη διεθνή τάξη. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ειρήνη, η ένταξη, η κυρίαρχη ισότητα των εθνών και η απαγόρευση της χρήσης βίας: αυτές δεν είναι ευρωπαϊκές εφευρέσεις που κληροδοτήθηκαν γενναιόδωρα στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι παγκοσμίως κοινές αρχές, εν μέρει κερδισμένες μέσω αντιαποικιακών αγώνων εναντίον των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Μια Ευρώπη που μιλάει για αυτές τις αρχές πρέπει να το κάνει ως ισότιμος εταίρος, όχι ως φύλακας του πολιτισμού.
Αυτή είναι η εξωτερική πολιτική που χρειάζεται η Ευρώπη. Οι Σάντσεθ και Στόρε την υποστηρίζουν. Το ερώτημα είναι αν αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες ακούν.
*Ο Γκάμπορ Σάιρινγκ είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν του Κατάρ. Ήταν μέλος του κοινοβουλίου της Ουγγαρίας και άσκησε δριμεία κριτική στις πολιτικές του Βίκτορ Όρμπαν.
**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.