
Παραγωγή: Eteron
Στις 19 Ιουλίου του 2016, ανήμερα των γενεθλίων του, ο νεαρός Ανταμά Τραορέ έκανε ποδήλατο στη γειτονιά του. Οι χωροφύλακες, σε μια από τις τετριμμένες πρακτικές εποπτείας και κυριαρχικής διασάλευσης της καθημερινότητας που ασκούνται διαρκώς στα υποβαθμισμένα γαλλικά προάστια, επιδίωξαν να τον σταματήσουν για να ελέγξουν τα στοιχεία του. Ο Ανταμά σε μια συνθήκη φόβου, αφού γνώριζε πως δεν είχε μαζί του την ταυτότητα του, τράπηκε σε φυγή. Οι αστυνομικές δυνάμεις τον καταδίωξαν και τον ακινητοποίησαν βίαια με αποτέλεσμα να πεθάνει από ασφυξία στο προαύλιο της Χωροφυλακής του Περσάν, στο Βαλ-ντ’ Ουαζ, φορώντας χειροπέδες. Όπως λέει η αδερφή του, πέθανε κάτω από το βάρος τριών χωροφυλάκων και ενός συστήματος.
Η δολοφονία του Ανταμά Τραορέ, ως μια εμβληματική υπόθεση που αντικατοπτρίζει το δομικό πρόβλημα της αστυνομικής βίας που αντιμετωπίζουν οι κατά βάση μαύροι και αραβικής καταγωγής κάτοικοι των λαϊκών συνοικιών στη Γαλλία, πυροδότησε ένα μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης. Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ, όπως κωδικοποιήθηκε, πήρε μεγάλες διαστάσεις, ξεπερνώντας γεωγραφικούς και χρονικούς περιορισμούς και επιδεικνύοντας μια αξιομνημόνευτη ανθεκτικότητα που αφενός διέσωσε τη μνήμη του Ανταμά από τη λήθη, αφετέρου φώτισε πως τα αλληλοτροφοδοτούμενα συστήματα της ταξικής ανισότητας και του ρατσισμού συναρθρώνονται στην αστυνομική βία παράγοντας μια μορφή θανατοπολιτικής.
Αυτή η συνάρθρωση αποτέλεσε τη βασική θεματική του βιβλίου Ο αγώνας Ανταμά [Le Combat Adama] που κυκλοφόρησε το 2019 στη Γαλλία. Έξι χρόνια μετά, το βιβλίο, με τον τίτλο Πως λειτουργεί η αστυνομική τάξη; Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ (Οκτώβριος 2025), είναι πια διαθέσιμο και στα ελληνικά, χάρη στην πρωτοβουλία και την επιμέλεια των εκδόσεων Τόπος, επιτρέποντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να έρθει σε επαφή με ένα χρήσιμο βιβλίο αλλά και μια εμπειρία, μια ιστορία που μπορεί να προσφέρει καίρια στοιχεία για τον πολιτικό αναστοχασμό. Το βιβλίο συγκροτείται ως ένας διάλογος ανάμεσα στην Ασά Τραορέ, αδερφή του θύματος που ίδρυσε τη συλλογικότητα Verite et Justice pour Adama και τον Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, καθηγητή στην Ecole Nationale Superieure d’ Arts de Paris – Cergy, με βασικούς άξονες την αστυνομία και τη βία, τον ρατσισμό, την αντιδημοκρατία και τον τρόπο άσκησης πολιτικής σήμερα. Ένα πρωτότυπο έργο που συνδυάζει τη βιωμένη εμπειρία και γνώση και τον θεωρητικό στοχασμό και τη βαθύτερη διανοητική επεξεργασία. Διατρέχοντας και ανατέμνοντας τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης, λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο της ζωής στα λαϊκά προάστια και της διείσδυσης της εξουσίας σε όλες τις πτυχές της, όπου ενσαρκωμένη στον θεσμό της αστυνομίας διαμορφώνει μια υπόρρητη εμπόλεμη κατάσταση με κεντρικό στόχο τους νεαρούς Μαύρους και Άραβες.
Διαβάζοντας το βιβλίο, γίνεται σαφές ότι όταν μιλάμε για την αστυνομική βία, μιλάμε για μια τάξη πραγμάτων και μια συγκεκριμένη σχέση με τον κόσμο. Η ζωή των νεαρών αγοριών, μαύρων και Αράβων στις λαϊκές συνοικίες δομείται από την πανταχού παρουσία των δυνάμεων καταστολής και τον φόβο της αστυνομικής επίθεσης. Μέσα από συνεχείς ελέγχους που μπορεί να διεξάγονται πέντε και έξι φορές καθημερινά και οι οποίοι σχεδόν πάντα συνοδεύονται από εξευτελισμούς, ρατσιστικά σχόλια και βία, αναδύεται η έννοια του «οντολογικού αδικήματος», δηλαδή οι κάτοικοι των συγκεκριμένων περιοχών τιμωρούνται γι’ αυτό που είναι, για το γεγονός ότι υπάρχουν στον δημόσιο χώρο της γαλλικής επικράτειας. Πρόκειται για μια εμπειρία που γεννά το φαινόμενο της «φυγής», όπου εδώ η φυγή ορίζεται ως πολιτική εκδήλωση μιας σχέσης με τους θεσμούς που βιώνεται απειλητικά. Η σχολική διαρροή, η αδυναμία εργασιακής ένταξης, ο εγκλεισμός συμπληρώνουν το μωσαϊκό των πολιτικών εξαίρεσης και πειθάρχησης, διαιωνίζοντας τον κύκλο της κοινωνικής αδικίας. Η κυριαρχική διείσδυση της αστυνομίας στις ζωές αυτών των ανθρώπων δεν περιορίζεται στη στιγμή της επαφής με τους αστυνομικούς. Είναι μια κυριαρχία ψυχική και πολιτική, που διαμορφώνει το σύνολο της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων (σ. 64). Σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό που από αυτά τα αγόρια των λαϊκών συνοικιών έχει κλαπεί η δυνατότητα να ονειρεύονται, έχει κλαπεί η σχέση τους με το φαντασιακό (σ. 223).
Γιατί να διαβάσουμε, όμως, το βιβλίο το 2026; Σε τι συνίσταται η επικαιρότητα και η σημασία του στο ελληνικό πλαίσιο σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός πως στο επίκεντρο του διαλόγου δεν είναι αποκλειστικά μια μεμονωμένη περίπτωση αστυνομικής βίας αλλά αυτό που αποκαλείται συνολικά “αστυνομική τάξη”. Το βιβλίο συνιστά μια οξυδερκή μελέτη πάνω στην ίδια τη φύση του θεσμού της αστυνομίας, αναλύοντας πως το κανονιστικό πλαίσιο της αστυνομίας είναι εξ’ ορισμού βίαιο περιλαμβάνοντας δικαιοδοσίες ελέγχου, σύλληψης και καταστολής, ενώ τα γεγονότα που αναγνωρίζονται ως αστυνομική βία αποτυπώνουν εκείνες τις στιγμές που η αστυνομία επιχειρεί να διευρύνει τα όρια της θεσμοθετημένης εξουσίας της.
Μια από τις κεντρικές θέσεις του βιβλίου σε σχέση με την αστυνομία είναι πως πρόκειται για τον θεσμό με τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ της ιδεατής εικόνας του και της αντικειμενικής πραγματικότητας των πρακτικών του (σ. 38). Οι αστυνομικές πρακτικές υπηρετούν σκοπούς ανεξάρτητους από τον νόμο. Μια από τις πιο ανησυχητικές πραγματικότητες της σύγχρονης εποχής είναι η αυτονομία της αστυνομίας ως προς τη δικαιοσύνη και τον νόμο. Διαβάζοντας το βιβλίο βλέπουμε πως ο τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιούν οι δυνάμεις καταστολής την εξουσία που τους εκχωρεί ο νόμος ενέχει μια διάσταση φυλετικού διαχωρισμού. Μια από τις λειτουργίες της σύγχρονης αστυνομίας είναι η διατήρηση της ύπαρξης μιας λευκής ανωτερότητας στον δημόσιο χώρο, μέσα από τη διαφοροποίηση πληθυσμιακών ομάδων και την καθιέρωση διακριτών σχέσεων μεταξύ τους (σ. 62, 67). Η κανονική λειτουργία των θεσμών για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες έχει ως αντιστάθμισμα την ανεστραμμένη λειτουργία τους για άλλους υποπληθυσμούς.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με τον όρο «αστυνομική βία», γιατί έτσι φαίνεται σαν να μιλάμε μόνο για τις περιπτώσεις που η βαναυσότητα είναι ιδιαίτερα σοκαριστική και οι συμπεριφορές αποκλίνουν από την «κανονική» διαδικασία. Και μας προτείνουν να δούμε τις πρακτικές των δυνάμεων καταστολής ως εγγενώς και ουσιωδώς βίαιες, καθώς η νομιμότητα μιας πράξης δεν συνεπάγεται την απουσία βίας κατά την τέλεσή της. Με τα έντονα επεισόδια βίας, η αστυνομία προσπαθεί μονομερώς να καθιερώσει έναν νέο κανόνα αστυνομικής δράσης. Ως εκ τούτου, η αστυνομική βία είναι η στιγμή που εκδηλώνεται η ουσία αυτού του θεσμού. Έχουμε δει πλήθος τέτοιων περιστατικών στην Ελλάδα μέσα στα χρόνια. Από την εμβληματική υπόθεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, που σφράγισε την γενιά των millennials λίγο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ως πιο πρόσφατες περιπτώσεις του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη που σχετίζονται περισσότερο με τη φυλετική διάσταση της υπόθεσης που εξετάζεται στο βιβλίο.
Μ’ αυτή την έννοια η στάση έναντι της αστυνομικής βίας είναι ένα τεστ δημοκρατίας για κάθε κοινωνία, καθώς εγείρει ερωτήματα για τις σύγχρονες μορφές διακυβέρνησης, με την έννοια ότι πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται τον υφιστάμενο ηγεμονικό πολιτικό σχηματισμό, συχνά ενστερνίζονται και την κοσμοθέαση που υποστηρίζει τη δράση της αστυνομίας. Το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, εισφέρει στη δημόσια συζήτηση μια καίρια κριτική ανάλυση του θεσμού της αστυνομίας και της λεγόμενης «αστυνομικής τάξης» για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια ριζική κριτική σε αυτήν την κοσμοθέαση.
Πριν από λίγο καιρό ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, ένας εκ των δύο συγγραφέων του βιβλίου, Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, βρέθηκε στα γραφεία του Eteron, όπου και έδωσε μια συνέντευξη στον Αντώνη Γαλανόπουλο, project coordinator στο Ινστιτούτο. Ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς διανοούμενους της νέας γενιάς της γαλλικής θεωρίας, με έντονη παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Το έργο του βρίσκεται στο σταυροδρόμι της κοινωνιολογίας, της πολιτικής φιλοσοφίας και της κριτικής θεωρίας, εμπνευσμένο από τον Bourdieu και τον Foucault. Έχει συγγράψει σημαντικά βιβλία, μεταξύ άλλων, για το ποινικό σύστημα, τη βία και τον νεοφιλελευθερισμό.
Στην εκτενή του συνέντευξη μεταξύ άλλων εξηγεί ως προέκυψε η ιδέα για το βιβλίο στη βάση της ανάγκης να ανασυγκροτηθεί ένα άλλο αφήγημα για την αστυνομία με την επίγνωση πως ο ίδιος και η Ασά Τραορέ μπορούν να λειτουργήσουν ως δύο συμπληρωματικές φωνές σχηματίζοντας μια συμμαχία, καθώς το ζήτημα της αστυνομίας μπορεί να ειδωθεί και κοινωνιολογικά και ως βίωμα των μη λευκών ατόμων. Σύμφωνα με τον συλλογισμό του, η αστυνομική τάξη πραγμάτων είναι ένας μηχανισμός που αξιοποιεί η εξουσία για την παραγωγή διαφορετικών κατηγοριών ύπαρξης, όπου οι μαύροι και αραβικοί πληθυσμοί στοχοποιούνται και διώκονται συστηματικά με απώτερο στόχο τη διατήρηση της λευκής υπεροχής στον δημόσιο χώρο. Ως προς αυτό είναι χαρακτηριστική υποεκπροσώπηση των συγκεκριμένων στρωμάτων στο πανεπιστήμιο, τη δημοσιογραφία και τον πολιτισμό ενώ σε πρόδηλη αντίστιξη το 75% των κρατουμένων στη Γαλλία είναι μη λευκά άτομα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει αυτό που κωδικοποιεί ως «αντεστραμμένη ανδρική κυριαρχία», όπου οι αρρενωπότητες είναι πιο εκτεθειμένες στην αστυνομική βία, ενώ οι γυναίκες συχνά ηγούνται του αγώνα ενάντια στην αστυνομική βία. Δίνει μεγάλη έμφαση στον χαρακτηρισμό της δολοφονίας του Ανταμά Τραορέ και του Αγώνα Τραορέ ως «τοπικό γεγονός», κάτι που για τον ίδιο έχει μεγάλη σημασία, καθώς έτσι δεν χάνονται τα επίδικα του κάθε αγώνα σε μια προσπάθεια να βρεθεί ένας αφηρημένος κοινός παρονομαστής. Υπερασπίζεται με θέρμη την ιδέα του τοπικού και της συμμαχίας και όχι τόσο αυτή του γενικού και της σύγκλισης. Συμμαχία σημαίνει σεβασμός στον κάθε αγώνα, σημαίνει αμοιβαιότητα και ισότητα.
Τέλος, ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί εκφράζει τους στοχασμούς του ευρύτερα για τη δημοκρατία. Αναδεικνύει σκοτεινές όψεις της δημοκρατίας που μπορεί να επιτρέψουν υπό συνθήκες τις διακρίσεις και την άσκηση βίας εις βάρος κοινωνικών υποκειμένων και δη των πιο ευάλωτων. Και γι’ αυτό θέτει το πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα της κριτικής ή ακόμα και της υπέρβασης της δημοκρατίας, με αρχή την «ηθική απαγόρευση του να βλάπτουμε άλλα άτομα στο πεδίο της πολιτικής»
Διαβάστε ολόκληρο το longread εδώ