Το project “Unmute Democracy” πραγματοποιείται σε συνεργασία με το VouliWatch και διερευνά τις στάσεις των πολιτών απέναντι στη λειτουργία της δημοκρατίας στην Ελλάδα σήμερα, καταγράφοντας τόσο τις αντιλήψεις για τις κύριες απειλές όσο και τις αξιολογήσεις τους για πιθανά θεσμικά αντίβαρα και μορφές πολιτικής συμμετοχής που θα βελτιώσουν την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος και θα ενισχύσουν τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Η έρευνα βασίζεται σε ερωτηματολόγιο κοινής γνώμης που διερευνά: α) την αξιολόγηση της λειτουργίας της δημοκρατίας, β) τις απειλές που αντιμετωπίζει η δημοκρατία, γ) τις παθογένειες των πολιτικών κομμάτων, δ) τις στάσεις απέναντι σε εκλογικά συστήματα και μορφές διακυβέρνησης, ε) την προθυμία των πολιτών για πολιτική συμμετοχή σε διαφορετικά επίπεδα, στ) την υποστήριξη ή αντίθεση σε θεσμικές παρεμβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον έλεγχο της εξουσίας.
Το ερευνητικό πρόγραμμα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025 και εστιάζει στη μελέτη της ποιότητας της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Συντονιστής του Project είναι ο Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Αντώνης Γαλανόπουλος (a.galanopoulos@eteron.org)

Ένα από τα ερωτήματα, που κλήθηκαν να απαντήσουν οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες στην έρευνα Unmute Democracy που διεξήγαγαν το Eteron και το Vouli Watch την περασμένη χρονιά, αφορούσε την αξιολόγηση μιας λίστας κινδύνων που υπονομεύουν την ελληνική δημοκρατία. Είχαν να επιλέξουν μεταξύ δεκατριών σοβαρών απειλών και είναι αξιοσημείωτο ότι η πλειοψηφία τους (59,4%) έκρινε ότι ο πλέον άμεσος κίνδυνος προέρχεται από τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Οι πολίτες δείχνουν να φοβούνται πιο πολύ κάτι για την αντιμετώπιση του οποίου μπορούν ως συλλογικότητα να κάνουν περισσότερα πράγματα, σε σύγκριση λ.χ. με «τις ξένες παρεμβάσεις και τη χειραγώγηση των εκλογικών διαδικασιών» που τους ανησυχούν πολύ λιγότερο (7,1%), αλλά δεν μπορούν να κάνουν σχεδόν τίποτα για να τις αποτρέψουν. Θεωρητικά, η διαφθορά θα μπορούσε να περιοριστεί με την άρνηση του συνόλου των πολιτών να συμμετέχει σε αυτή κατά τις δοσοληψίες του με το πολιτικό σύστημα υπό την ευρεία έννοια, καθώς και την έκδηλη βούλησή του να αντιδρά «τιμωρητικά» -παραμένοντας πάντα εντός του πλαισίου της νομιμότητας-, όταν διαπιστώνει την προώθησή της από τους κρατούντες. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει και μια άλλη ιδιαίτερα ανησυχητική απειλή που δεν συμπεριλήφθηκε στο ερωτηματολόγιο, ίσως γιατί δεν είναι τόσο ορατή, την οποία θα ήθελα να αναδείξω.
Θα ξεκινήσω με ένα συνηθισμένο και τετριμμένο παράδειγμα. O Εύδοξος είναι μια κρατική υπηρεσία διαχείρισης διδακτικών συγγραμμάτων, η οποία δημιουργήθηκε αφενός για να εξυπηρετεί καλύτερα τους φοιτητές και τους διδάσκοντες των ΑΕΙ, αφετέρου για να αποφευχθεί η κατασπατάληση δημοσίων πόρων που υπήρχε σε αρκετές περιπτώσεις με το προηγούμενο άναρχο σύστημα. Ως εδώ καλά. Τις προάλλες, ο εκδότης μου προσπάθησε να καταχωρήσει στη γενική βάση συγγραμμάτων του Ευδόξου τη δεύτερη επαυξημένη και επικαιροποιημένη έκδοση ενός εκ των εγχειριδίων που προτείνω στο μάθημά μου, προκειμένου να είναι στη διάθεση των δικαιούχων κατά το εαρινό εξάμηνο. Η κατηγορηματική απάντηση που έλαβε είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και θα πρέπει να περιμένει τον Αύγουστο «όταν θα ανοίξει το σύστημα».
Προφανώς η κατάσταση δεν είναι προς θάνατον και οι αποφάσεις δημοσίων υπηρεσιών συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων αρχών μπορούν να αποβούν απείρως πιο βλαπτικές για τους πολίτες. Απλώς χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα για να προβάλω την ακόλουθη θέση: Στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, οι δημόσιες αρχές λαμβάνουν ένα πλήθος αποφάσεων, οι οποίες είναι δεσμευτικές για τους πολίτες και επηρεάζουν λιγότερο ή περισσότερο τον καθημερινό βίο τους, χωρίς να τους παρέχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη λήψη τους με τις συνήθεις δημοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή τη διαβούλευση και την ψηφοφορία.
Ακόμα και εάν δεχτούμε ότι οι πολίτες συμμετέχοντας στις εκλογές εξουσιοδοτούν τους βουλευτές της αρεσκείας τους να λαμβάνουν νομοθετικές αποφάσεις οι οποίες συνάδουν προς τις προεκλογικές διακηρύξεις τους, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η εξουσιοδότηση αυτή καλύπτει και το σύνολο των σχετικών διοικητικών αποφάσεων κάθε δημόσιας αρχής. Ο λόγος είναι ότι οι προεκλογικές διακηρύξεις, ακόμα και όταν λαμβάνουν τη μορφή γραπτών δεσμεύσεων, αδυνατούν όχι μόνο να προβλέψουν αλλά και να μας προϊδεάσουν για το περιεχόμενο αυτών των αποφάσεων. Ακόμα και εάν συμφωνούμε με τους λόγους που διαβάζουμε σε ένα προεκλογικό πρόγραμμα υπέρ της δημιουργίας μιας υπηρεσίας όπως ο Εύδοξος, δεν συμφωνούμε ipso facto και με κάθε χαρακτηριστικό της λειτουργίας της όταν υλοποιηθεί. Θέλουμε να έχουμε λόγο γι’ αυτά τα ζητήματα, τις κρίσιμες λεπτομέρειες, αλλά κάποιοι άλλοι αποφασίζουν για εμάς. Αυτό σημαίνει, ότι με εξαίρεση αποφάσεις που είναι αντισυνταγματικές ή παράνομες, οι πολίτες έχουν να επιλέξουν μεταξύ αυτόβουλης ή καταναγκαστικής συμμόρφωσης και (σε πολλές περιπτώσεις) επιβλαβούς για τα συμφέροντά τους ανυπακοής. Η κυριαρχία που ασκούν δεν αγγίζει ένα πλήθος ζητημάτων τα οποία σχετίζονται με τη συλλογική αυτοδιοίκηση και τους επηρεάζουν άμεσα.
Το πρόβλημα του αποκλεισμού της πλειονότητας των διοικητικών αποφάσεων από το πεδίο εφαρμογής της λαϊκής κυριαρχίας είναι δομικό και δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Δεν είναι θέμα διαφθοράς ή ανεπάρκειας, γιατί οι αποφάσεις αυτές μπορεί να λαμβάνονται από καλοπροαίρετους και ικανούς υπαλλήλους. Δεν φαίνεται να μπορεί να αντιμετωπισθεί με την άνοδο στην εξουσία μιας καινούργιας πολιτικής παράταξης, γιατί δεν νομίζω ότι η αριστερά ως αριστερά μπορεί να κάνει περισσότερα πράγματα ως προς αυτό από την δεξιά ως δεξιά. Ο λόγος είναι ότι ακόμα και εάν υπάρχει η πολιτική βούληση, δεν είναι εφικτό οι πολίτες να συνδιαμορφώνουν κάθε καινούργια τέτοια απόφαση, διαβουλευόμενοι και εκφράζοντας τις προτιμήσεις τους διαμέσου ψηφοφορίας· ούτε βέβαια μπορεί να τεθεί σε επαναδιαπραγμάτευση το υπερμέγεθες σύνολο των ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Οι δυσκολίες δεν είναι μόνο τεχνικού χαρακτήρα. Πολλές από αυτές τις αποφάσεις αποτελούν εξειδίκευση της κυβερνητικής πολιτικής και των νομοθετημάτων που την πλαισιώνουν. Εάν οι πολίτες λαμβάνουν αποφάσεις που αντίκεινται στην εφαρμογή των νομοθετημάτων και της βούλησης των κυβερνώντων, οι αιρετές κυβερνήσεις θα αδρανοποιηθούν, καθώς θα αδυνατούν να εφαρμόσουν την πολιτική τους. Ούτε φυσικά η υιοθέτηση αναρχικών απόψεων περί κατάργησης των κρατικών μηχανισμών θα οδηγούσε σε κάποια λύση, δεδομένου ότι με βάση μια ρεαλιστική προσέγγιση το φάρμακο θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από την ασθένεια.
Το μόνο που μας μένει είναι κάποια ημίμετρα. Θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί, ακόμα και συνταγματικά, η αρχή οι αποφάσεις που λαμβάνονται να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τον μεγαλύτερο αριθμό πολιτών που επηρεάζουν. Θα μπορούσε να απαιτηθεί από τις υπηρεσίες να προσφέρουν μια σειρά επιλογών στους πολίτες αντί να απαιτούν από αυτούς μία και μοναδική ενέργεια. Θα μπορούσε να υπάρξει μια διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Συνηγόρου του Πολίτη, έτσι ώστε να μπορεί να επιβάλλει την επανόρθωση αδικιών. Θα μπορούσε να επιταχυνθεί η απονομή δικαιοσύνης από τα αρμόδια δικαστήρια. Θα μπορούσαν να καθιερωθούν κάποιες ουσιαστικές διαβουλευτικές διαδικασίες και σε σχέση με την εξειδίκευση νομοθετικών αποφάσεων. Ακόμα, υπάρχουν προτάσεις να πλαισιώνονται οργανισμοί και υπηρεσίες από κληρωτά συμβούλια πολιτών, τα οποία θα ασκούν εποπτικό ρόλο, υιοθετώντας την οπτική γωνία και τα συμφέροντα των εμπλεκομένων μελών του πολιτικού σώματος. Και βέβαια να γίνεται περισσότερο σεβαστό το κατοχυρωμένο από την εποχή της Αμερικανικής Επανάστασης δικαίωμα των πολιτών να απευθύνονται στις αρχές και να αιτούνται την ικανοποίηση των παραπόνων τους.
Όλα αυτά θα μπορούσαν σε κάποιες περιπτώσεις να επιφέρουν θετικά αποτελέσματα για μεμονωμένους πολίτες ή ομάδες πολιτών. Δεν μπορούν, ωστόσο, να εδραιώσουν εν γένει τη δυνατότητα των πολιτών να επηρεάζουν επί ίσοις όροις με τους συμπολίτες τους τη λήψη των αποφάσεων που μας απασχολούν με τον τρόπο που επηρεάζουν το αποτέλεσμα μιας εκλογής ή ενός δημοψηφίσματος. Αυτές φαίνεται να βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας της λαϊκής κυριαρχίας και να την αποδυναμώνουν, ενώ το πρόβλημα θα βαίνει επιδεινούμενο με τη συνεχόμενη αύξηση των τομέων του ατομικού και συλλογικού βίου που υπόκεινται σε κρατική ρύθμιση.