Κλείσιμο

Πως λειτουργεί η αστυνομική τάξη: Geoffroy de Lagasnerie, Μάκης Μαλαφέκας, Αναστασία Τσουκαλά

25.03.2026

Στις 19 Ιουλίου του 2016, ανήμερα των γενεθλίων του, ο νεαρός Ανταμά Τραορέ έκανε ποδήλατο στη γειτονιά του. Οι χωροφύλακες, σε μια από τις τετριμμένες πρακτικές εποπτείας και κυριαρχικής διασάλευσης της καθημερινότητας που ασκούνται διαρκώς στα υποβαθμισμένα γαλλικά προάστια, επιδίωξαν να τον σταματήσουν για να ελέγξουν τα στοιχεία του. Ο Ανταμά σε μια συνθήκη φόβου, αφού γνώριζε πως δεν είχε μαζί του την ταυτότητα του, τράπηκε σε φυγή. Οι αστυνομικές δυνάμεις τον καταδίωξαν και τον ακινητοποίησαν βίαια με αποτέλεσμα να πεθάνει από ασφυξία στο προαύλιο της Χωροφυλακής του Περσάν, στο Βαλ-ντ’ Ουαζ, φορώντας χειροπέδες. Όπως λέει η αδερφή του, πέθανε κάτω από το βάρος τριών χωροφυλάκων και ενός συστήματος (σ. 11).

Η δολοφονία του Ανταμά Τραορέ, ως μια εμβληματική υπόθεση που αντικατοπτρίζει το δομικό πρόβλημα της αστυνομικής βίας που αντιμετωπίζουν οι κατά βάση μαύροι και αραβικής καταγωγής κάτοικοι των λαϊκών συνοικιών στη Γαλλία, πυροδότησε ένα  μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης. Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ, όπως κωδικοποιήθηκε, πήρε μεγάλες διαστάσεις, ξεπερνώντας γεωγραφικούς και χρονικούς περιορισμούς και επιδεικνύοντας μια αξιομνημόνευτη ανθεκτικότητα που αφενός διέσωσε τη μνήμη του Ανταμά από τη λήθη, αφετέρου φώτισε πως τα αλληλοτροφοδοτούμενα συστήματα της ταξικής ανισότητας και του ρατσισμού συναρθρώνονται στην αστυνομική βία παράγοντας μια μορφή θανατοπολιτικής.

Αυτή η συνάρθρωση αποτέλεσε τη βασική θεματική του βιβλίου Ο αγώνας Ανταμά [Le Combat Adama] που κυκλοφόρησε το 2019 στη Γαλλία. Έξι χρόνια μετά, το βιβλίο, με τον τίτλο Πως λειτουργεί η αστυνομική τάξη; Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ (Οκτώβριος 2025), είναι πια διαθέσιμο και στα ελληνικά, χάρη στην πρωτοβουλία και την επιμέλεια των εκδόσεων Τόπος, επιτρέποντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να έρθει σε επαφή με ένα χρήσιμο βιβλίο αλλά και μια εμπειρία, μια ιστορία που μπορεί να προσφέρει καίρια στοιχεία για τον πολιτικό αναστοχασμό. Το βιβλίο συγκροτείται ως ένας διάλογος ανάμεσα στην Ασά Τραορέ, αδερφή του θύματος που ίδρυσε τη συλλογικότητα Verite et Justice pour Adama και τον Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, καθηγητή στην Ecole Nationale Superieure d’ Arts de Paris – Cergy, με βασικούς άξονες την αστυνομία και τη βία, τον ρατσισμό, την αντιδημοκρατία και τον τρόπο άσκησης πολιτικής σήμερα. Ένα πρωτότυπο έργο που συνδυάζει τη βιωμένη εμπειρία και γνώση και τον θεωρητικό στοχασμό και τη βαθύτερη διανοητική επεξεργασία. Διατρέχοντας και ανατέμνοντας τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης, λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο της ζωής στα λαϊκά προάστια και της διείσδυσης της εξουσίας σε όλες τις πτυχές της, όπου ενσαρκωμένη στον θεσμό της αστυνομίας διαμορφώνει μια υπόρρητη εμπόλεμη κατάσταση με κεντρικό στόχο τους νεαρούς Μαύρους και Άραβες. 

Διαβάζοντας το βιβλίο, γίνεται σαφές  ότι όταν μιλάμε για την αστυνομική βία, μιλάμε για μια τάξη πραγμάτων και μια συγκεκριμένη σχέση με τον κόσμο. Η ζωή των νεαρών αγοριών, μαύρων και Αράβων στις λαϊκές συνοικίες δομείται από την πανταχού παρουσία των δυνάμεων καταστολής και τον φόβο της αστυνομικής επίθεσης. Μέσα από συνεχείς ελέγχους που μπορεί να διεξάγονται πέντε και έξι φορές καθημερινά και οι οποίοι σχεδόν πάντα συνοδεύονται από εξευτελισμούς, ρατσιστικά σχόλια και βία, αναδύεται η έννοια του «οντολογικού αδικήματος», δηλαδή οι κάτοικοι των συγκεκριμένων περιοχών τιμωρούνται γι’ αυτό που είναι, για το γεγονός ότι υπάρχουν στον δημόσιο χώρο της γαλλικής επικράτειας. Πρόκειται για μια εμπειρία που γεννά το φαινόμενο της «φυγής», όπου εδώ η φυγή ορίζεται ως πολιτική εκδήλωση μιας σχέσης με τους θεσμούς που βιώνεται απειλητικά. Η σχολική διαρροή, η αδυναμία εργασιακής ένταξης, ο εγκλεισμός συμπληρώνουν το μωσαϊκό των πολιτικών εξαίρεσης και πειθάρχησης, διαιωνίζοντας τον κύκλο της κοινωνικής αδικίας. Η κυριαρχική διείσδυση της αστυνομίας στις ζωές αυτών των ανθρώπων δεν περιορίζεται στη στιγμή της επαφής με τους αστυνομικούς. Είναι μια κυριαρχία ψυχική και πολιτική, που διαμορφώνει το σύνολο της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων (σ. 64). Σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό που από αυτά τα αγόρια των λαϊκών συνοικιών έχει κλαπεί η δυνατότητα να ονειρεύονται, έχει κλαπεί η σχέση τους με το φαντασιακό (σ. 223).

Γιατί να διαβάσουμε, όμως, το βιβλίο το 2026; Σε τι συνίσταται η επικαιρότητα και η σημασία του στο ελληνικό πλαίσιο σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός πως στο επίκεντρο του διαλόγου δεν είναι αποκλειστικά μια μεμονωμένη περίπτωση αστυνομικής βίας αλλά αυτό που αποκαλείται συνολικά “αστυνομική τάξη”. Το βιβλίο συνιστά μια οξυδερκή μελέτη πάνω στην ίδια τη φύση του θεσμού της αστυνομίας, αναλύοντας πως το κανονιστικό πλαίσιο της αστυνομίας είναι εξ’ ορισμού βίαιο περιλαμβάνοντας δικαιοδοσίες ελέγχου, σύλληψης και καταστολής, ενώ τα γεγονότα που αναγνωρίζονται ως αστυνομική βία αποτυπώνουν εκείνες τις στιγμές που η αστυνομία επιχειρεί να διευρύνει τα όρια της θεσμοθετημένης εξουσίας της. 

Μια από τις κεντρικές θέσεις του βιβλίου σε σχέση με την αστυνομία είναι πως πρόκειται για τον θεσμό με τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ της ιδεατής εικόνας του και της αντικειμενικής πραγματικότητας των πρακτικών του (σ. 38). Οι αστυνομικές πρακτικές υπηρετούν σκοπούς ανεξάρτητους από τον νόμο. Μια από τις πιο ανησυχητικές πραγματικότητες της σύγχρονης εποχής είναι η αυτονομία της αστυνομίας ως προς τη δικαιοσύνη και τον νόμο. Διαβάζοντας το βιβλίο βλέπουμε πως ο τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιούν οι δυνάμεις καταστολής την εξουσία που τους εκχωρεί ο νόμος ενέχει μια διάσταση φυλετικού διαχωρισμού. Μια από τις λειτουργίες της σύγχρονης αστυνομίας είναι η διατήρηση της ύπαρξης μιας λευκής ανωτερότητας στον δημόσιο χώρο, μέσα από τη διαφοροποίηση πληθυσμιακών ομάδων και την καθιέρωση διακριτών σχέσεων μεταξύ τους (σ. 62, 67). Η κανονική λειτουργία των θεσμών για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες έχει ως αντιστάθμισμα την ανεστραμμένη λειτουργία τους για άλλους υποπληθυσμούς.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με τον όρο «αστυνομική βία», γιατί έτσι φαίνεται σαν να μιλάμε μόνο για τις περιπτώσεις που η βαναυσότητα είναι ιδιαίτερα σοκαριστική και οι συμπεριφορές αποκλίνουν από την «κανονική» διαδικασία. Και μας προτείνουν να δούμε τις πρακτικές των δυνάμεων καταστολής ως εγγενώς και ουσιωδώς βίαιες, καθώς η νομιμότητα μιας πράξης δεν συνεπάγεται την απουσία βίας κατά την τέλεσή της. Με τα έντονα επεισόδια βίας, η αστυνομία προσπαθεί μονομερώς να καθιερώσει έναν νέο κανόνα αστυνομικής δράσης. Ως εκ τούτου, η αστυνομική βία είναι η στιγμή που εκδηλώνεται η ουσία αυτού του θεσμού. Έχουμε δει πλήθος τέτοιων περιστατικών στην Ελλάδα μέσα στα χρόνια. Από την εμβληματική υπόθεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, που σφράγισε την γενιά των millennials λίγο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ως πιο πρόσφατες περιπτώσεις του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη που σχετίζονται περισσότερο με τη φυλετική διάσταση της υπόθεσης που εξετάζεται στο βιβλίο. 

Μ’ αυτή την έννοια η στάση έναντι της αστυνομικής βίας είναι ένα τεστ δημοκρατίας για κάθε κοινωνία, καθώς εγείρει ερωτήματα για τις σύγχρονες μορφές διακυβέρνησης, με την έννοια ότι πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται τον υφιστάμενο ηγεμονικό πολιτικό σχηματισμό, συχνά ενστερνίζονται και την κοσμοθέαση που υποστηρίζει τη δράση της αστυνομίας. Το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, εισφέρει στη δημόσια συζήτηση μια καίρια κριτική ανάλυση του θεσμού της αστυνομίας και της λεγόμενης «αστυνομικής τάξης» για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια ριζική κριτική σε αυτήν την κοσμοθέαση.

Πριν από λίγο καιρό ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, ένας εκ των δύο συγγραφέων του βιβλίου, Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, βρέθηκε στα γραφεία του Eteron, όπου και έδωσε μια συνέντευξη στον Αντώνη Γαλανόπουλο, project coordinator στο Ινστιτούτο. Ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς διανοούμενους της νέας γενιάς της γαλλικής θεωρίας, με έντονη παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Το έργο του βρίσκεται στο σταυροδρόμι της κοινωνιολογίας, της πολιτικής φιλοσοφίας και της κριτικής θεωρίας, εμπνευσμένο από τον Bourdieu και τον Foucault. Έχει συγγράψει σημαντικά βιβλία, μεταξύ άλλων, για το ποινικό σύστημα, τη βία και τον νεοφιλελευθερισμό.

Στην εκτενή του συνέντευξη μεταξύ άλλων εξηγεί ως προέκυψε η ιδέα για το βιβλίο στη βάση της ανάγκης να ανασυγκροτηθεί ένα άλλο αφήγημα για την αστυνομία με την επίγνωση πως ο ίδιος και η Ασά Τραορέ μπορούν να λειτουργήσουν ως δύο συμπληρωματικές φωνές σχηματίζοντας μια συμμαχία, καθώς το ζήτημα της αστυνομίας μπορεί να ειδωθεί και κοινωνιολογικά και ως βίωμα των μη λευκών ατόμων. Σύμφωνα με τον συλλογισμό του, η αστυνομική τάξη πραγμάτων είναι ένας μηχανισμός που αξιοποιεί η εξουσία για την παραγωγή διαφορετικών κατηγοριών ύπαρξης, όπου οι μαύροι και αραβικοί πληθυσμοί στοχοποιούνται και διώκονται συστηματικά με απώτερο στόχο τη διατήρηση της λευκής υπεροχής στον δημόσιο χώρο. Ως προς αυτό είναι χαρακτηριστική υποεκπροσώπηση των συγκεκριμένων στρωμάτων στο πανεπιστήμιο, τη δημοσιογραφία και τον πολιτισμό ενώ σε πρόδηλη αντίστιξη το 75% των κρατουμένων στη Γαλλία είναι μη λευκά άτομα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει αυτό που κωδικοποιεί ως «αντεστραμμένη ανδρική κυριαρχία», όπου οι αρρενωπότητες είναι πιο εκτεθειμένες στην αστυνομική βία, ενώ οι γυναίκες συχνά ηγούνται του αγώνα ενάντια στην αστυνομική βία. Δίνει μεγάλη έμφαση στον χαρακτηρισμό της δολοφονίας του Ανταμά Τραορέ και του Αγώνα Τραορέ ως «τοπικό γεγονός», κάτι που για τον ίδιο έχει μεγάλη σημασία, καθώς έτσι δεν χάνονται τα επίδικα του κάθε αγώνα σε μια προσπάθεια να βρεθεί ένας αφηρημένος κοινός παρονομαστής. Υπερασπίζεται με θέρμη την ιδέα του τοπικού και της συμμαχίας και όχι τόσο αυτή του γενικού και της σύγκλισης. Συμμαχία σημαίνει σεβασμός στον κάθε αγώνα, σημαίνει αμοιβαιότητα και ισότητα.

Τέλος, ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί εκφράζει τους στοχασμούς του ευρύτερα για τη δημοκρατία. Αναδεικνύει σκοτεινές όψεις της δημοκρατίας που μπορεί να επιτρέψουν υπό συνθήκες τις διακρίσεις και την άσκηση βίας εις βάρος κοινωνικών υποκειμένων και δη των πιο ευάλωτων. Και γι’ αυτό θέτει το πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα της κριτικής ή ακόμα και της υπέρβασης της δημοκρατίας, με αρχή την «ηθική απαγόρευση του να βλάπτουμε άλλα άτομα στο πεδίο της πολιτικής»

Στα τέλη Ιανουαρίου ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί θα συνομιλούσε στο Eteron με τον Μάκη Μαλαφέκα και την Αναστασία Τσουκαλά με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στην Ελλάδα. Η  σφοδρή καταιγίδα εκείνης της ημέρας οδήγησε στην ακύρωση της εκδήλωσης. Στη συνέχεια αυτού του long read μας δίνεται η δυνατότητα να ανασκευάσουμε αυτόν τον διάλογο.

Ο Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας που έχει ζήσει αρκετά χρόνια στη Γαλλία, αναλύει πως χτίζεται το σύστημα ιδεολογικών αναπαραστάσεων που επιτρέπει τον φυλετικό διαχωρισμό σε κοινωνικό, ταξικό και γεωγραφικό επίπεδο σε πλήρη αντίστιξη με τις αρχές του Διαφωτισμού που είναι αναρτημένες στα δημόσια κτίρια της χώρας. Εξηγεί πως παραδοσιακά η Γαλλία ήταν ένα αστυνομικό κράτος, το οποίο εκχωρούσε στις δυνάμεις καταστολής τεράστιες δυνατότητες επιβολής στις ζωές των ανθρώπων, παραθέτοντας ενδεικτικά τον απολογισμό των 11 νεκρών από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, γεγονός που δεν συνηθίζεται σε δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Πιάνει το ιστορικό νήμα από την ήττα της Γαλλίας στον πόλεμο της Αλγερίας και τον τρόπο που εντυπώθηκε στο υποσυνείδητο των πολιτών. Από τη δεξαμενή των εποίκων που επέστρεψαν στη Γαλλία γεννήθηκε η σύγχρονη γαλλική ακροδεξιά με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ίδιον τον Λεπέν, ο οποίος υπήρξε λοχαγός και βασανιστής στην Αλγερία. Στο έδαφος, λοιπόν, του αποικιοκρατικού παρελθόντος θεμελιώνεται το νεοαποικιοκρατικό πλαίσιο, επιφυλάσσοντας στους μαύρους και αραβικούς πληθυσμούς των προαστίων μια ζωή περιχαρακωμένη, στοιβαγμένη και στιγματισμένη ως ανεπιθύμητη. Ακόμα και η περίφημη κοσμικότητα με τον διαχωρισμό κράτους και θρησκείας, η αρχή της laïcité, εργαλειοποιείται για να προωθήσει ισλαμοφοβικά ιδεολογήματα και πρακτικές. Στη συνέχεια, ο Μάκης Μαλαφέκας εξετάζει πως η θεωρία της «μεγάλης αντικατάστασης» συγκροτεί το ιδεολογικό οικοδόμημα της σύγχρονης ακροδεξιάς. Τέτοιες θέσεις διαπερνούν, όμως, ευρύτερα πολιτισμικά και πολιτικά συμφραζόμενα όπως φαίνεται γλαφυρά από το γεγονός πως σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο των τεχνών και του πνεύματος όπως ο Μισέλ Ουελμπέκ γίνονται αγωγοί τέτοιων θεωριών και επιχειρημάτων. Τέλος, ο Μαλαφέκας τονίζει πως ο Αγώνας Τραορέ μπορεί να λειτουργήσει ως αφύπνιση και για τα γεγονότα στην Ελλάδα, ειδικά για την κρατική αντιμετώπιση κοινωνικών ομάδων όπως οι Ρομά και οι προσφυγικοί/μεταναστευτικοί πληθυσμοί. Κοινός τόπος είναι η διαπίστωση πως η συγκάλυψη της αστυνομικής βίας δεν συνιστά κάποιου είδους συνομωσία, ούτε είναι απόδειξη αποτυχημένης λειτουργίας του συστήματος. Η συγκάλυψη είναι κομμάτι της λειτουργίας του συστήματος.

Η Αναστασία Τσουκαλά, εγκληματολόγος, ερευνήτρια και μεταφράστρια του βιβλίου επισημαίνει πως η θανάτωση του Ανταμά Τραορέ καταδεικνύει εμφατικά ότι το πρόβλημα της αστυνομικής βίας παραμένει άλυτο και υπονομεύει την αστική δημοκρατία. Με την προσωπική εμπειρία της διαμονής επί 30 χρόνια στη Γαλλία αλλά και την επιστημονική της εξειδίκευση σταχυολογεί τις διαφορές και τις ομοιότητες της καταστολής σε Γαλλία και Ελλάδα. Ως βασική διαφορά εντοπίζει τον βαρύτερο εξοπλισμό που φέρουν οι αστυνομικοί στη Γαλλία σε σχέση με την Ελλάδα, καθώς επίσης και το αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας ως βασικό υπόβαθρο της δυσφορίας της Γαλλικής αστυνομίας, αλλά και συνολικά της γαλλικής κοινωνίας, να αποδεχτεί πως οι πρώην σκλάβοι διεκδικούν ισότητα. Απότοκο αυτής της νοοτροπίας είναι οι έλεγχοι που εφαρμόζονται καθημερινά στα ανήλικα και νεαρά άτομα στις λαϊκές συνοικίες, με σοβαρές συνέπειες στο ενδεχόμενο οποιασδήποτε αντίδρασης, οι διακρίσεις στην εκπαίδευση και την εργασία και συνολικά οι κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Σχετικά με τις ομοιότητες με την ελληνική πραγματικότητα, η Τσουκαλά επικεντρώνεται κυρίως στις πανομοιότυπες περιπτώσεις συγκάλυψης και ατιμωρησίας της αστυνομικής βίας και στη στάση παρατηρητή που τηρεί ο θεσμός της δικαιοσύνης. Τέλος, η Αναστασία Τσουκαλά αναφέρεται στο επίτευγμα που πέτυχε ο Αγώνας Τραορέ να διαρρήξει τον υποσυνείδητο ρατσισμό της γαλλικής κοινωνίας και να την πείσει πως αυτό το ζήτημα την αφορά. Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων που έδειξε στους Γάλλους ότι μπορεί να αντιμετωπιστούν όπως οι νέοι των προαστίων καθώς και το παγκόσμιο κίνημα Βlack Lives Matter, στον απόηχο της δολοφονίας του Τζόρτζ Φλοιντ, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για τη διάχυση του Αγώνα Τραορέ στην κοινωνία και την επιρροή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Πριν από μερικές εβδομάδες ανακοινώθηκε πως το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει η οικογένεια του Τραορέ στην απόφαση για την αρχειοθέτηση της μήνυσης της. Η Γαλλική δικαιοσύνη αποφάνθηκε οριστικά πως δεν θα ασκηθεί καμία δίωξη για τον θάνατο του Ανταμά Τραορέ. Οι δικηγόροι της οικογένειας γνωστοποίησαν πως θα προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Οι τρεις χωροφύλακες που συνέπραξαν στη δολοφονική επίθεση υπηρετούν κανονικά χωρίς την παραμικρή επίπτωση στη ζωή τους. Σύμφωνα με τις δικαστικές αρχές, οι χωροφύλακες που ήταν υπεύθυνοι για τη σύλληψή του δεν είχαν ασκήσει παράνομη σκόπιμη βία και δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν για παράλειψη του καθήκοντός τους να τον σώσουν. Στον αντίποδα τέσσερις αδελφοί του Ανταμά Τραορέ έχουν συλληφθεί και φυλακιστεί. Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ συνεχίζει τη δράση του, μεταμορφώνοντας έμπρακτα το κίνημα ενάντια στην αστυνομική βία και τις διακρίσεις σε ένα κίνημα υπεράσπισης της ζωής.

Κλείνουμε το κείμενο αυτό με τα λόγια της ίδιας της Ασά Τραορέ από τη σελίδα 202 του βιβλίου:

«Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό για μας που αγωνιζόμαστε να συνεχίζουμε να ζούμε όσο πιο φυσιολογικά γίνεται, να πηγαίνουμε διακοπές, να πηγαίνουμε σινεμά, να ασχολούμαστε και με άλλα πράγματα. Το βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: υπάρχει η πολιτική, αλλά υπάρχει και η χαρά της ζωής, όπως το να τρως με φίλους. Γιατί αυτό ξεφεύγει από τον έλεγχο τους.
Το μόνο που ελέγχουν είναι η βία. Τη βία που άσκησαν στους αδελφούς μου. Για τα υπόλοιπα, δεν θα τα καταφέρουν. Δεν το έχουν ακόμα πετύχει αυτό. Θα μείνουμε όμως θύματα για πάντα. Είμαστε τα θύματα. Σκότωσαν τον αδερφό μου. Αλλά δεν θα είμαστε βολικά γι’ αυτούς θύματα».

Πολιτική Cookies