
Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα στη σημερινή διεθνή τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μίνιμουμ διεθνείς κανόνες, περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτούς από την πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας.
Η ενέργεια των ΗΠΑ δεν ήταν απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλαγής καθεστώτος, αλλά το σήμα για την επιστροφή σε μια εποχή όπου οι μεγάλες δυνάμεις χωρίζουν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής. Ενεργώντας μονομερώς και παρακάμπτοντας το διεθνές δίκαιο, οι ΗΠΑ ουσιαστικά ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας για άλλες παγκόσμιες γεωπολιτικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα, να ασκήσουν παρόμοια δικαιώματα επέμβασης στις δικές τους ζώνες επιρροής.
Η διάβρωση του Διεθνούς Δικαίου και το «Δόγμα Μονρόε» 2.0
Η επιδρομή των ειδικών αμερικανικών δυνάμεων και η μετέπειτα δήλωση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα «διοικούν» τη Βενεζουέλα μέχρι την ανοικοδόμηση των υποδομών της αποτελούν κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας. Δημιουργείται ένα νέο περιβάλλον, που καθιστά σχεδόν αδύνατο κι ανεδαφικό για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) να καταδικάσει μελλοντικές αντίστοιχες ενέργειες από άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως επίσης και από τις ίδιες τις ΗΠΑ να καταδικάσουν πιθανή, αντίστοιχη ενέργεια της Ρωσίας ή της Κίνας σε περιπτώσεις που Μόσχα και Πεκίνο θα μπορούσαν να αξιολογήσουν ως ζωτικής σημασίας για τα δικά τους συμφέροντα.
Στο πλαίσιο αυτό, επαναφέρεται και επανανοηματοδοτείται το «Δόγμα Μονρόε», το άλλοτε κραταιό στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα στρατηγικό δόγμα στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Το νέο Δόγμα Μονρόε δίνει προτεραιότητα στον άμεσο έλεγχο των πόρων έναντι των παραδοσιακών αξιών της διπλωματίας ή της δημοκρατικής οικοδόμησης εθνών (nation building), με τη σύγχρονη εφαρμογή του από τον Ντόναλντ Τραμπ να αφορά την προβολή στρατιωτικής ισχύος της Αμερικής και τον έλεγχο των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας. Στο παρελθόν, οι αμερικανικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες ως πέπλο για την εισβολή σε δήθεν εχθρικά έθνη και,τελικά, για την προώθηση της αλλαγής καθεστώτος.
Ένας διχασμένος κόσμος
Αντιμετωπίζοντας ένα κυρίαρχο κράτος ως έδαφος που πρέπει να διαχειριστεί ή να «διορθωθεί» από αμερικανικές εταιρείες, οι ΗΠΑ μετατρέπονται από εγγυητή των παγκόσμιων κανόνων σε έναν δρώντα που κινείται αποκλειστικά με βάση το οικονομικό συμφέρον και την απότομη επιβολή του δολαρίου εκεί όπου υπάρχει κίνηση για άλλο πλαίσιο συναλλαγών ή συνεργασιών.
Ο ρεαλισμός εμφανίζεται σήμερα σε πολλούς διαμορφωτές πολιτικής στις ΗΠΑ ως η μόνη «μεγάλη αφήγηση» που μπορεί να δώσει νόημα στον κόσμο. Όπως παρατηρεί ο Nicolas Guilhot, παρεμβάσεις που πήγαν στραβά στη Μέση Ανατολή και μια επικίνδυνη αντιπαράθεση με τη Ρωσία σήμερα δεν καταδικάζονται με βάση αντιαποικιοκρατικά και αντιιμπεριαλιστικά επιχειρήματα, ούτε επειδή συνιστούν παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Επικρίνονται επειδή αγνοούν τις αρχές και τη σοφία του πολιτικού ρεαλισμού.
Ο αυτοπροσδιοριζόμενος κλασικός ρεαλιστής μελετητής των Διεθνών Σχέσεων Patrick Porter υποστηρίζει ότι η έννοια μιας «τάξης βασισμένης σε κανόνες» είναι ένας μύθος που αποκρύπτει την υπόθεση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο διεθνές σύστημα. Σε αντίθεση με όσους νοσταλγούν την αποκατάσταση της φθαρμένης φιλελεύθερης τάξης, ο Porter παροτρύνει την Αμερική να απορρίψει τους δικούς της μύθους περί φιλελεύθερης τάξης και να επιδιώξει μια πολιτική ισχύος χωρίς αυταπάτες.
Παρά την απροκάλυπτη παραδοχή ότι η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του αποσκοπούσε στην εξαγωγή και επαναχρησιμοποίηση του πετρελαίου της Βενεζουέλας, ο Τραμπ δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ένα πειστικό επιχείρημα σχετικά με τα οφέλη που θα απέφερε μια πιθανή αλλαγή καθεστώτος στην αμερικανική οικονομία και κοινωνία. Τι είδους ιμπεριαλιστική λογική απομένει εδώ; Μια μεταμοντέρνα λογική αυτοκρατορίας, δομημένη γύρω από το μιντιακό θέαμα του μιλιταρισμού και της βίας.
Τι θα κάνει η ΕΕ;
Οι πολιτικές ηγεσίες σε Κίνα και Ρωσία είναι επίσης ειδικές στο να πλοηγούνται σε έναν κόσμο που χωρίζεται σε συγκεκριμένες σφαίρες επιρροής, αλλά πού αρχίζουν και πού τελειώνουν αυτές οι σφαίρες; Πού αφήνει αυτό την Ευρώπη; Προφανώς, το δυτικό ημισφαίριο που ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι «κατέχει» και περιλαμβάνει την ΕΕ και τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ. Παρά την προσπάθεια της Ευρώπης να διακηρύξει μια σχετική αυτονομία από τις ΗΠΑ μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών και της αναζωογόνησης της αμυντικής βιομηχανίας, η ρητή επιθυμία του Τραμπ να ελέγξει την Ευρώπη —ως μέρος του δυτικού ημισφαιρίου— και να προσαρτήσει τη Γροιλανδία υποδηλώνει την αδύναμη θέση της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ενδέχεται να επιτρέψουν την προσάρτηση της Γροιλανδίας προκειμένου να διατηρηθεί η μεταπολεμική παγκόσμια τάξη και, ιδίως, το ΝΑΤΟ.
Καθώς οι υπερδυνάμεις αισθάνονται ενθαρρυμένες να καταπατούν τους γείτονές τους ή ακόμη και τους κατοίκους της σφαίρας επιρροής τους, το ζοφερό εγχείρημα συνίσταται σε μια επιθετική μετατόπιση συνόρων, εμπνευσμένη από την πολιτική του 19ου αιώνα και υλοποιημένη με τα όπλα του 21ου αιώνα.
Η απόφαση να παρακαμφθεί η αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα και να γίνει απρόθυμα αποδεκτό, με επιφυλάξεις, το παλιό καθεστώς μπορεί να πηγάζει από την επιθυμία να αποφευχθεί το είδος του χάους που κατέκλυσε το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη, μετά την ανατροπή των κυβερνήσεών τους από τις ΗΠΑ και τη διάλυση των στρατών τους. Μπορεί επίσης να αντανακλά την αποτυχία του προηγούμενου ηγέτη της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Χουάν Γκουαϊδό, να κεφαλαιοποιήσει τη στήριξη του Τραμπ κατά την πρώτη του διακυβέρνηση.
Η αμφιθυμία των ηγετών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ ως προς τη νομιμότητα των ενεργειών των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την απόλυτη βεβαιότητά τους σχετικά με την παρανομία της κυβέρνησης Μαδούρο, δεν καθιστά απλώς την Ευρώπη πολιτικά και στρατιωτικά αδύναμη, αλλά, το σημαντικότερο, άνευ σημασίας. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη μπορεί να λειτουργεί μόνο ως απρόθυμος υπηρέτης της νεοϊμπεριαλιστικής πολιτικής του Τραμπ.
Όπως μας υπενθυμίζει ο Mearsheimer, οι μεγάλες δυνάμεις δεν επιδιώκουν απλώς να είναι οι ισχυρότερες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων· ο απώτερος στόχος τους είναι να καταστούν ηγεμόνες — δηλαδή να αποτελούν τη μοναδική μεγάλη δύναμη στο παγκόσμιο σύστημα. Η ηγεσία της ΕΕ μπορεί να ακούγεται αποφασιστική στις διακηρύξεις της σχετικά με τη στρατιωτική και πολιτική αναγκαιότητα μιας Ατλαντικής Συμμαχίας στην οποία η Ευρώπη είναι ισότιμος εταίρος, όμως τέτοιες διακηρύξεις ισχύος έχουν πλέον απογυμνωθεί. Ο ανώτερος σύμβουλος του Τραμπ, Stephen Miller, ήταν πιο συνοπτικός στη διατύπωση του νέου δόγματος της Αμερικής ως νέου ηγεμόνα: «Είμαστε μια υπερδύναμη και θα συμπεριφερόμαστε ως υπερδύναμη». Καθώς οι Ευρωπαίοι, εκουσίως ή ακουσίως, αποδέχονται την κυριαρχία των ΗΠΑ στο νεοδιαμορφώμενο δυτικό ημισφαίριο, η εξάρτησή τους από την Ουάσινγκτον καθίσταται εμφανής και ευκολότερα εκμεταλλεύσιμη από την ίδια την Ουάσινγκτον.