
Για να προστατεύσουμε το δημοκρατικά μας πολιτεύματα, πρέπει να γκρεμίσουμε τις αυταρχικές δομές που συνεχίζουν να διατηρούνται στους χώρους εργασίας.
Το κυρίαρχο μοντέλο εταιρικής διακυβέρνησης έχει υποστεί μια διαρθρωτική υποβάθμιση, οδηγώντας τόσο στην περιβαλλοντική κρίση όσο και στη δημοκρατική διάβρωση. Για να διαφυλάξουμε τους πολιτικούς μας θεσμούς και να αναγεννήσουμε το περιβάλλον μας, πρέπει να ολοκληρώσουμε το δημοκρατικό έργο εκεί που έχει μεγαλύτερη σημασία: μέσα στην ίδια την εταιρεία. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η μελέτη που διεξήγαγε η Διεθνής Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, της οποίας προήδρευσα· μια επιτροπή που αποτελείται από συναδέλφους από κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα – το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Χάρβαρντ, το London School of Economics και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, μεταξύ άλλων – και συστάθηκε από την Yolanda Díaz, την αντιπρόεδρο και υπουργό εργασίας της ισπανικής κυβέρνησης. Η επιτροπή δημοσιεύει την Έκθεσή της για το Άρθρο 129, παρ. 2 του ισπανικού Συντάγματος, μια εδώ και καιρό «παραμελημένη» συνταγματική πρόβλεψη που επιβάλλει τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη αποφάσεων και την ιδιοκτησία των εταιρειών.
Πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια, ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της Ισπανίας ενέπνευσε ολόκληρο τον κόσμο. Αναδυόμενη από τη μακρά σκιά της δικτατορίας του Φράνκο, η χώρα συνέταξε ένα νέο Σύνταγμα που υποσχόταν να ανοικοδομήσει την κοινωνία στα θεμέλια της ελευθερίας και των ίσων δικαιωμάτων. Ωστόσο, για πέντε δεκαετίες, ένα κρίσιμο στοιχείο αυτής της δημοκρατικής αρχιτεκτονικής παρέμενε ημιτελές: Ενώ ο ισπανικός λαός απέκτησε το δικαίωμα να επιλέγει τους ηγέτες του στην κάλπη των εκλογών, συνέχιζε να διαβιεί υποκείμενος σε μια ξεπερασμένη αυταρχικότητα στον χώρο εργασίας – μια πραγματικότητα που ισχύει για τους περισσότερους από εμάς σε όλο τον κόσμο.
Το σημερινό οικονομικό μοντέλο αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους ως «ανθρώπινους πόρους» με βασικό κριτήριο επιλογών το οικονομικό κόστος. Αποτέλεσμα; Οι περισσότεροι πολίτες περνούν την εργασιακή τους ζωή σε μέρη όπου δεν έχουν φωνή, δεν έχουν εξουσία και δεν έχουν μερίδιο στον πλούτο που δημιουργούν.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς διαβρώνεται, ένα φαινόμενο που μερικές φορές ονομάζεται «δημοκρατική κόπωση», αποτελώντας μια αιτία της κατάρρευσης των δημοκρατικών θεσμών που βλέπουμε σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο. Το ισπανικό Σύνταγμα είχε τη σοφία να προβλέψει ότι δεν μπορείς να διατηρήσεις ένα δημοκρατικό κράτος πάνω στα θεμέλια αυταρχικών χώρων εργασίας.
Οι εργαζόμενοι ως επενδυτές εργασίας
Η έρευνά μας εντοπίζει την ανάγκη για μια θεμελιώδη στρατηγική μετατόπιση στην οποία αναγνωρίζουμε τους εργαζόμενους ως τους πραγματικούς «επενδυτές εργασίας». Εάν οι μέτοχοι επενδύουν κεφάλαιο, οι εργαζόμενοι επενδύουν τη ζωή τους, την υγεία τους και το μέλλον τους. Σε οποιονδήποτε άλλο τομέα του δικαίου, μια τόσο υψηλού ρίσκου επένδυση θα έδινε στον επενδυτή μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και των αποφάσεων. Ωστόσο, στις σύγχρονες εταιρείες, οι επενδυτές εργασίας αντιμετωπίζονται ως ξένοι σε σχέση με τις ίδιες τις οντότητες που καταφέρνουν και συντηρούν.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε εντοπίσει εννέα συστημικές προκλήσεις που έχουν επιδεινώσει αυτό το δομικό έλλειμμα στη δημοκρατία. Από την κρίση διαδοχής στις μικρές επιχειρήσεις έως την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης, η έλλειψη φωνής των εργαζομένων είναι μια ωρολογιακή βόμβα. Στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), για παράδειγμα, χωρίς το δικαίωμα συναπόφασης, η τεχνολογία γίνεται εργαλείο για την εντατικοποίηση της επιτήρησης και την καταστολή των μισθών. Αντίθετα, με την ορθή αξιοποίησή της, οι εργαζόμενοι καθίστανται στρατηγικοί εταίροι και η ΤΝ αποτελεί καταλύτη για την κοινή ευημερία – ένα όραμα που αποτυπώνεται στην ομιλία που έδωσε στην επιτροπή μας ο οικονομολόγος Daron Acemoğlu, βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομικών το 2024.
Οι συστάσεις της επιτροπής μας είναι πρακτικές και βασισμένες σε δεδομένα. Αξιοποιώντας τις βέλτιστες πρακτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προτείνουμε ένα μοντέλο όπου οι εργαζόμενοι κατέχουν το ένα τρίτο (⅓) των εδρών στα διοικητικά συμβούλια εταιρειών με 50 ή περισσότερους υπαλλήλους, φτάνοντας στο επίπεδο της συναπόφασης – δηλαδή στο 50% – σε μεγαλύτερες εταιρείες. Προτείνουμε επίσης την εισαγωγή του δικαιώματος για τους εργαζόμενους να συναινούν στην αξιοποίηση της ΤΝ και στην ευρύτερη διαμόρφωση και ανάπτυξη τεχνολογιών ΤΝ στην εργασία. Τέλος, προτείνουμε να γεφυρωθεί το χάσμα ιδιοκτησίας απαιτώντας από όλες τις εταιρείες να ανοίξουν ένα ποσοστό του κεφαλαίου τους στους εργαζόμενους. Για να επιταχύνουμε αυτήν τη μετάβαση, αναπτύξαμε τον Δείκτη Εταιρικής Δημοκρατικής Ανάπτυξης (Corporate Democratic Development Index). Μέσω ενός συστήματος δημοσιονομικών κινήτρων, οι εταιρείες που επιτυγχάνουν υψηλά πρότυπα δημοκρατικής διακυβέρνησης μπορούν να ανταμειφθούν με χαμηλότερους συντελεστές εταιρικής φορολογίας και προτεραιότητα στις δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, οι εταιρείες που διατηρούν οπισθοδρομικά μοντέλα προβληματικών εργασιακών πρακτικών θα επωμιστούν το σχετικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος.
Ένας πόρος επικεντρωμένος στον πλανήτη για τα κράτη
Αυτή η πρόταση προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο οικονομικό πόρο επικεντρωμένο στη στήριξη του πλανήτη και των δημοκρατικών θεσμών. Ενώ οι μέτοχοι εταιρειών είναι συχνά απόμακροι και επικεντρώνονται στα βραχυπρόθεσμα μερίσματα, οι επενδυτές εργασίας ζουν στις κοινότητες όπου λειτουργούν οι εταιρείες τους. Είναι οι πρώτοι που υποφέρουν όταν ένα ποτάμι μολύνεται ή μια τοπική οικονομία υποβαθμίζεται. Δίνοντάς τους πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στην εταιρεία – μια κίνηση στην οποία πρωτοστάτησαν εταιρείες στον κοινωνικό και συνεταιριστικό τομέα – οι εταιρείες μπορούν να καταστούν αναγεννητικές οντότητες που εσωτερικεύουν το θετικό οικολογικό τους αποτύπωμα και τις κοινωνικές τους διεργασίες.
Η Ισπανία έχει μια ιστορική ευκαιρία να ηγηθεί στο πεδίο της εργασίας. Ακριβώς όπως μεταπήδησε με τόλμη από τη δικτατορία στη δημοκρατία τη δεκαετία του 1970, εκπληρώνοντας τη συνταγματική της επιταγή προς τον λαό της, μπορεί τώρα να δείξει στην Ευρώπη και στον κόσμο πώς να μεταβούν από μια εξορυκτική οικονομία σε μια βιώσιμη και διαχειριστική οικονομία, τηρώντας επίσης και το Άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα». Η έκθεσή μας καταγράφει τα βήματα και τον τρόπο για να τηρηθεί αυτή η υπόσχεση.
*Η Ιζαμπέλ Φερέρας είναι κοινωνιολόγος και πολιτική επιστήμονας, διευθύντρια Έρευνας του Βελγικού Εθνικού Ταμείου Επιστημονικής Έρευνας στις Βρυξέλλες και ανώτερη ερευνητική συνεργάτιδα του Κέντρου για την Εργασία και μια Δίκαιη Οικονομία στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Χάρβαρντ στις ΗΠΑ.
**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.