Κλείσιμο
Ευρώπη

Χρειάζεται ένα νέο σχέδιο για την Ευρώπη

27.01.2026

Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαιώνει αυτό που οι Ευρωπαίοι ήδη υποψιάζονταν: πρέπει να ετοιμάσουν το δικό τους ηπειρωτικό πλαίσιο.

*Άλμουτ Μέλλερ

Τον Ιούνιο του 2025 είχα γράψει ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για να επαναπροσδιορίσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες (ΗΠΑ), υποστηρίζοντας ότι το εγχώριο πολιτικό κόστος της εξάρτησης από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας —με έναν συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ευρώπη, εκείνον της Ουκρανίας— ήταν βέβαιο ότι θα αυξηθεί, δεδομένων των εγχώριων εξελίξεων στην Αμερική.

Η δημοσίευση της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (NSS) των ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2025 αποτελεί σαφή επιβεβαίωση αυτής της πρόβλεψης. Το ίδιο ισχύει και για το θέαμα των Ευρωπαίων ηγετών που πασχίζουν να εξασφαλίσουν μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ οι ΗΠΑ και η Ρωσία διαπραγματεύονται για το μέλλον της Ουκρανίας, ακόμη και τη στιγμή που η ίδια η Ουκρανία μάχεται σκληρά για να διαμορφώσει το αποτέλεσμα. Η NSS δεν αποκαλύπτει πολλά που η Ευρώπη δεν γνώριζε ήδη από την επιστροφή του προέδρου Τραμπ στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2025. Όμως το έγγραφο έτυχε πολύ ευρύτερης υποδοχής στα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης και στο κοινό από ό,τι η ομιλία του αντιπροέδρου Βανς στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2025.

Ως συνέπεια, πολλοί πολίτες σε όλη την Ευρώπη θα ρωτούν όλο και περισσότερο τους ηγέτες τους γιατί συνέχισαν να τους εκθέτουν σε έναν τέτοιο βαθμό εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Στη Γερμανία, μια δημοσκόπηση του Ιδρύματος Körber αποκάλυψε ότι μόνο το 27% των Γερμανών θεωρεί τις σχέσεις με τις ΗΠΑ καλές, ενώ το 65% πιστεύει ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει δεσμευτεί πραγματικά στην επίτευξη διαρκούς ειρήνης στην Ουκρανία. Η NSS είναι πολύ πιθανό να ενισχύσει αυτόν τον σκεπτικισμό.

Αυτή η τάση θα δυσκολέψει τους Ευρωπαίους ηγέτες να διαχειριστούν την κοινή γνώμη όσο η Ευρώπη παραμένει τόσο εξαρτημένη από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας που στηρίζουν το ΝΑΤΟ. Η έκβαση των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για το μέλλον της Ουκρανίας μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει άλλη μια στιγμή απότομης “προσγείωσης” για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να προηγηθούν των εξελίξεων και να προετοιμαστούν για ένα τέτοιο σενάριο, σχεδιάζοντας το πλαίσιο για την ευρωπαϊκή χειραφέτηση.

Πέρα από τον ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ

Η αρχιτεκτονική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι πολύ μεγαλύτερη από την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ. Αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Έκτοτε, υπήρχε ένας καταμερισμός εργασίας: η ΕΕ χειρίζεται τα οικονομικά ζητήματα και το ΝΑΤΟ την ασφάλεια. Με την ώθηση του 1989 και την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, οι Ευρωπαίοι, υποστηριζόμενοι από τις ΗΠΑ, μετέτρεψαν την οικονομική τους κοινότητα σε πολιτική ένωση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Οι Ευρωπαίοι αγκάλιασαν αυτή την ιστορική στιγμή δημιουργώντας μια πολιτική “ομπρέλα” για την ήπειρό τους, υπό την οποία άρχισαν σταδιακά να επανενώνονται. Η νεοϊδρυθείσα Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) μεγάλωσε από 12 σε 28 κράτη-μέλη μέσα σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία. Μέχρι το 2007, η ΕΕ και τα μέλη της είχαν υιοθετήσει μια σειρά θεμελιωδών θεσμικών μεταρρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων διακυβέρνησης για να προετοιμάσουν την ένωσή τους να λειτουργήσει με υπερδιπλάσιο αριθμό μελών — και σε πολιτικές πολύ πέρα από την οικονομική συνεργασία.

Αυτός ο καταμερισμός εργασίας δεν είναι πλέον επίκαιρος. Ποια είναι λοιπόν η πολιτική απάντηση της Ευρώπης στο 2025; Οι Ευρωπαίοι θα χρειαστεί να δεσμευτούν τολμηρά στη διαμόρφωση όχι μόνο της τάξης ασφαλείας αλλά και της ευρύτερης πολιτικής ομπρέλας για την ήπειρο ως μια πράξη χειραφέτησης — όχι ενάντια στο ΝΑΤΟ ή τις ΗΠΑ, αλλά ως μια σαφή επιλογή για την Ευρώπη.

Το έτος 2025 φαντάζει φυσικά πολύ διαφορετικό από το 1989, όταν γενναίοι πολίτες στην Πολωνία και αλλού πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα βρήκαν το θάρρος να αλλάξουν το σύστημα. Οι μάρτυρες εκείνων των ημερών θα θυμούνται τη θετικότητα και την υπερηφάνεια εκείνης της εποχής. Δημιουργήθηκε μια εξαιρετικά ισχυρή πολιτική δυναμική και ένα θετικό όραμα για το συλλογικό μέλλον της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι ένιωσαν ξαφνικά τη δύναμή τους και συσπειρώθηκαν γύρω από την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την επανένωση.

Το πνεύμα και η νοοτροπία του 2025 είναι πολύ διαφορετικά. Αυτό από μόνο του απαιτεί πρόσθετη προσπάθεια από τους Ευρωπαίους ηγέτες για να δημιουργήσουν τις συνθήκες και μια αίσθηση συλλογικής δράσης. Κατά τρόπο οξύμωρο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ίσως βοηθάει σε αυτό το κομμάτι.

Υπάρχει ένα δεύτερο στοιχείο στην ανάγκη να “σκεφτούμε ξανά μεγαλόπνοα” στην Ευρώπη: η Ευρωπαϊκή Ένωση —δηλαδή τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών-μελών— υποαποδίδει εδώ και πολλά χρόνια. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκονται σε μια κατάσταση “διαρκούς κρίσης” (permacrisis), ωστόσο έχουν σε μεγάλο βαθμό αποτύχει να κινητοποιήσουν την ένωσή τους πιο αποτελεσματικά για να υπηρετήσουν τους πολίτες τους σε έναν ταχέως εξελισσόμενο κόσμο που είναι λιγότερο ευνοϊκός για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Μια ματιά στο πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 καταδεικνύει το θέμα: η Επιτροπή κάνει σωστά πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν για να καταστούν οι οικονομίες της Ευρώπης ξανά ανταγωνιστικές και να παραμείνουν οι Ευρωπαίοι ασφαλείς — αλλά κινδυνεύει να παραμείνει πολιτικά κενή, δεδομένου του αυξανόμενου πολιτικού κατακερματισμού εντός των θεσμικών οργάνων και των κρατών-μελών. Εν τω μεταξύ, υπάρχει ο κίνδυνος η ΕΕ να “αδειάσει” από μέσα, με πολιτικές δυνάμεις που δεν πιστεύουν στα υπερεθνικά στοιχεία της ένωσης τα οποία υπήρξαν κλειδιά για την επιτυχία της.

Η Ευρώπη πρέπει να κινητοποιηθεί ξανά

Υπάρχει ο απτός κίνδυνος η ίδια η ΕΕ να δεχθεί περαιτέρω επίθεση —όχι λιγότερο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπως καθιστά σαφές η NSS στη στάση της απέναντι στον υπερεθνικισμό. Οι θεσμοί γενικότερα είναι δύσκολο να τεθούν σε κίνηση, αλλά σπάνια καταρρέουν ολοκληρωτικά. Αντίθετα, τείνουν να “υπολειτουργούν” παρά τις αναγνωρισμένες ελλείψεις τους, μερικές φορές για μεγάλες περιόδους. Μπορούν να αρχίσουν να χάνουν τη σημασία τους, αργά αλλά σταθερά, όταν αποτυγχάνουν να αποφέρουν απτά αποτελέσματα ή όταν οι κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται αλλού. Θα ήταν ανόητο να πιστεύουμε ότι η ΕΕ έχει ανοσία σε ένα τέτοιο σενάριο, στο οποίο η ίδια και τα κράτη-μέλη της αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν ένα μέλλον ασφάλειας για τους πολίτες.

Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να κινητοποιηθούν ξανά για την Ευρώπη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα την κατεδάφιση των θεσμών που υπηρέτησαν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα για πολλές δεκαετίες. Όμως οι πολίτες δεν θα πρέπει να διστάσουν να θέσουν πιο θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την αρχιτεκτονική της συνεργασίας εντός των θεσμών. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει δύσκολα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ΕΕ όπως τα γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες. Όμως οι Ευρωπαίοι πρέπει να ξεκινήσουν αυτή τη διαδικασία τώρα.

Ως σημείο εκκίνησης, αυτό μπορεί να εκφραστεί σε μια πολιτική διακήρυξη από τους Ευρωπαίους ηγέτες —τόσο της ΕΕ όσο και εκτός ΕΕ— με βάση τη θέλησή τους να δεσμευτούν σε μια νέα πολιτική στρατηγική. Μια τέτοια διακήρυξη θα μπορούσε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: δέσμευση στη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολυμερή προσέγγιση· δέσμευση στην ευρωπαϊκή συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των κοινών θεσμών, για την εξυπηρέτηση των πολιτών της Ευρώπης· μια πορεία προς ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας και άμυνας, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης των στοιχείων της ΕΕ που μπορούν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα· μια σημαντική συλλογική επένδυση στην τεχνολογία· και μια συνολική προοδευτική στάση για την αξιοποίηση ευκαιριών σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο.

*Η Άλμουτ Μέλλερ είναι διευθύντρια Ευρωπαϊκών και Παγκόσμιων Υποθέσεων, επικεφαλής του προγράμματος «Η Ευρώπη στον Κόσμο» στο European Policy Centre.

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe

Πολιτική Cookies