Κλείσιμο
Ισλανδία

Η Ισλανδία χρειάζεται την ΕΕ ως πολιτικό εγχείρημα, όχι ως αγορά

Social Europe

03.11.2026

Ο νέος γεωπολιτικός χάρτης του Ντόναλντ Τραμπ «καταπίνει» την Ισλανδία, κι όμως οι Ισλανδοί ψήφισαν κατά της επανέναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες.

Η Ισλανδία, όπως και η Νορβηγία, αποτελεί στην πράξη σχεδόν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Γιατί, λοιπόν, να επιδιώξει την επίσημη ένταξη; Όπως αποδεικνύεται, για πάρα πολλούς λόγους. Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε έναν χάρτη στον οποίο η Ισλανδία ενσωματώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα δημοψηφίσματα έχουν τη δυστυχή τάση να διχάζουν έναν λαό. Αυτό συνέβη και με την ετυμηγορία της Ισλανδίας για το αν θα έπρεπε να επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις ένταξης στην ΕΕ. Μετά το δημοψήφισμα της 30ής Αυγούστου 2026, με αποτέλεσμα 52,8% «κατά» και 47,2% «υπέρ» της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, η πρωθυπουργός της χώρας επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση δεν θα επανεκκινήσει τις ενταξιακές συνομιλίες κατά την τρέχουσα θητεία της.

Για άλλη μια φορά, στον δημόσιο διάλογο κυριάρχησαν τα οικονομικά επιχειρήματα -με άλλα λόγια, το τι θα μπορούσε να κερδίσει η Ισλανδία από την ένταξη. Αυτή τη φορά, εντούτοις, το διακύβευμα δεν είναι η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως συνέβαινε όταν συνομολογήθηκε η Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το ερώτημα είναι αν η Ισλανδία πρέπει να καταστεί πλήρες κράτος-μέλος της ΕΕ, με όλες τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται. Ο οικονομικός υπολογισμός έχει κατά συνέπεια αλλάξει: ο φόβος των απωλειών υπερτερεί της προοπτικής των κερδών. Οι ανησυχίες για την απώλεια του ελέγχου στην αλιεία φαίνεται ότι έγειραν οριστικά την πλάστιγγα. Κι όμως, η συζήτηση υπήρξε διαστρεβλωμένη και οι συμμετέχοντες ελλιπώς ενημερωμένοι. Η παραπληροφόρηση συμπορεύτηκε με την απροκάλυπτη προπαγάνδα.

Στην πραγματικότητα, ελάχιστα αμιγώς οικονομικά επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της ισλανδικής ένταξης, πέρα από την προοπτική υιοθέτησης του ευρώ ως σταθερού νομίσματος. Όπως η Νορβηγία, έτσι και η Ισλανδία απολαμβάνει πρόσβαση στην επικερδή ενιαία αγορά μέσω της συμφωνίας ΕΟΧ και, από κάθε πρακτική άποψη, αποτελεί ήδη μέρος της Ένωσης. Όπως η Νορβηγία, έτσι και η Ισλανδία έχει εκχωρήσει μεγάλο μέρος της νομοθετικής της δραστηριότητας στις Βρυξέλλες. Για πολλοστή φορά, οι Ισλανδοί επέλεξαν να μην επηρεάζουν τις πολιτικές από τις οποίες παρ’ όλα αυτά δεσμεύονται, ούτε να μοιραστούν την ευθύνη για τη διαμόρφωση της τάξης που διέπει την Ευρώπη. Όπως λέει όμως και το ρητό: αν δεν κάθεσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού. Ο νέος χάρτης των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος περιλαμβάνει και την Ισλανδία, έχει δικαιολογημένα προκαλέσει έντονη ανησυχία στους πολίτες της.

Η ΕΕ δεν δημιουργήθηκε πρωτίστως για να παράγει ανάπτυξη και ευημερία, αλλά για να αποτρέψει τον πόλεμο και να διασφαλίσει τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Υπ’ αυτή την έννοια, υπήρξε απόλυτα επιτυχής εντός των συνόρων της. Η ΕΕ αποτελεί ένα επιτυχημένο εγχείρημα. Η Ένωση δημιούργησε μια σειρά από συλλογικά αγαθά, τους κοινούς θεσμούς, την ειρήνη και τη σταθερότητα, τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου, την ελεύθερη κυκλοφορία, τις υποδομές, τις αναγκαίες ρυθμίσεις και μια δεσμευτική έννομη τάξη, από τα οποία επωφελούνται όλοι, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν συνεισφέρουν σε αυτά. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί ποια θα ήταν η κατάσταση στην Ισλανδία και τη Νορβηγία χωρίς αυτά τα συλλογικά αγαθά. Θα μπορούσε επίσης να αναρωτηθεί για πόσο ακόμη αυτές οι χώρες μπορούν να λειτουργούν ως «τζαμπατζήδες» εις βάρος των κόπων των άλλων.

Το να επωφελείται κανείς από δημόσια αγαθά χωρίς να συνεισφέρει είναι το ένα ζήτημα. Υπάρχει όμως και το ερώτημα με ποιους επιλέγει να συντάσσεται. Στη Νορβηγία, τα συγχαρητήρια πέφτουν βροχή από τους υποστηρικτές του κινήματος «Όχι στην ΕΕ»· στη Γαλλία, από τη Μαρίν Λεπέν· στη Μεγάλη Βρετανία, από τον Νάιτζελ Φάρατζ. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ντόναλντ Τραμπ, εν τω μεταξύ, τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση. «Όχι» στην υπερεθνικότητα, «ναι» στον εθνικισμό.

Σε έναν κόσμο όπου η διεθνής τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε κανόνες υπονομεύεται καθημερινά από τις μεγάλες δυνάμεις, η ΕΕ ξεχωρίζει ως φάρος. Αποτελεί το βασικό εργαλείο της Ευρώπης για να ορθώσει κοινό μέτωπο ενάντια στην αδικία και να δράσει συλλογικά απέναντι σε απειλές και προκλήσεις. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες πυροδοτούν αβεβαιότητα γύρω από τη δέσμευσή τους στο ΝΑΤΟ, η πολιτική άμυνας και ασφάλειας έχει μετακινηθεί στην κορυφή της ατζέντας της ΕΕ. Ποιος άραγε θα δράσει για λογαριασμό της Ισλανδίας και της Νορβηγίας απέναντι στις παγκόσμιες προκλήσεις της άμυνας, της ασφάλειας, της τεχνητής νοημοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του προσφυγικού, του κλίματος και του περιβάλλοντος, αν όχι η ΕΕ;

Υπό αυτή την έννοια, η Ισλανδία χρειάζεται την ένταξη στην ΕΕ. Κι όμως, όπως και στη Νορβηγία, ο δημόσιος διάλογος στην Ισλανδία καθοδηγήθηκε σε μεγάλο βαθμό από στενά ιδιοτελή συμφέροντα. Αυτό εγείρει το ερώτημα εάν κάποια από τις δύο αυτές χώρες είναι πραγματικά έτοιμη για ένταξη. Η συμμετοχή στην ΕΕ δεν αποφέρει μόνο οφέλη, αλλά συνεπάγεται νέα καθήκοντα και πολιτικό κόστος. Τα μέλη οφείλουν να είναι έτοιμα να δεχθούν περιστασιακές ήττες σε πολιτικές διαπραγματεύσεις και ψηφοφορίες. Πρέπει επίσης να είναι πρόθυμα να συμμορφώνονται με αποφάσεις υπερεθνικών δικαστηρίων.

Η ΕΕ, από την πλευρά της, δικαιούται να αναρωτηθεί τι έχει να κερδίσει από μέλη που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Αυτός ο προβληματισμός ήταν έκδηλος όταν η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης το 2009: τα οικονομικά κίνητρα υπερίσχυαν και η ειλικρίνεια της ισλανδικής δέσμευσης τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Οι αξίες της ΕΕ διατυπώνονται με σαφήνεια στο Άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ. Αντανακλούν τη φιλοδοξία των ιδρυτών να οικοδομήσουν μια ενωμένη και δημοκρατική Ευρώπη, στην οποία ο πόλεμος θα καθίστατο αδύνατος. Προς επιδίωξη αυτού του ανώτερου σκοπού είναι που τα συντάγματα των κρατών-μελών επιτρέπουν τη μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Η διαδικασία ξεκίνησε το 1951 με την απόφαση να ανατεθεί ο έλεγχος των μέσων πολεμικής παραγωγής σε μια υπερεθνική αρχή. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα σχεδιάστηκε για να διασφαλίσει το «ποτέ ξανά», και ακολουθήθηκε από μια βαθιά διαδικασία ολοκλήρωσης. Σφυρηλατήθηκαν νέοι νομικοί και πολιτικοί δεσμοί. Το αποτέλεσμα ήταν μια υπερεθνική Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα Δικαστήριο και ένα άμεσα εκλεγμένο Κοινοβούλιο.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η οικονομική συνεργασία βρισκόταν στο επίκεντρο. Στόχος ήταν η επίτευξη συμφωνιών όπου αυτό ήταν εφικτό και η σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Η αγορά θεωρούνταν μέσο, όχι αυτοσκοπός. Αυτό έγινε ιδιαίτερα σαφές κατά τις διαπραγματεύσεις για το Brexit. Στην ιεραρχία των στόχων της Συνθήκης της Λισαβόνας, η αγορά έχει πλέον υποχωρήσει στην τρίτη θέση.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση «εξημέρωσε» τις διεθνείς σχέσεις. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους, όπως κάνουν επανειλημμένα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία. Η τρέχουσα γεωπολιτική στροφή συνιστά ρήξη με την επίπονη οικοδόμηση μιας διεθνούς έννομης τάξης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Το βέβαιο πάντως είναι ότι οι ενέργειες των ΗΠΑ και της Ρωσίας συνιστούν παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες χώρες παγκοσμίως εξακολουθούν να θεωρούν το διεθνές δίκαιο νόμιμο και δεσμευτικό.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η πεποίθηση ότι ο εθνικισμός οδηγεί στον πόλεμο ήταν διάχυτη και βαθιά ριζωμένη. Στόχος ήταν να αποτραπούν τα κράτη από το να δρουν μονομερώς, υπαγόμενα σε μια υπερεθνική δικαιοδοσία. Τέτοιοι περιορισμοί στην εθνική αυτοδιάθεση έχουν πλέον ελάχιστη απήχηση σε πολλούς κύκλους της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Ούτε συγκινούν τις εξτρεμιστικές δυνάμεις -τον απροκάλυπτο φασισμό, στην πραγματικότητα- που κερδίζουν εκ νέου έδαφος σε διάφορες γωνιές, μεταξύ άλλων και εντός της Ευρώπης.

Ως πολιτικό εγχείρημα είναι που η ΕΕ χρειάζεται στήριξη, συμπεριλαμβανομένης και της στήριξης από την Ισλανδία.

*Ο Έρικ Όντβαρ Έρικσεν είναι ομότιμος καθηγητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών ARENA του πανεπιστημίου του Όσλο, του οποίου διετέλεσε διευθυντής από το 2008 έως το 2020. Το ερευνητικό του έργο καλύπτει την πολιτική θεωρία, τη δημόσια πολιτική και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το Mechanisms of European Integration: The Force of Reasons (Routledge, 2025).

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.

Πολιτική Cookies