Κλείσιμο
Φόροι στον υπερ-πλούτο

Η φορολογία του υπερ-πλούτου θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τον προϋπολογισμό της ΕΕ

Social Europe

02.10.2026

Φόροι στον υπερ-πλούτο, τα κρυπτονομίσματα και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές θα μπορούσαν να αποφέρουν δισεκατομμύρια που κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να συλλέξει μόνο του.

Οι ανάγκες για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για την περίοδο 2028–2034 έχουν αυξηθεί, και πουθενά περισσότερο από ό,τι στις επενδύσεις που απαιτούνται για τον κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να ξεπεράσουμε την προβληματική συζήτηση σχετικά με τις υψηλότερες εθνικές συνεισφορές στον προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς αυτές οι συνεισφορές χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό μέσω φόρων στην εργασία και την κατανάλωση. Στο κείμενο που ακολουθεί αναλύουμε πώς νέες πηγές εσόδων της ΕΕ — μεταξύ αυτών φόροι στον υπερ-πλούτο και στις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων — θα μπορούσαν να βοηθήσουν ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση.

Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ για τα έτη 2028–2034 εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε μια συγκεκριμένη πρόταση για έναν μεγαλύτερο προϋπολογισμό της ΕΕ. Βάσει αυτής της πρότασης, ο προϋπολογισμός για την περίοδο 2028–2034 θα ανερχόταν σε σχεδόν 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, ή περίπου στο 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) της ΕΕ, σε σύγκριση με περίπου 1,1% στο τρέχον δημοσιονομικό πλαίσιο.

Ο μεγαλύτερος προϋπολογισμός αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των αυξανόμενων απαιτήσεων δημόσιων δαπανών που σχετίζονται με την κλιματική δράση και την ψηφιοποίηση, τη δημόσια ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις αποπληρωμής που προκύπτουν από το Ταμείο Ανάκαμψης από την πανδημία Covid-19. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ χρηματοδοτείται επί του παρόντος κυρίως μέσω συνεισφορών των κρατών-μελών, οι οποίες υπολογίζονται με βάση το ΑΕΕ και εισπράττονται, με τη σειρά τους, κυρίως μέσω φόρων στην εργασία και την κατανάλωση. Συμπληρώνονται από έσοδα από τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τους τελωνειακούς δασμούς.

Σε αυτή η αρχιτεκτονική χρηματοδότησης ασκείται κριτική εδώ και καιρό, επειδή συχνά περιορίζει την πολιτική συζήτηση σε αντιτιθέμενες θέσεις των κρατών-μελών. Η προσοχή εστιάζει στη συνέχεια στο πόσο συνεισφέρει κάθε κράτος-μέλος και πόση χρηματοδότηση από την ΕΕ λαμβάνει ως αντάλλαγμα. Μια τέτοια προσέγγιση δυσκολεύει τη θεώρηση του προϋπολογισμού της ΕΕ ως εργαλείου για τη χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών στόχων, και ως εκ τούτου περιορίζει τα πολιτικά περιθώρια για συλλογική δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η διεύρυνση των πραγματικά ιδίων πόρων της ΕΕ — δηλαδή των εσόδων που δεν προέρχονται απευθείας από εθνικές συνεισφορές από τους προϋπολογισμούς, αλλά βασίζονται σε κοινές ευρωπαϊκές εισφορές ή διασυνοριακές φορολογικές βάσεις και εκχωρούνται μόνιμα στον προϋπολογισμό της ΕΕ — θα μπορούσε εν μέρει να ανατρέψει αυτή τη λογική. Από τη μία πλευρά, η πρόταση της Επιτροπής για τον προϋπολογισμό της ΕΕ 2028–2034 περιλαμβάνει τη διοχέτευση του 30% των εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) και των τριών τετάρτων των μελλοντικών εσόδων από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, περιλαμβάνει μια εισφορά στα μη συλλεχθέντα ηλεκτρονικά απόβλητα, έναν ευρωπαϊκό φόρο καπνού και μια νέα εταιρική συνεισφορά. Μαζί με τις προσαρμογές στους υφιστάμενους ίδιους πόρους — όπως η μείωση του μεριδίου των τελωνειακών εσόδων που διακρατούν τα κράτη-μέλη και η αύξηση της εισφοράς στο πλαστικό — τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στη δημιουργία πρόσθετων ετήσιων εσόδων ύψους 58,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Τα σχέδια που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν, ωστόσο, ήδη συναντήσει επιφυλάξεις σε αρκετά κράτη-μέλη. Επομένως, έχει νόημα να εξεταστούν επιλογές που ξεπερνούν τις τρέχουσες προτάσεις της Επιτροπής.

Ανεξάντλητες δυνατότητες εσόδων

Η μελέτη μας αξιολογεί τόσο τους ίδιους πόρους που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και μια σειρά εναλλακτικών επιλογών, αξιολογώντας τις προτάσεις αυτές σύμφωνα με κριτήρια που περιλαμβάνουν την ευρωπαϊκή τους διάσταση, τις διανεμητικές τους επιπτώσεις, την καταλληλότητά τους για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών εξωτερικών επιδράσεων, καθώς και τις δυνατότητες παραγωγής εσόδων.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι διάφορα εναλλακτικά εργαλεία — μεταξύ των οποίων ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ένας ψηφιακός φόρος σε επίπεδο ΕΕ, φόροι στις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων και στα διαδικτυακά παιχνίδια, εισφορές σχετικές με τις αερομεταφορές και φόροι σε πολύ πλούσια φυσικά πρόσωπα — θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έσοδα αντιμετωπίζοντας παράλληλα προκλήσεις όπως η φοροδιαφυγή, η αβεβαιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη ανισότητα.

Τα εκτιμώμενα σχετικά ποσά ποικίλλουν σημαντικά. Στο πιο χαμηλό άκρο βρίσκονται ετήσια έσοδα περίπου 2 δισεκατομμυρίων ευρώ από τη φορολόγηση των διαδικτυακών παιχνιδιών και 3 δισεκατομμυρίων ευρώ από εισφορές σε συναλλαγές κρυπτονομισμάτων. Οι φόροι που σχετίζονται με τις αερομεταφορές καταλαμβάνουν τη μεσαία κατηγορία, μεταξύ 5 και 7 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Στο ανώτατο άκρο, η φορολόγηση των υπερ-πλούσιων φυσικών προσώπων θα μπορούσε να αποφέρει έως και 41 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Εκεί όπου μόνο η Ευρώπη μπορεί να δράσει

Ένας φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών δεν θα δημιουργούσε μόνο πρόσθετα έσοδα για τον προϋπολογισμό της ΕΕ· θα καθιστούσε επίσης πιο ακριβές τις βραχυπρόθεσμες και κερδοσκοπικές συναλλαγές στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Θα μπορούσε επομένως να βοηθήσει στον περιορισμό ορισμένων μορφών αποσταθεροποιητικής δραστηριότητας στην αγορά. Δεδομένου ότι οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές γίνονται συχνά διασυνοριακά και οι συμμετέχοντες στην αγορά μπορούν να μετεγκατασταθούν σχετικά εύκολα, υπάρχει ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής λύσης αντί για κατακερματισμένες εθνικές προσεγγίσεις. Προηγούμενες προτάσεις για έναν ευρωπαϊκό φόρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών προέβλεπαν, για παράδειγμα, χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές σε συναλλαγές που αφορούν μετοχές, ομόλογα και παράγωγα.

Μια εισφορά σχετική με τις αερομεταφορές είναι μια ακόμη πρόταση για αύξηση των ίδιων πόρων της ΕΕ. Οι αερομεταφορές απολαμβάνουν προνομιακή φορολογική μεταχείριση σε σύγκριση με άλλους τομείς μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των απαλλαγών από τον φόρο προστιθέμενης αξίας και της περιορισμένης ένταξης των διεθνών πτήσεων στην τιμολόγηση του άνθρακα. Μια εισφορά συνδεδεμένη με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που παράγονται από τις πτήσεις θα μπορούσε επομένως να αντανακλά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια στις τιμές των εισιτηρίων, δημιουργώντας ταυτόχρονα έσοδα για τις προτεραιότητες της ΕΕ. Δεδομένου ότι οι εκπομπές από τις διεθνείς πτήσεις δεν μπορούν να αποδοθούν ουσιαστικά σε ένα μόνο κράτος-μέλος και οι εθνικοί φόροι εισιτηρίων μπορούν εν μέρει να παρακαμφθούν με πτήσεις από αεροδρόμια γειτονικών χωρών, μια λύση σε επίπεδο ΕΕ θα ήταν η καλύτερη επιλογή.

Η φορολόγηση των κρυπτοστοιχείων θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί ως νέα πηγή εσόδων για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Εδώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συζητά ιδιαίτερα έναν φόρο στις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων ή, εναλλακτικά, έναν φόρο στα κεφαλαιακά κέρδη από κρυπτοστοιχεία. Πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο επιφυλάξεις: στη φορολογική βάση για τα κρυπτοστοιχεία υπάρχει διακύμανση και οι δραστηριότητες θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να μεταφερθούν σε δικαιοδοσίες εκτός ΕΕ. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο μια συντονισμένη ευρωπαϊκή λύση θα ήταν προτιμότερη από ένα συνονθύλευμα ξεχωριστών εθνικών μέτρων.

Ένας φόρος στον υπερβολικό πλούτο θα είχε ιδιαίτερα υψηλές δυνατότητες εσόδων. Μια πιθανή προσέγγιση θα ήταν ένας ελάχιστος φόρος για άτομα με καθαρό πλούτο που υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ, διασφαλίζοντας ότι οι φόροι που καταβάλλονται ετησίως από αυτήν την ομάδα θα ανέρχονται τουλάχιστον σε μια καθορισμένη αναλογία του πλούτου τους. Ένας τέτοιος φόρος θα στοχεύει συγκεκριμένα άτομα των οποίων η πραγματική φορολογική επιβάρυνση είναι χαμηλότερη από εκείνη άλλων ομάδων. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να βοηθήσει στον περιορισμό του φορολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών για ιδιαίτερα πλούσιους κατοίκους.

Η αύξηση της εξάρτησης του προϋπολογισμού της ΕΕ από τις εθνικές συνεισφορές που βασίζονται στο ΑΕΕ, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από φόρους στο εισόδημα από την εργασία και την κατανάλωση, κινδυνεύει να υπονομεύσει την υποστήριξη από την κοινωνία. Ένα πιο ανεπτυγμένο σύστημα πραγματικών ιδίων πόρων της ΕΕ θα μπορούσε να βοηθήσει στον επαναπροσανατολισμό της συζήτησης μακριά από τις υψηλότερες εθνικές συνεισφορές και προς τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών και κοινών πολιτικών προτεραιοτήτων. Μια συμφωνία για πρόσθετους ιδίους πόρους είναι απαραίτητη εάν η προτεινόμενη διεύρυνση του προϋπολογισμού της ΕΕ πρόκειται να είναι χρηματοοικονομικά και πολιτικά βιώσιμη.

Οι φόροι σε κινητές φορολογικές βάσεις φαίνονται ιδιαίτερα κατάλληλοι για εφαρμογή σε επίπεδο ΕΕ, καθώς οι εθνικές προσεγγίσεις είναι συχνά λιγότερο αποτελεσματικές απέναντι στον φορολογικό ανταγωνισμό και τη διασυνοριακή κινητικότητα. Ορισμένες προτάσεις — όπως οι φόροι στον υπερ-πλούτο ή στις συναλλαγές κρυπτοστοιχείων — είναι ιδιαίτερα ελκυστικές επειδή επί του παρόντος δεν υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο και θα μπορούσαν επομένως να ενισχύσουν τα έσοδα της ΕΕ χωρίς να μειώσουν κανένα υφιστάμενο εθνικό φορολογικό έσοδο.

Ένα καλύτερο μίγμα ιδίων πόρων θα μπορούσε να ενισχύσει τον προϋπολογισμό της ΕΕ κατανέμοντας παράλληλα τη χρηματοδότησή του πιο ισόρροπα σε διαφορετικά τμήματα της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

*Ο Φίλιπ Χέιμπεργκερ είναι οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σπουδών της Βιέννης (wiiw).

O Μπέρναρντ Σουτζ είναι οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σπουδών της Βιέννης (wiiw).

**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.

Πολιτική Cookies