
Social Europe
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας ενισχύει την ανάπτυξη, καθιστώντας τις εκκλήσεις για περικοπές χάριν του επανεξοπλισμού αυτοκαταστροφικές.
Το κλίμα στις Βρυξέλλες έχει αλλάξει. Ο επανεξοπλισμός, η ανταγωνιστικότητα, η απλούστευση και η στρατηγική αυτονομία κυριαρχούν πλέον στην ατζέντα, ενώ μια φαινομενικά κοινής λογικής συναίνεση υποστηρίζει ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτηθούν από την κοινωνική πρόνοια. Ορισμένοι, όπως ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αντιμετωπίζουν τις περικοπές των επιδομάτων όχι ως μια αναγκαιότητα, αλλά ως μια καθυστερημένη διόρθωση. Οι εκθέσεις των Ντράγκι και Λέτα, παρά τις φιλόδοξες προτάσεις τους, περιορίζουν τα επιχειρήματα υπέρ των κοινωνικών δαπανών στις λεγόμενες «εμπορεύσιμες» δεξιότητες, και ο κίνδυνος είναι η κοινωνική ατζέντα της Ευρώπης να περιοριστεί αθόρυβα σε μια απλή «Ένωση Δεξιοτήτων». Έχοντας κάνει μια ανασκόπηση μέσα σε μια δεκαετία πραγματικής προόδου στην κοινωνική πολιτική, πιστεύουμε ότι αυτές οι «σειρήνες» είναι λανθασμένες. Ορίστε το γιατί.
Πρώτον, ας εξετάσουμε την ουσία. Η στρατηγική ανάπτυξης της Ευρώπης έχει απομακρυνθεί πολύ από την τιμωρητική μείωση του κόστους εργασίας των αρχών της δεκαετίας του 2010, οδεύοντας προς μια σκέψη που προσανατολίζεται περισσότερο στις ικανότητες: την προώθηση της απασχόλησης με έμφαση στην ισότητα των φύλων και της παραγωγικότητας μέσω των δεξιοτήτων, της δια βίου μάθησης, της ενεργού γήρανσης, της ευέλικτης συνταξιοδότησης και της υποστήριξης των οικογενειών με δύο εργαζόμενους. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια αθόρυβη αλλαγή παραδείγματος – ένα μοντέλο ανάπτυξης που έχει αποκτήσει προσανατολισμό προς τις κοινωνικές επενδύσεις. Ίχνη αυτού του μοντέλου υπάρχουν ακόμη και στις εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι, αν και στενά διατυπωμένα. Κεντρικό σημείο είναι ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι: ο άνθρωπος που το 2012 δήλωνε ότι «το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο ανήκει πλέον στο παρελθόν», τώρα επικαλείται την ανάγκη «διατήρησης του ευρωπαϊκού μοντέλου». Αυτό αποτελεί πρόοδο, ακόμη κι αν εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει το ενεργό κράτος πρόνοιας ως παραγωγικό συντελεστή με αυτόνομα χαρακτηριστικά.
Δεύτερον, και στενά συνδεδεμένο με το πρώτο, είναι μια «επανάσταση» στη διακυβέρνηση που συνόδευσε την ουσιαστική αυτή αλλαγή. Το τυπικό νεοκλασικό σημείο αναφοράς ξεκινούσε την ανάλυση πολιτικής από μια εξιδανικευμένη, αυτορρυθμιζόμενη αγορά, από την οποία η περίπλοκη πραγματικότητα των αγορών εργασίας και των μεγάλων δεσμεύσεων πρόνοιας εμφανίζονταν ως «στρεβλώσεις» που έπρεπε να αποκατασταθούν. Καθώς ο στόχος μετατοπίστηκε προς την ανθεκτικότητα, η ανάλυση έλαβε συγκριτικά χαρακτηριστικά, δίνοντας έμφαση σε εμπειρικά στοιχεία και σε όσα είναι εφικτά και ανέφικτα σε θεσμικό επίπεδο. Αυτή είναι η λογική του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου: από τις αποκομμένες από την πραγματικότητα επισκοπήσεις ανάπτυξης στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις, με τη βοήθεια του κοινωνικού πίνακα αποτελεσμάτων και των σχετικών δεικτών αναφοράς.
Τρίτον: Από πού προήλθε αυτή η μετατόπιση στην ανάλυση της πραγματικότητας; Η αναγνώριση αποδίδεται σίγουρα στη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης (DG EMPL), η οποία υποστήριζε υπομονετικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 –μέσω της ανοικτής υιοθέτησης μιας μεθόδου συντονισμού και, αργότερα το 2013, του Πακέτου Κοινωνικών Επενδύσεων– ότι η κοινωνική πολιτική μπορεί να αποτελέσει παραγωγικό συντελεστή εξελίξεων. Όσα κάποτε απορρίπτονταν ως απλές διακηρύξεις του «Τρίτου Δρόμου», τώρα υιοθετούνται ουσιαστικά και από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (DG ECFIN). Ο Ευρωπαϊκός Πυλώνας Κοινωνικών Δικαιωμάτων του 2017 παγίωσε και ενίσχυσε αυτές τις τομές. Οι είκοσι (20) αρχές του συνδέουν τα συμπεριληπτικά κοινωνικά «αναχώματα», τις χρηματοδοτικές ροές με ισότητα των φύλων και τις επενδύσεις στη δια βίου μάθηση με το ανθρώπινο κεφάλαιο σε ένα ευρύτερο σύνολο, ενώ το βασισμένο σε δικαιώματα κοινωνικό πλαίσιο έδωσε στην ΕΕ κανονιστική ισχύ ως νόμιμο κοινωνικό δρώντα – και σημείο αναφοράς για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και τα εθνικά σχέδια μεταρρυθμίσεων που υποβάλλουν οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών.
Τέταρτον, τα στοιχεία δεν ήταν ποτέ ισχυρότερα. Η απασχόληση αυξάνεται και η φτώχεια μειώνεται· τα ποσοστά NEET (νέοι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης) και η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου έχουν μειωθεί· η τριτοβάθμια εκπαίδευση και η εκπαίδευση ενηλίκων έχουν αυξηθεί· ο εργασιακός βίος επιμηκύνεται μέσω της ενεργού γήρανσης· τα έμφυλα χάσματα στενεύουν· και η αύξηση των μισθών είναι ισχυρή εκεί όπου υπάρχουν νομοθετημένοι κατώτατοι μισθοί και συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η ποιότητα των θέσεων εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην κοινωνική προστασία, γίνεται πλέον ευρέως κατανοητή ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανταγωνιστικότητας και όχι ως εμπόδιο σε αυτήν. Αυτοί δεν είναι πλέον αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί. Ωστόσο, οι ευάλωτες πτυχές του υπάρχοντος πλαισίου είναι εξίσου διδακτικές: η ανάπτυξη τροφοδοτείται περισσότερο από την αύξηση της απασχόλησης παρά από την παραγωγικότητα· οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου συγκεντρώνονται στους νέους και τις γυναίκες· η χαμηλόμισθη εργασία εντοπίζεται σε πλατφόρμες και τα μεγαλύτερα κενά προστασίας επιβαρύνουν τους αυτοαπασχολούμενους· τα ελάχιστα όρια εισοδήματος είναι πενιχρά για να βγάλουν τους ανθρώπους από τη φτώχεια· οι μονογονεϊκές οικογένειες βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα σχεδόν παντού· η υψηλή παιδική φτώχεια επιμένει· οι μαθησιακές απώλειες έχουν αυξηθεί μετά την πανδημία, ενώ το κόστος στέγασης πλήττει σκληρότερα τους φτωχότερους και «πνίγει» την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Τόσο τα κέρδη όσο και τα κενά δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση – προς περισσότερες κοινωνικές επενδύσεις, όχι λιγότερες.
Πέμπτον, οι διαδοχικές κρίσεις απέδειξαν την αξία αυτού που υπήρχε ήδη. Μιλάμε για μια «Μεγάλη Ύφεση» παρά για μια «Μεγάλη Κατάθλιψη» ακριβώς επειδή οι αυτόματοι σταθεροποιητές –που απορρίφθηκαν ως ηθικοί κίνδυνοι από τους ορθόδοξους οικονομικούς αναλυτές και από τους Ντράγκι και Τρισέ κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης– βρίσκονταν ήδη σε ισχύ στα περισσότερα μοντέλα κρατών πρόνοιας, προστατεύοντας τόσο τη μακροοικονομία όσο και τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα, πιο αποτελεσματικά εκεί όπου τα αναχώματα ήταν συμπεριληπτικά. Τα κράτη πρόνοιας που ήταν περισσότερο προσανατολισμένα στις κοινωνικές επενδύσεις ανέκαμψαν ταχύτερα σε υψηλά επίπεδα απασχόλησης, επιβεβαιώνοντας το διπλό όφελος τόσο σε επίπεδο μακρο-ζήτησης όσο και σε επίπεδο μικρο-προσφοράς. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ένα προσωρινό άλμα στην δημοσιονομική αλληλεγγύη επέτρεψε στις χώρες που πιέζονταν σκληρά να διατηρήσουν μια επενδυτική ορμή, και τα προγράμματα αναστολής εργασίας που είχαν κάνει θαύματα στη Μεγάλη Ύφεση διευρύνθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο. Ήμασταν τυχεροί που είχαμε λειτουργικά κράτη πρόνοιας όταν εκδηλώθηκαν αυτά τα δύο σοκ.
Έκτον, τα δημογραφικά δεδομένα καθιστούν τις κοινωνικές επενδύσεις ακόμη πιο επείγουσες. Η επιταχυνόμενη γήρανση προκαλεί ελλείψεις εργατικού δυναμικού που καθιστούν τις επενδύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής –συμπεριλαμβανομένης της προσιτής στέγασης– απαραίτητες για τη διατήρηση της απασχόλησης σε υψηλά επίπεδα και τη συγκέντρωση της φορολογικής βάσης για δημοφιλείς δεσμεύσεις: συντάξεις για τους ηλικιωμένους, εκπαίδευση και κατάρτιση για τους νέους, καθώς και ασφάλιση και ενεργητική πολιτική για την αγορά εργασίας για όσους βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία. Αυτό είναι που ένας από εμάς έχει αποκαλέσει, μαζί με τον David Bokhorst, ως τα «κοινά αγαθά της πρόνοιας» (welfare commons). Δεν είναι η στιγμή να είμαστε σπάταλοι με την ανάπτυξη, την προστασία και την κατανομή του ανθρώπινου κεφαλαίου – ανεξάρτητα από την τεχνητή νοημοσύνη.
Έβδομον, τόσο η δημοσιονομική συζήτηση όσο και η πολιτική κινούνται υπέρ των κοινωνικών επενδύσεων. Χάρη στο έργο των Γκαμπριέλ Ζούκμαν και Τομά Πικετί, υπάρχει αυξανόμενη υποστήριξη ώστε οι πιο ισχυροί οικονομικά να συνεισφέρουν περισσότερο· η δίκαιη φορολόγηση παραμένει όσο δύσκολη ήταν πάντα, αλλά σε επιστημονικό επίπεδο στον ΟΟΣΑ, την Παγκόσμια Τράπεζα και την ΕΕ, οι προτάσεις για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης προς το κεφάλαιο και την απομάκρυνση από την εργασία κερδίζουν έδαφος. Και ο εκλογικός υπολογισμός έχει αλλάξει. Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ είχε κάποτε αστειευτεί ότι «όλοι ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, απλά δεν ξέρουμε πώς να επανεκλεγούμε αφού το καταφέρουμε». Η αλήθεια είναι ότι, εκείνη την εποχή, δεν φαινόταν πραγματικά να γνωρίζουμε. Τώρα γνωρίζουμε – και ένα ενεργό, γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας είναι μια πολύ πιο ελκυστική πρόταση στην κάλπη από τη κυκλική λιτότητα που κατηγορεί τα θύματά της.
Ούτε το αφήγημα των κοινωνικών επενδύσεων εξαφανίζεται. Ακόμη και όταν η ανταγωνιστικότητα δεσπόζει στον δημόσιο διάλογο, μια ομάδα διαφορετικών φορέων χάραξης πολιτικής της ΕΕ συνεχίζει να το προωθεί. Βασιζόμενη στις προηγούμενες προσπάθειες της Ισπανίας και του Βελγίου το 2023–24, η ιρλανδική προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει πλασιώσει τις κοινωνικές επενδύσεις ως κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης: επενδύοντας στους ανθρώπους και καταπολεμώντας τον αποκλεισμό, υποστηρίζει ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο χτίζει το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό από το οποίο εξαρτάται η καινοτομία. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την «Ισότητα ως μοχλό για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα» ανατρέπουν την παλιά ιδέα περί συμβιβασμού μεταξύ ισότητας και αποτελεσματικότητας. Αυτή είναι η λογική του παραγωγικού συντελεστή που μια στενή «Ένωση Δεξιοτήτων» κινδυνεύει να χάσει από τα μάτια της: οι κοινωνικές επενδύσεις δεν αποδίδουν μόνο από τις δεξιότητες, αλλά από την αλληλεπίδραση του αποθέματος ανθρώπινου κεφαλαίου, των ροών στον κύκλο ζωής και των συμπεριληπτικών αναχωμάτων που στηρίζουν την κοινωνική πρόνοια.
Τίποτα από τα παραπάνω δεν εγγυάται ένα λαμπρό μέλλον. Οι φορείς χάραξης πολιτικής είναι συντηρητικοί από ένστικτο, προσκολλημένοι στις επιτυχίες του παρελθόντος με τρόπο που εξαρτάται από την ήδη διαγεγραμμένη πορεία. Αλλά αυτές οι επιτυχίες είναι τώρα «αγκυροβολημένες», περισσότερο από ποτέ, στις κοινωνικές επενδύσεις, των οποίων η πολλαπλασιαστική λογική στον κύκλο ζωής είναι πολύ καλύτερα κατανοητή από ό,τι ήταν στην αλλαγή του αιώνα, όταν η απορρύθμιση, η απελευθέρωση και οι περικοπές έπαιζαν ακόμα τον πρώτο ρόλο. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι ότι η Ευρώπη στερείται απαντήσεων, αλλά ότι μια πραγματική αίσθηση επείγοντος θα μετατραπεί σε πανικό και εύκολες λύσεις – το αντανακλαστικό της απλούστευσης ή, χειρότερα, ο υποτιθέμενος αναπόφευκτος συμβιβασμός μεταξύ πρόνοιας και πολεμικής προπαρασκευής. Ένα πενιχρό κράτος πρόνοιας είναι ένα ακριβό κράτος πρόνοιας. Αυτά είναι αυτοκαταστροφικά σημάδια. Εάν οι φορείς χάραξης πολιτικής διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, οι κοινωνικές επενδύσεις και η προσαρμοσμένη στο πλαίσιο διακυβέρνηση –η μάθηση μέσω της παρακολούθησης– μπορεί να έχουν έρθει για να μείνουν.
*Ο Άντον Χέμερικ είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι μελέτες του αφορούν την κοινωνική πολιτική, τις κοινωνικές επενδύσεις και το κράτος πρόνοιας στην ΕΕ.
Ο Σβεν Σράουρς είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στην πολιτική της αγοράς εργασίας και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.
**Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα ελληνικά σε συνεργασία με το Social Europe.