Κλείσιμο
Αλβανία

Γιατί εξεγείρεται η Αλβανία;

29.07.2026

Φανταστείτε την εξής εικόνα: οι κάτοικοι της Σβέρνιτσας ξυπνούν μια μέρα για να ενημερωθούν πως ένα ζεύγος λευκών υπερπλουσίων ανακάλυψε τη γη τους, καθώς έπλεε με το πολυτελές του σκάφος στα ανοιχτά του νησιού Σαζάν. Αν νομίζετε πως πρόκειται για μια ακόμα αποικιοκρατική ιστορία, από εκείνες που θέλουν τους λευκούς να ξεγελούν τους αυτόχθονες προσφέροντάς  τους πολύχρωμες πέτρες για να αγοράσουν τη γη τους, κάνετε λάθος. 

Η ιστορία εντοπίζεται το 2021 και το λευκό ζεύγος αποφασίζει να χτίσει ένα τουριστικό θέρετρο αποκλειστικά για την ελίτ στα Νοτιοανατολικά Βαλκάνια. Επικοινωνεί λοιπόν, με τον Αλβανό πρωθυπουργό, Έντι Ράμα, κι εκείνος προσπαθεί με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο να κάνει την επιθυμία τους πραγματικότητα. Μόνο που δεν συνυπολόγισαν στα σχέδια τους έναν κρίσιμο παράγοντα, τον αλβανικό λαό. 

«Στην αρχή στρώσανε τον δρόμο», θυμάται ο Κώστας Κονόμης, πρόεδρος της Κοινότητας Σβέρνιτσας. «Είπαμε, εντάξει, ο δρόμος γίνεται για όλο τον κόσμο. Θα περνάμε κι εμείς. Όταν άρχισαν να βάζουν τους πυλώνες για τον φράχτη, τότε καταλάβαμε ότι μας παίρνουν τον τόπο.» 

Οι κάτοικοι του χωριού αντικρίζουν φράχτες πάνω στη γη που θεωρούν δική τους. 

«Το να βάζουν σύνορα και να μη μας αφήνουν να πάμε στα χωράφια μας, αυτό μας τσάτισε», λέει. «Αποφασίσαμε να μη βάλουμε χέρι στον φράχτη. Να μείνει εκεί. Να είναι μάρτυρας στα δικαστήρια για όσα έγιναν χωρίς την άδειά μας», σημειώνει ο πρόεδρός.  

Πωλητήριο σε μια περιοχή περιβαλλοντικής και ιστορικής σημασίας 

«Αυτός ο τόπος είναι η ζωή μας. Εδώ αγαπηθήκαμε. Εδώ παντρευτήκαμε. Εδώ μεγαλώσαμε», λέει ο κύριος Μενέλας, κάτοικος του χωριού. Στη Σβέρνιτσα, τα χωράφια εξακολουθούν να έχουν ελληνικά ονόματα. «Εμείς εδώ λέμε θα πάω στου Παπακώστα, στου Παπαντώνη, στο κτήμα του Φίλιππα», λέει ο κύριος Νάσος, κάτοικος της περιοχής. 

«Το νησί αυτό που θέλουν να πουλήσουν, οι πρώτοι που το πάτησαν ήταν οι Σουμπάσηδες. Ήρθαν τότε με την Τουρκία, μετά το διωγμό. Το σόι αυτό ήταν διωγμένο από τη Μάνη. Ήταν το σόι της μάνας μου. Πρώτα πήγαν στην Κέρκυρα. Δεν κάθισαν πολλά χρόνια. Από εκεί πέρασαν στη Νότια Αλβανία, και από εκεί απέναντι στους Άγιους Σαράντα και μετά πήγαν στο νησί, το Σάσαν” αφηγείται η κυρία Μάρω, κάτοικος του χωριού. 

Για δεκαετίες, η Σβέρνιτσα, υπήρξε πέρασμα για ανθρώπους που εγκατέλειπαν την Αλβανία.  «Όλη η Αλβανία πέρασε από εδώ», θυμούνται οι κάτοικοι της περιοχής. «Μετά το 1991 έρχονταν οικογένειες από κάθε σημείο της χώρας. Το λιμάνι της Αυλώνας είχε γεμίσει κόσμο. Έφευγαν για την Ιταλία. Γινόταν χαμός», λέει ο κύριος Ζώης. « Εδώ ήταν οι πρώτες βάρκες που τους πέρναγαν στην Ιταλία. Μα μιλάμε για το μεγαλύτερο κύμα (μεταναστευσης) * της Αλβανίας. Αρκετοί άνθρωποι χάθηκαν στην προσπάθεια. Υπήρχαν και αληταράδες που τους πήγαιναν μέχρι τη μέση της θάλασσας και τους πετούσαν μέσα», συμπληρωνει. 

Πέρα απο κόμβος μετανάστευσης ανθρώπων, η περιοχή λειτουργεί ιστορικά και ως κόμβος μετανάστευσης πουλιών. Σπάνια είδη πτηνών σταματούν εδώ γιατί χωρίς αυτόν τον υγρότοπο ίσως να μην ολοκληρώσουν ποτέ το ταξίδι τους. «Η λιμνοθάλασσα της Άρτας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μεταναστευτικούς διαδρόμους της Αδριατικής», εξηγεί η βιολόγος Λέντι, μέλος της περιβαλλοντικής οργάνωσης PPNEA. «Τα πουλιά σταματούν εδώ για να τραφούν, να ξεκουραστούν και να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Αν χαθεί αυτός ο σταθμός, διαταράσσεται ολόκληρη η μεταναστευτική τους διαδρομή.» 

Ο ορνιθολόγος Γιόνι, επίσης μέλος της PPNEA σημειώνει: “Περισσότερα από διακόσια είδη πουλιών έχουν καταγραφεί στην περιοχή. Για πολλά από αυτά, η Νάρτα δεν είναι απλώς ένας ακόμη υγρότοπος. Είναι ο τόπος όπου θα ανακτήσουν δυνάμεις για να συνεχίσουν το ταξίδι τους ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική”. 

«Με ψεύτικα χαρτιά θέλουν να πάρουν τον τόπο μας», επαναλαμβάνουν οι κάτοικοι. Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται μία από τις πιο περίπλοκες ιδιοκτησιακές διαμάχες της σύγχρονης Αλβανίας. 

Για να την καταλάβει κανείς, πρέπει να επιστρέψει στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, η χώρα κλήθηκε να αποκαταστήσει εκατοντάδες χιλιάδες περιουσίες που είχαν δημευθεί από το κράτος. Ήταν μια διαδικασία που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τρεις δεκαετίες αργότερα, πολλές ιδιοκτησίες εξακολουθούν να αμφισβητούνται και οι δικαστικές διαμάχες παραμένουν ανοιχτές. Η Σβέρνιτσα είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. 

Η ιδιοκτησιακή διαμάχη

Το πρώτο πρόβλημα αναφορικά με την υπόθεση της Σβέρνιτσας, εντοπίζεται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Θυμάστε το λευκό ζεύγος για το οποίο μιλήσαμε στην αρχή; Εκείνο που ανακάλυψε την “άγνωστη γη της Αλβανίας” και αποφάσισε να την αγοράσει; Δεν είναι άλλο από τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ, τον γαμπρό και την κόρη δηλαδή του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.   

Στη δημόσια συζήτηση το επενδυτικό σχέδιο για το Σαζάν και τις απέναντι παράκτιες περιοχές της Νάρτας και της Σβέρνιτσας ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τον Τζάρεντ Κούσνερ, που εκτός από γαμπρός του Ντόλαντ Τραμπ είναι και ιδρυτής της Affinity Partners, ενός επενδυτικού fund που χρηματοδοτήθηκε με δισεκατομμύρια δολάρια από κρατικά επενδυτικά ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και άλλων χωρών του Κόλπου.  

Στα τεχνικά έγγραφα του έργου ο Τζάρεντ Κούσνερ ουσιαστικά εξαφανίζεται. Και κάπως έτσι, εμφανίζεται ένας άνθρωπος που υποστήριξε ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης μέρους της γης, παρουσιάζοντας αμφιλεγομένους τίτλους ιδιοκτησίας μόλις το 2006. Πρόκειται για τον Αρτούρ Σεού. 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΤΟΥΡ ΣΕΟΥ; 

Ο Αρτούρ Σεού, είναι αλβανός επιχειρηματίας. Ζει πάνω απο δύο δεκαετίες στο Μαϊάμι των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Reuters, ο ίδιος δήλωσε ότι πούλησε την έκταση μέσω μεσάζοντα, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο τελικός αγοραστής. 

Παράλληλα, το όνομα του Αρτούρ Σεού περιλαμβάνεται σε ξεχωριστές έρευνες της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος της Αλβανίας (SPAK). Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που αποκάλυψαν το OCCRP και το Balkan Insight, οι εισαγγελικές αρχές διερευνούν την προέλευση κεφαλαίων που συνδέονται με τις μεταβιβάσεις γης για το έργο, ενώ ο Σεού ερευνάται για αδικήματα όπως η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα και η χρήση πλαστών εγγράφων στις διεκδικήσεις ακινήτων. Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού άνω των 110 εκατομμυρίων ευρώ, ο οποίος, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, συνδέεται με την πώληση γης. 

Οι κάτοικοι όμως, υποστηρίζουν ότι η γη ανήκει στις οικογένειές τους, ότι διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας από τη δεκαετία του 1990 και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα αλβανικά δικαστήρια αναγνώρισαν ήδη από το 2013 τα δικαιώματά τους, κρίνοντας ότι ο Σέου δεν είχε δικαίωμα να διαθέσει τις συγκεκριμένες εκτάσεις. Οι ίδιοι λένε πως ουδέποτε ενημερώθηκαν, ούτε αποζημιώθηκαν. “Από ποιον τ’ αγόρασαν τα κτήματά μας; Φοβόμαστε μη μας σηκώσουν απ’ τα σπίτια μας. Φοβόμαστε μη μας πάρουν τα σπίτια μας”, σημειώνει ο κύριος Μενέλας.   

Μια σειρά από ύποπτες νομοθετικές αλλαγές  

Δύο χρόνια αργότερα, το 2015 η κυβέρνηση του Έντι Ράμα ψήφισε τον νόμο 55/2015 «Για τις Στρατηγικές Επενδύσεις», προωθώντας τον επικοινωνιακά ως εργαλείο που θα έφερνε μεγάλα κεφάλαια, νέες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Στην πράξη, όμως, ο νόμος δημιούργησε ένα ειδικό καθεστώς για τους λεγόμενους «στρατηγικούς επενδυτές», παρέχοντάς τους ταχύτερες αδειοδοτήσεις, προτεραιότητα στις εγκρίσεις και ευκολότερη πρόσβαση σε δημόσια γη και κρατικές υποδομές.

Έτσι η ιδιότητα  του «στρατηγικού επενδυτή» εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους θεσμούς της αλβανικής οικονομίας. Η “ειδική αυτή ιδιότητα” αποτελεί σύμφωνα με τον Ρέντι Μούτσι, βουλευτή του κόμματος Levizja Bashkë, έναν μηχανισμό μέσω του οποίου η κυβέρνηση Ράμα μπορεί να επιλέγει ποιοι θα αποκτούσαν προνομιακή μεταχείριση απέναντι στο κράτος. “Έτσι  όλοι οι ολιγάρχες στην Αλβανία έγιναν στρατηγικοί επενδυτές. Όσο για τα ξενοδοχεία 5 αστέρων;  Δεν πληρώνουν φόρους, κάτι που είναι γελοίο”. 

Επιπλέον τον Φεβρουάριο του 2024 η κυβέρνηση Ράμα τροποποίησε τον νόμο για τις Προστατευόμενες Περιοχές (Ν. 21/2024), επιτρέποντας για πρώτη φορά την ανάπτυξη πολυτελών τουριστικών εγκαταστάσεων μέσα σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν κατά κύριο λόγο χώροι περιβαλλοντικής προστασίας. Για τους υποστηρικτές της αλλαγής, πρόκειται για μια αναγκαία προσαρμογή που θα φέρει επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Για τους επικριτές της, πρόκειται για τη στιγμή που οι προστατευόμενες περιοχές της Αλβανίας έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως φυσική κληρονομιά και άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά οικόπεδα. 

Η βιολόγος Λέντι, μέλος της περιβαλλοντικής οργάνωσης PPNEA, εξηγεί ότι μέχρι την τροποποίηση του 2024 οι προστατευόμενες περιοχές διέθεταν σαφώς καθορισμένες ζώνες προστασίας, με πιο αυστηρή την κεντρική ζώνη, όπου οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη. Με τις νέες διατάξεις, όπως υποστηρίζει, αυτή η λογική εγκαταλείφθηκε, καθώς οι ζώνες προστασίας αποδυναμώθηκαν, ανοίγοντας τον δρόμο για μεγάλης κλίμακας τουριστικές αναπτύξεις.

«Στην πράξη, πλέον ολόκληρη η περιοχή είναι ανοιχτή για κατασκευές. Και όχι μόνο για μικρά ξενοδοχεία ή ήπιες τουριστικές δραστηριότητες, αλλά για μεγάλες τουριστικές υποδομές ελίτ», λέει.

Κατά την εκτίμησή της, η τροποποίηση του νόμου δεν αποτελεί μια απλή αλλαγή χωροταξικής πολιτικής, αλλά μια θεμελιώδη μεταβολή της φιλοσοφίας προστασίας της φύσης στην Αλβανία. Η ίδια θεωρεί ότι η κατάργηση του νόμου του 2024 και η επαναφορά ενός αυστηρότερου καθεστώτος προστασίας αποτελεί προϋπόθεση ώστε να διασωθούν όχι μόνο η Σβέρνιτσα, η Νάρτα και το Σαζάν, αλλά συνολικά οι προστατευόμενες φυσικές περιοχές της χώρας.

Πέρα, όμως,  από το αναπάντητο ερώτημα για το ποιός είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της γης, μένει να αποσαφηνιστεί κι ακόμη ένα. Ποιός είναι αυτός που θα την αγοράσει και τι σκοπεύει να την κάνει;  

Λίγο καιρό μετα την περιβόητη κρουαζιέρα γύρω από το νησί Σαζάν ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ συναντά τον αλβανό πρωθυπουργό, Έντι Ράμα. Από το σημείο αυτό και μετά φαίνεται πως ξεκινά μια διαδικασία που σήμερα απειλεί να μεταμορφώσει οριστικά ένα από τα πιο παρθένα τοπία της Αδριατικής: το ξεπούλημα του νησιού Σαζάν και της παράκτιας περιοχής της Νάρτας – Σβέρνιτσας, στους αμερικανούς μεγιστάνες. 

Το παραμύθι της ανάπτυξης και ο μεγάλος επενδυτικός δράκος.   

Τι συμβαίνει όμως όταν σε μια ιστορία εμπλέκονται ένας δισεκατομμυριούχος, ένας Αλβανός επιχειρηματίας της διασποράς και ένας υπόλογος πρωθυπουργός; Είναι σαφές πως κάπου κρύβεται ένας δράκος. Στην περίπτωση μας ο δράκος είναι επενδυτικός. Ας μιλήσουμε γι αυτόν.  

Το σχέδιο ανάπτυξης προβλέπει τη δημιουργία μιας ιδιωτικής τουριστικής πόλης πρωτοφανούς κλίμακας για τα αλβανικά δεδομένα. Σύμφωνα με το Vision Masterplan, η επένδυση εκτείνεται σε περίπου 255 εκτάρια και περιλαμβάνει περισσότερα από 727.000 τετραγωνικά μέτρα δόμησης. 

Η ανάπτυξη οργανώνεται σε 11 επιμέρους ζώνες με ξενοδοχεία, πολυτελείς κατοικίες, μαρίνα, εμπορικούς χώρους και εγκαταστάσεις αναψυχής. Στο επίκεντρο βρίσκεται η λεγόμενη Sazan City ή Citadel, ένας πυρήνας με ξενοδοχείο, καζίνο, καταστήματα, εστιατόρια και υποδομές που θα μπορούν να εξυπηρετούν έως και 10.000 επισκέπτες ημερησίως. 

Το masterplan συμπληρώνεται από ξενοδοχεία διεθνών brands, όπως τα Cheval Blanc και Casa Cipriani, μαρίνα για superyachts, ιδιωτικά beach clubs, γήπεδο γκολφ, ιππικό κέντρο, κέντρα ευεξίας και ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνητών λιμνών και καναλιών που αναδιαμορφώνει ολόκληρη τη χερσόνησο. 

Η βιολόγος Λέντι και ο ορνιθολόγος Γιόνι, μέλη της περιβαλλοντικής οργάνωσης PPNEA εξηγούν ότι η περιοχή αποτελεί κρίσιμο βιότοπο για δεκάδες προστατευόμενα είδη, ανάμεσά τους και οι απειλούμενες θαλάσσιες χελώνες. Όπως επισημαίνουν, ακόμη και οι πρώτες παρεμβάσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, όπως η διάνοιξη δρόμων κατά μήκος της παραλίας και η κατασκευή γέφυρας πάνω από το κανάλι που συνδέει τη θάλασσα με τη λιμνοθάλασσα, έχουν αρχίσει να μεταβάλλουν τη φυσική λειτουργία του οικοσυστήματος.

«Καταστρέφουν τις αμμοθίνες, που είναι φυσικά μνημεία και αποτελούν τον βιότοπο των θαλάσσιων χελωνών. Τέτοιου είδους οικοσυστήματα χρειάζονται πάρα πολύ χρόνο για να αναγεννηθούν, αν αυτό καταστεί ποτέ δυνατό», εξηγεί η Λέντι.

Η ίδια αμφισβητεί και το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης ότι το έργο θα ωφελήσει συνολικά την αλβανική κοινωνία. Όπως υποστηρίζει, μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μια ανάπτυξη αυτού του μεγέθους θα ενισχύσει ουσιαστικά τις τοπικές κοινωνίες. Αντίθετα, εκτιμά ότι πρόκειται για ένα μοντέλο τουρισμού υψηλού εισοδήματος, σχεδιασμένο κυρίως για μια διεθνή οικονομική ελίτ και όχι για τους κατοίκους της περιοχής. «Οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να επωφεληθούν από μικρές επιχειρήσεις που ενισχύουν την τοπική οικονομία. Εδώ, όμως, δημιουργείται μια τεράστια τουριστική υποδομή για λίγους», σημειώνει.

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι πόσο θα κοστίσει αυτή η επένδυση ή πόσα κτίρια θα ανεγερθούν. Αλλά ποιον ακριβώς εξυπηρετεί. Γιατί αν μια ολόκληρη χερσόνησος μετατραπεί σε ιδιωτικό προορισμό για τουρισμό πολυτελείας, τότε δεν αλλάζει μόνο η φυσιογνωμία της περιοχής. Αλλάζει και η σχέση των ανθρώπων με τον τόπο τους.

Η ιστορία όμως δεν σταματάει εδώ. Ένα ακατανόητο εταιρικό σχήμα δημιουργείται γύρω από την επένδυση. Το σχήμα είναι τόσο ακατανόητο ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να απαντηθεί το πιο απλό ερώτημα: ποιος  τελικά είναι εκείνος που θα αγοράσει το νησί Σαζάν και τα παράλια απέναντι του;   

Τη θέση που έχει ο Κούσνερ στον δημόσιο διάλογο καταλαμβάνει στα χαρτιά η Sazan Real Estate Development LLC, εταιρεία με έδρα το Κατάρ, η οποία εμφανίζεται ως ο φορέας ανάπτυξης του έργου (developer). Τα ίδια τα έγγραφα δεν αναφέρουν την Affinity Partners ως συμβαλλόμενο μέρος. 

Η ίδια η Affinity Partners έχει δηλώσει δημόσια ότι δεν συμμετέχει θεσμικά στην επένδυση και ότι όσοι εμπλέκονται το κάνουν με ατομική ιδιότητα. Παράλληλα όμως, ο Άσερ Αμπεσέρα (Asher Abehsera), επί χρόνια συνεργάτης του Κούσνερ στον χώρο του real estate στη Νέα Υόρκη, εμφανίζεται ως βασικό πρόσωπο της ανάπτυξης και έχει εκπροσωπήσει δημόσια το project. 

Από εκεί και πέρα αρχίζει ένας πραγματικός εταιρικός λαβύρινθος. 

Η Sazan Real Estate Development LLC δεν αποτελεί αυτόνομη εταιρεία. Ανήκει κατά 70% στην Assets Real Estate Ventures LLC, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στην Assets International LLC, που ανήκει στην Assets Real Estate Development W.L.L., η οποία με τη σειρά της ελέγχεται από την Power International Holding W.L.L., έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους του Κατάρ με δραστηριότητες στις κατασκευές, στην ενέργεια, στον τουρισμό και στις υποδομές. 

Σύμφωνα με το αλβανικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, πραγματικοί δικαιούχοι της εταιρικής αλυσίδας εμφανίζονται, με ποσοστό 50% ο καθένας, οι Ramez MHD Ruslan Alkhayyat και Mohamadmoataz MHD Ruslan Alkhayat. Οι εταιρείες που συγκροτούν την αλυσίδα είναι καταχωρημένες στα εταιρικά μητρώα του Qatar Financial Centre. 

Η εταιρική αλυσίδα όμως δεν σταματά εκεί. 

Η Sazan Real Estate Development δημιούργησε τρεις θυγατρικές στο Κατάρ: την Sazan Development Holding LLC, την Sazan Operations Holding LLC και την Sazan Land Holding LLC. 

Κάθε μία από αυτές δημιούργησε στη συνέχεια αντίστοιχες εταιρείες στην Αλβανία. 

Η Sazan Development Holding LLC απέκτησε το 100% της Zvërnec South Adriatic Development sh.p.k., της εταιρείας που εμφανίζεται σήμερα ως ο επίσημος φορέας ανάπτυξης της επένδυσης στη Σβέρνιτσα. 

Η Sazan Operations Holding LLC ίδρυσε την Sazan Operations sh.p.k., ενώ η Sazan Land Holding LLC δημιούργησε την Albania Land Development sh.p.k., εταιρεία που σύμφωνα με τα εταιρικά στοιχεία αλλά και τις μαρτυρίες των κατοίκων έχει αναλάβει τη σύναψη συμφωνιών με ιδιοκτήτες γης. 

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή δεν ήταν η αρχική δομή του έργου. 

Όταν ιδρύθηκε, τον Αύγουστο του 2024, η Zvërnec South Adriatic Development ελεγχόταν μέσω μιας εντελώς διαφορετικής εταιρικής αλυσίδας με έδρα την Ολλανδία. Η ιδιοκτησία περνούσε από τις εταιρείες Universal Properties Project B.V., Interroyal B.V. και πραγματικούς δικαιούχους που εμφανίζονταν στα ολλανδικά μητρώα. 

Στις 7 Μαΐου 2026, όμως, πραγματοποιήθηκε μια καθοριστική αλλαγή. 

Το 100% των μετοχών της αλβανικής εταιρείας μεταβιβάστηκε από την ολλανδική δομή στη Sazan Development Holding LLC του Κατάρ έναντι περίπου 306.000 ευρώ. Με τη μεταβίβαση αυτή, ο έλεγχος της εταιρείας που αναπτύσσει το έργο πέρασε από μια ολλανδική εταιρική δομή σε μια νέα εταιρική αλυσίδα που καταλήγει στην Power International Holding. 

Παράλληλα, γύρω από το project λειτουργεί και δεύτερο δίκτυο εταιρειών. 

Η South Adriatic Development sh.p.k. αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης που έχουν ενταχθεί στην επένδυση. Σύμφωνα με τα αλβανικά εταιρικά μητρώα, αρχικά ανήκε κατά 50% στη Smart Construction Invest και κατά 50% στην Peninsula Development. Μέσα σε λίγους μήνες η Smart Construction Invest απέκτησε ολόκληρη την εταιρεία αγοράζοντας και το υπόλοιπο ποσοστό της Peninsula Development. Η τελευταία ανήκει στη Generate sh.p.k., δημιουργώντας ακόμη μία διαδοχική αλυσίδα εταιρικών συμμετοχών. 

Η South Adriatic Development εμφανίζεται επίσης στις έρευνες της BIRN ως ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης που έχουν συνάψει συμφωνίες ανάπτυξης με τη Zvërnec South Adriatic Development, ενώ διαχειριστής και πραγματικός δικαιούχος μέσω της Smart Construction Invest εμφανίζεται ο Redi Struga, πρόσωπο που λειτουργεί ως ενδιάμεσος στις συναλλαγές μεταξύ ιδιοκτητών γης και επενδυτών. 

Στο ίδιο πλέγμα εμφανίζεται και η Urbacon Trading & Contracting, θυγατρική της Power International Holding, ενός από τους μεγαλύτερους κατασκευαστικούς ομίλους της Μέσης Ανατολής. Ο όμιλος δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 25 χώρες, απασχολεί πάνω από 32.000 εργαζομένους και έχει αναλάβει ορισμένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομών στο Κατάρ και στη Σαουδική Αραβία. Η παρουσία της στην εταιρική δομή δείχνει ότι το project της Σβέρνιτσας δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή τουριστική επένδυση αλλά ως μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου διεθνών κατασκευαστικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων. 

Καμία από αυτές τις εταιρικές δομές δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Οι πολυεπίπεδες εταιρικές αλυσίδες χρησιμοποιούνται συχνά σε διεθνείς επενδύσεις, ιδίως σε μεγάλα έργα ακινήτων. Ωστόσο, στην περίπτωση της Σβέρνιτσας δημιουργούν ένα ουσιαστικό πρόβλημα διαφάνειας.

Η υπόθεση της Ζβέρνιτσας δεν αφορά μόνο μια επένδυση δισεκατομμυρίων ευρώ σε μια προστατευόμενη περιοχή. Αφορά και στον τρόπο με τον οποίο διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, εταιρείες holding, εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs), κατασκευαστικοί κολοσσοί και περίπλοκες εταιρικές δομές διαμορφώνουν ένα πλέγμα μέσα στο οποίο η ταυτότητα του τελικού οικονομικού ελέγχου γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να εντοπιστεί. Και ακριβώς γι’ αυτό, η εταιρική δομή του έργου δεν αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια, συνιστά αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ιστορίας.  

Το κυβερνητικό αφήγημα της ανοικοδόμησης, η οντολογία της μετάβασης και το τραύμα της μετανάστευσης

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η χώρα εξεγείρεται απέναντι στο επενδυτικό σχέδιο του Τζάρεντ Κούσνερ. Μια τέτοια ερμηνεία, ωστόσο, δεν είναι επαρκής για να κατανοηθεί το υπόβαθρο, η διάρκεια και η μαζικότητα των κινητοποιήσεων. Για να καταλάβει κανείς τι πραγματικά συμβαίνει, πρέπει να σταθεί σε δύο έννοιες που επανέρχονται διαρκώς στις συζητήσεις με τους ανθρώπους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις: την ανοικοδόμηση και τη μετάβαση.

Το λεωφορείο από την Αθήνα για τα Τίρανα περνά από το Τεπελένι. Μια καταπράσινη, αγροτική περιοχή. Λίγο έξω από το Φιέρι το τοπίο αλλάζει απότομα. Εκατοντάδες σκελετοί ξενοδοχείων υψώνονται κατά μήκος του δρόμου. Μπροστά τους πινακίδες με τις εταιρείες που έχουν αναλάβει την ανέγερσή τους. Δεν είναι περισσότερες από πέντε. Το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αυτονόητα: γιατί ένα κράτος επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στον κατασκευαστικό και όχι στον πρωτογενή τομέα για να ανοικοδομήσει την οικονομία του;

Ο Ρούντι, μηχανικός από τη Βλόρα, δίνει μια απάντηση που επανέρχεται, με διαφορετικές διατυπώσεις, σχεδόν σε κάθε συνέντευξη. «Είναι η μόνη μορφή επένδυσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πλυντήριο.»

Ο Ρέντι Μούτσι, βουλευτής του Levizja Bashkë, υποστηρίζει ότι το αφήγημα της ανοικοδόμησης συνοδεύει κάθε κυβέρνηση από την πτώση του κομμουνισμού. Στην περίπτωση της κυβέρνησης Ράμα, συνδέεται κυρίως με τις κατασκευές και τον τουρισμό. «Η αναπτυξιακή ιδέα της κυβέρνησης βασίζεται στον κατασκευαστικό κλάδο, στην ανέγερση τεράστιων ουρανοξυστών και μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων κατά μήκος της αλβανικής ακτογραμμής.»

Ο ορνιθολόγος και μέλος της PPNEA Γιόνι Βόρψι εξηγεί γιατί, κατά την άποψή του, αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να είναι βιώσιμο. Κάθε νέα κατασκευή πάνω σε έναν βιότοπο ή σε μια γεωργική έκταση καταστρέφει έναν πόρο που παρήγαγε διαρκώς αξία και τον αντικαθιστά με ένα ακίνητο που μόλις ολοκληρωθεί και πουληθεί, παύει να παράγει οτιδήποτε. «Η φύση παράγει συνεχώς και μας δίνει τη δυνατότητα να αναπτυσσόμαστε οικονομικά», λέει. «Αν ο κατασκευαστικός τομέας αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας μας, τότε μας περιμένει ένα πολύ ασταθές μέλλον.»

Ο δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης τηλεοπτικού σταθμού Λέοναρντ Μίτρος επιχειρεί να εξηγήσει πώς διαμορφώθηκε αυτό το μοντέλο. Θυμάται ότι όταν ο Έντι Ράμα εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή δεν έμοιαζε με τους υπόλοιπους πολιτικούς.

«Είχαμε ανάγκη από χρώματα. Και ένας ζωγράφος ήταν ό,τι έπρεπε για μια γκρίζα εποχή.»

Ο Ράμα, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών των Τιράνων, αρχικά μετανάστης στην Ελλάδα και μετά στο Παρίσι, είχε δηλώσει εξαρχής ότι δεν ήταν πολιτικός. Για πολλούς αυτό ήταν πλεονέκτημα. Για τον Λέοναρντ, όμως, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις.

«Ήρθες να κάνεις πολιτική, αλλά λες ότι δεν είσαι πολιτικός.»

Αναγνωρίζει ότι στη διάρκεια της διακυβέρνησής του βελτιώθηκαν οι υποδομές και κατασκευάστηκαν σχολεία. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι παράλληλα διαμορφώθηκε ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης και ανάπτυξης, βασισμένο  σε ένα εκλογικό σύστημα παραμόρφωσης της ψήφου.  Στα είκοσι έξι χρόνια που ο Ράμα βρέθηκε στην εξουσία, αρχικά ως δήμαρχος και στη συνέχεια ως πρωθυπουργός, οι μεγάλες επενδύσεις συνδέθηκαν, κατά την εκτίμησή του, ολοένα και περισσότερο με ένα πλέγμα πολιτικής εξουσίας, ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων και προσώπων που σχετίζονταν με το οργανωμένο έγκλημα και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Στο The Albanian Files – Freedom and Architecture, ο Έντι Ράμα δεν εμφανίζεται ως ο μεσσίας – όπως συχνά αυτοπροβάλεται, αλλά ως μεσίτης. Λειτουργεί ως ο κεντρικός ενδιάμεσος ανάμεσα σε ξένες κατασκευαστικές εταιρείες, αρχιτέκτονες και ιδιώτες επενδυτές. Ο αρχιτεκτονικός και κατ’ επέκταση ο κατασκευαστικός κλάδος παρουσιάζεται ως πεδίο νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας. Οι υπογραφές για τα μεγάλα έργα προηγούνται της αλλαγής των νόμων. Οι νόμοι ακολουθούν για να νομιμοποιήσουν αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί. Ακριβώς όπως συνέβη στη Σβέρνιτσα, στη Νάρτα και στο Σαζάν.

«Δίπλα από το σπίτι μου, κοντά στη Βλόρα, σχεδιάζεται μια αποθήκη πετρελαίου. Θα μου πεις, πώς γίνεται να συνυπάρχει ένα πολυτελές θέρετρο του Κούσνερ με κάτι που θα μολύνει την παραλία; Κι όμως, σχεδιάζεται. Είμαι μηχανικός. Θα μπορούσα να δουλέψω εκεί. Αρνούμαι», λέει ο Ρούντι.

Η ανοικοδόμηση λειτουργεί έτσι ως το βασικό επιχείρημα της τουριστικής ανάπτυξης. Κτίρια και υποδομές γίνονται σύμβολα κύρους και κυριαρχίας, ενώ ο ίδιος ο χώρος αποκτά νέο νόημα. Η Νάρτα παύει να αντιμετωπίζεται ως σπάνιος υδροβιότοπος και μετατρέπεται σε «αναξιοποίητη» ακτογραμμή. Η Σβέρνιτσα και το Σαζάν σε πεδία επενδύσεων.

Οι ακτιβίστριες Αριέλα και Ντενίσα, μέλη της «Επανάστασης των Φλαμίνγκο», επιμένουν ότι το Σαζάν δεν αποτελεί εξαίρεση. Εντάσσεται σε μια αλληλουχία μεγάλων επενδυτικών σχεδίων, όπως εκείνα στο Κακόμε και στο αεροδρόμιο της Αυλώνας, που επίσης προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Στο επίκεντρο της κριτικής τους βρίσκεται ο θεσμός του «στρατηγικού επενδυτή».

«Πληρώνεις 20% ΦΠΑ για ένα μπουκάλι νερό. Όμως αυτός που χτίζει ένα πολυτελές ξενοδοχείο, καταστρέφει την παραλία και στερεί τα δικαιώματα ιδιοκτησίας από τους ντόπιους, δεν πληρώνει φόρους», λέει η Αριέλα.

«Κι όμως, ενώ στην Αλβανία κατασκευάζονται συνεχώς καινούργια κτίρια, υπάρχουν ήδη περίπου 40.000 άδεια διαμερίσματα», συμπληρώνει η Ντενίσα.

Η αντίφαση είναι προφανής. Η οικοδομική δραστηριότητα δεν ανταποκρίνεται σε στεγαστικές ανάγκες, αλλά στην ανάγκη διαρκούς επένδυσης κεφαλαίων.

Αν όμως η ανοικοδόμηση αποτελεί το κυρίαρχο αφήγημα της αλβανικής ανάπτυξης, η διάρκειά του επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από την οικονομία ή την πολιτική. Προϋποθέτει μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου καθοριστική έννοια: τη μετάβαση.

Στην Αλβανία, η μετάβαση δεν περιγράφει απλώς το πέρασμα από τον κρατικό σοσιαλισμό στην οικονομία της αγοράς. Λειτουργεί ως ένας μόνιμος τρόπος κατανόησης του παρόντος. Η υπόσχεση ότι η ευημερία βρίσκεται πάντα στην επόμενη μέρα νομιμοποιεί τις θυσίες του σήμερα. Οι κοινωνικές ανισότητες, η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και η αδιάκοπη οικοδομική επέκταση παρουσιάζονται ως αναγκαίο τίμημα για ένα καλύτερο αύριο που διαρκώς αναβάλλεται.

Η ακτιβίστρια Γιοάννα Μεραγιά περιγράφει αυτή τη συνθήκη.«Τι σημαίνει να βρίσκεσαι σε μια μετάβαση; Είναι σαν να είσαι παγιδευμένος σε έναν τόπο που γνωρίζεις ότι δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, αλλά να ζεις συνεχώς με την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα βελτιωθούν. Σήμερα είμαι είκοσι οκτώ ετών. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι όλα θα αλλάξουν. Τελικά κατέληξα να ζω σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε συνεχή μετάβαση, χωρίς όμως να αλλάζει τίποτα πραγματικά σημαντικό. Άλλαξε η όψη της πόλης. Δεν άλλαξε όμως η ζωή των ανθρώπων.»

Η Γιοάννα αναφέρεται ίσως με τον πιο εύστοχο τρόπο το συλλογικό βίωμα μιας ολόκληρης γενιάς.«Φοβάμαι πως κανείς δεν θα μάθει πώς ζήσαμε σ’ αυτή τη μετάβαση. Αυτό που θα θυμούνται όλοι θα είναι μόνο όσα χτίστηκαν μέσα από αυτήν.»

Η μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο μια ιστορική περίοδο. Αποτελεί στοιχείο της σύγχρονης αλβανικής πολιτικής κουλτούρας και εθνικής αυτοαντίληψης. Το πρίσμα μέσα από το οποίο μια ολόκληρη κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη, να ερμηνεύει τις στερήσεις της και να αναβάλλει διαρκώς την εκπλήρωση των προσδοκιών της.

Οι διαμαρτυρίες για το Σαζάν δεν αποτελούν, επομένως, μια μεμονωμένη αντίδραση απέναντι σε ένα επενδυτικό σχέδιο. Συμπυκνώνουν την απόρριψη του πολιτικού και οικονομικού μοντέλου που διαμορφώθηκε στην Αλβανία τις τελευταίες δεκαετίες. Η μετάβαση παύει να είναι μια προσωρινή κατάσταση και μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό νομιμοποίησης. Κάθε νέα κατασκευή, κάθε ιδιωτικοποίηση, κάθε παραχώρηση δημόσιας γης παρουσιάζονται ως αναγκαία βήματα προς μια ανάπτυξη που βρίσκεται πάντοτε στο μέλλον. Το κυβερνητικό αφήγημα ταυτίζει διαχρονικά εδώ και 35 χρόνια την πρόοδο με το τσιμέντο, τα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα και τις στρατηγικές επενδύσεις.

Οι κινητοποιήσεις αμφισβητούν ακριβώς αυτή τη λογική. Έρχονται κυριολεκτικά ως προσπάθεια αποδόμησης του κυβερνητικού αφηγήματος περί ανοικοδόμησης. Αμφισβητούν το δικαίωμα του κράτους να ορίζει μονομερώς τι σημαίνει ανάπτυξη. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος της αλβανικής κοινωνίας παύει να λειτουργεί ως παθητικός θεατής της ίδιας του της μετάβασης, μιας μετάβασης χωρίς σαφή τελικό προορισμό, και διεκδικεί πρακτικά να γίνει πολιτικό υποκείμενο.

Η Ντενίσα περιγράφει αυτή τη μετατόπιση καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρητική ανάλυση.

«Την πρώτη μέρα της διαμαρτυρίας, την ημέρα που γεννήθηκε η Επανάσταση των Φλαμίνγκο, σκέφτηκα ότι όλο αυτό έρχεται ως μια μορφή συλλογικής θεραπείας. Ήταν το πρώτο μας group therapy.»

Η διαμαρτυρία έτσι  λειτουργεί και ως διαδικασία συλλογικής αποκατάστασης της κοινωνικής αυτοπεποίθησης. Η γενιά Ζ και οι νεότεροι millennials επιχειρούν να σπάσουν έναν μακροχρόνιο κύκλο πολιτικής αδράνειας και φόβου.

«Σκοπός είναι η ανατροπή της κυβέρνησης και η αλλαγή αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης», λέει ο Ρέντι Μούτσι.

Αν η ανοικοδόμηση υπήρξε το κυρίαρχο αφήγημα και η μετάβαση ο μηχανισμός που το νομιμοποίησε, τότε η μετανάστευση αποτελεί ίσως τη βαθύτερη κοινωνική του συνέπεια. Για μια ολόκληρη γενιά Αλβανίδων κι Αλβανών, η υπόσχεση ενός καλύτερου αύριο δεν οδήγησε στην παραμονή αλλά στην έξοδο από τη χώρα. Η φυγή επί της ουσίας αποτέλεσε τον τρόπο με τον οποίο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βίωσαν τη μετάβαση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, το 43,4% του συνολικού πληθυσμού της Αλβανίας, δηλαδή 1.250.451 άνθρωπο,  έχει μεταναστεύσει.

Στο The Albanian Limbo: From Bureaucratic Socialism to Neoliberal Capitalism, το αλβανικό αναπτυξιακό μοντέλο περιγράφεται ως βασισμένο στις ιδιωτικοποιήσεις, το τσιμέντο και τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι το μοντέλο αυτό έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του, οδηγώντας στη μαζική φυγή του νεότερου και πιο μορφωμένου τμήματος του πληθυσμού.

Ίσως γι’ αυτό ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά των κινητοποιήσεων ήταν η μαζική συμμετοχή της αλβανικής διασποράς. Χιλιάδες άνθρωποι ταξίδεψαν από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ολλανδία, ακόμη και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, για να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις στα Τίρανα. Η σύγκρουση γύρω από το Σαζάν είχε προ πολλού υπερβεί τα όρια μιας τοπικής περιβαλλοντικής διαμαρτυρίας. 

Ο ορνιθολόγος και μέλος της PPNEA, Γιόνι Βόρψι, θεωρεί ότι η παρουσία της διασποράς μόνο τυχαία δεν είναι. Πολλοί από όσους επέστρεψαν για να διαδηλώσουν νιώθουν ότι είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Αλβανία εξαιτίας του ίδιου πολιτικού και οικονομικού μοντέλου που σήμερα επιχειρεί να μετασχηματίσει και το φυσικό της τοπίο.

«Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι έλεγαν “μας αναγκάσατε να μεταναστεύσουμε, αλλά δεν μπορείτε να πουλήσετε τη γη μας και δεν μπορείτε να πάρετε τη χώρα μας”, ήταν ακριβώς επειδή θεωρούσαν ότι υπεύθυνος για τη μεταναστευση τους ήταν ο Έντι Ράμα και η κυβέρνησή του.»

Οι άνθρωποι που κάποτε έφυγαν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή επιστρέφουν, όχι επειδή ολοκληρώθηκε η υπόσχεση της ανάπτυξης και η διαδικασία της μετάβασης, αλλά επειδή αρνούνται να αποφασιστεί το μέλλον της χώρας ερήμην τους. Η διασπορά παύει έτσι να είναι απλώς αποτέλεσμα της μετάβασης και μετατρέπεται σε έναν από τους βασικούς πολιτικούς πρωταγωνιστές της αμφισβητησης της.

Η αμφισβήτηση αυτή εκφράστηκε και μέσα από μια εντελώς διαφορετική αισθητική διαμαρτυρίας. Χιλιάδες νέες και νέοι δημιούργησαν τη δική τους DIY εξέγερση. Φλαμίνγκο από σκουπόξυλα, φελιζόλ και άλλα καθημερινά αντικείμενα πλημμύρισαν τους δρόμους των Τιράνων, μετατρέποντας τα πιο απλά υλικά σε πολιτικά σύμβολα.

Η Αριέλα θεωρεί ότι «Η χρήση καθημερινών αντικειμένων αλλάζει εντελώς τη νοοτροπία ότι μια συλλογική διαμαρτυρία χρειάζεται υπερβολικό τεχνικό σχεδιασμό για να είναι επιτυχημένη, για να είναι ικανή να κατασκευάσει και να συντηρήσει μια καινούργια χώρα.»

Τα περισσότερα πλακάτ της «Επανάστασης των Φλαμίνγκο» αντλούν εικόνες από memes και την αλβανική ποπ κουλτούρα.

Απέναντι σε αυτή την αυθόρμητη και δημιουργική μορφή κινητοποίησης, η κυβέρνηση επιχείρησε να ανακτήσει τον έλεγχο της δημόσιας σφαίρας με τον εξής τρόπο: Την 42η συνεχόμενη ημέρα κινητοποιήσεων, ο Έντι Ράμα διέθεσε 4,2 εκατομμύρια ευρώ από το αποθεματικό έκτακτης ανάγκης του κράτους για τη διοργάνωση συναυλίας του Κάνιε Γουέστ. Για τους διοργανωτές, η «έκτακτη ανάγκη» δεν ήταν άλλη από την ανάγκη αποσυντονισμού του κινήματος. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε σε στάδιο που κατασκευάστηκε άρον – άρον αποκλειστικά για να τη φιλοξενήσει, ενώ οι διαδηλωτές συνέχιζαν να συγκεντρώνονται έξω από το Προεδρικό Μέγαρο.

«Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά ο Έντι Ράμα δείχνει ότι θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτήτη ολόκληρης της Αλβανίας», σχολιάζει ο Γιόνι Βόρψι.

Η πίεση των κινητοποιήσεων, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στο εσωτερικό της χώρας. Τρεις ημέρες αργότερα, κατά την 45η συνεχόμενη ημέρα διαδηλώσεων, ο Έντι Ράμα ανακοίνωσε από τις Βρυξέλλες ότι η κυβέρνησή του θα επανεξετάσει τις αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις για τις προστατευόμενες περιοχές και τους στρατηγικούς επενδυτές. Λίγο αργότερα, η επικεφαλής της αποστολής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που επισκέφθηκε τη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα, Τίνεκε Στρικ, προειδοποίησε ότι η ενταξιακή πορεία της Αλβανίας κινδυνεύει αν η κυβέρνηση δεν διασφαλίσει την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Αν στρέψουμε το βλέμμα έξω από την Αλβανία, η «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» παύει να μοιάζει με μια αποκλειστικά αλβανική υπόθεση. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αναδιάταξης που βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρα τα Βαλκάνια. Η Αλβανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Βοσνία και άλλες χώρες της περιοχής ενσωματώθηκαν στη μεταψυχροπολεμική παγκόσμια οικονομία κυρίως ως περιφερειακοί χώροι εξόρυξης πόρων, φθηνής εργασίας και μεγάλων επενδυτικών έργων. Την ίδια στιγμή, στρατηγικοί τομείς της οικονομίας τους ιδιωτικοποιήθηκαν, αναπτύχθηκαν πελατειακά δίκτυα και σχέσεις πατρωνίας, ενώ διαμορφώθηκε μια στενή σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και μια νέα οικονομική ολιγαρχία με προνομιακή πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, συμβάσεις και φορολογικά κίνητρα.

Το κόστος αυτής της ανάπτυξης μεταφέρεται δυσανάλογα στις κοινωνίες. Οι χαμηλοί μισθοί, η αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και η μαζική μετανάστευση παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες θυσίες μιας διαρκούς «μετάβασης», ενώ η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως Μεγάλοι Λακανικοί Άλλοι, και ως γαίες της επαγγελίας, νομιμοποιώντας πολιτικά ένα μοντέλο που για πολλές και πολλούς δεν εκπληρώνει ποτέ την υπόσχεσή του.

Οι κινητοποιήσεις στην Αλβανία και τη Σερβία δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας δομικής σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά βρίσκονται κυβερνήσεις που λειτουργούν ολοένα και περισσότερο ως διαμεσολαβητές διεθνών επενδυτικών σχεδίων. Από την άλλη, κοινωνίες που διεκδικούν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη γη, τους φυσικούς πόρους και το μέλλον τους. Μάλιστα, ο ίδιος επενδυτής, ο Τζάρεντ Κούσνερ, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο αντιδράσεων τόσο στην Αλβανία όσο και στη Σερβία, ενώ αντίστοιχες συγκρούσεις γύρω από έργα εξόρυξης λιθίου, ενεργειακές υποδομές και τουριστικές επενδύσεις επαναλαμβάνονται σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτό που συμβαίνει στην Αλβανία μας αφορά.

Πολιτική Cookies